Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Άλλος με τη βάρκα μας (για τον Μάνο)

Φωτογραφία: Θάνος Τσάκαλος
Μια Πέτρα ήταν η αφορμή για την αποψινή βαρκάδα. Φλας-μπακ σε ασπρόμαυρο φόντο, αναμνήσεις και συγκίνηση από στιγμές που θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη μου.
Καλοκαιράκι, συναυλίες, Πυξ-Λαξ, ο Μάνος, η ήρεμη δύναμη, ο ροκάς που υπηρέτησε με σεμνότητα το πάθος του για τη μουσική, βαθιά ευαισθητοποιημένος και απόλυτα συνεπής στην ποιότητα, στην ουσία και στο μουσικό είδος που τον εξέφραζε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την παρουσία του στη σκηνή, την εκφραστικότητα και τη μοναδική βραχνάδα του, όταν ερμήνευε το "Εσύ εκεί". Ή το "Πούλα με". Η τελευταία φορά που είχα την τύχη να τον ακούσω, ήταν με τους Κατσιμιχαίους στο Ολυμπιακό Ποδηλατοδρόμιο, τον Μάρτη του 2009. Ο δίσκος που ηχογραφούσε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, είχε τον προφητικό τίτλο "Όταν θα φύγω ένα βράδυ από δω". Ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατό του απ' τους φίλους του. 

Εκτός από τον ίδιο, στις λίγες ηχογραφήσεις που πρόλαβε να κάνει πριν φύγει, τραγουδούν οι: Φίλιππος Πλιάτσικας, Μπάμπης Στόκας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Λάκης Παπαδόπουλος, Νίκος Πορτοκάλογλου, Διονύσης Τσακνής, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Μίλτος Πασχαλίδης, Οναρ και Μύρωνας Στρατής. Επίσης η Μαρία και η Νάντια Σπηλιωτοπούλου καθώς και οι κόρες του Μάνου Ξυδούς, Κατερίνα και Νέλλυ. Για όλους όσους συμπορευτήκαμε μαζί του, θα είναι πάντα κοντά μας. Ν' αρωματίζει τη μιζέρια μας και να μας προτρέπει "Κάνε κάτι και για σένα".


Σε μια απ' τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε πει:
"Όπως τελευταία κάτι που είδα στη τηλεόραση και με άγγιξε βαθιά, μια κοπελίτσα, σε μια έκκληση που έκανε προς τους αστυνομικούς, με τα γεγονότα στο κέντρο της Αθήνας είχε πει: «Μην ρίχνετε δακρυγόνα για να κλάψουμε, κλαίμε κι από μόνοι μας». Ήταν ότι πιο ποιητικό έχω ακούσει το τελευταίο καιρό από όλους μας. Εμείς καθόμαστε με τις ώρες να γράψουμε ένα τραγούδι και το κοριτσάκι το είπε, έτσι αυθόρμητα, με δυο λέξεις, περιέγραψε μια κοινωνική κατάσταση σημερινή, που κανείς δεν θα μπορούσε να την περιγράψει καλύτερα".


H "Μεθυσμένη Βάρκα", είναι ένα απ' τα λιγότερο προβαλλόμενα τραγούδια του. Ο Μάνος έγραψε πριν χρόνια του στίχους αυτούς, που σήμερα είναι απόλυτα επίκαιροι και ταυτισμένοι με την προσδοκία όλων μας.  


Αγέρας στα παράθυρα της πόλης τριγυρνάει
το κρύο έπεσε χοντρό σε λάμπες περπατάει
κάτι φαίνεται μακριά στου δρόμου την αρχή
που τρεμοσβήνει σαν πυγολαμπίδα στη βροχή

Μάνα τις βαλίτσες μου πού έκρυβες καιρό
κατέβασέ τες δωσ’ τες μου δεν μένω πια εδώ
μη με ρωτάς πού πάω δε θα ξέρω να σου πω
με γράμματα και κάρτες θα μαθαίνεις ότι ζω

Σε μια βδομάδα θα'μαι πια σε τόπους μακρινούς
μέσα στους κήπους του Βαν Γκογκ που χρώματα πενθούν
μπορεί στην πόλη της Οξφόρδης που μυρίζει χθες
με δυο βαρέλια μπίρα στου Μονάχου τις γιορτές

Μια πόλκα με τους Ρώσους στης Μονμάρτης τα στενά
από γέφυρες να βλέπω της ζωής τα μυστικά
πάνω σε ντόκους οι τσιγγάνοι ξυπνάνε τα βιολιά
κι ανοίγουν νυσταγμένα τα βλέφαρα του μπαρ

Ξεχαστήκαμε  στην τρελή βραδιά
και η βάρκα μας σκίζει τα νερά
μα το μόνο που θέλω και ζητώ να δω
τα χαμόγελα του ήλιου λίγο πριν απ' τις οχτώ

τα χαμόγελα του ήλιου και της χώρας μου το φως

Το μέλι στάζει απ’ τα μάτια της πάνω στο μπαρ
πανέμορφη τη βλέπω κι ας μην έχω ξαστεριά
ακόμα ένα ποτήρι και θ’ αρχίσει να γελά
και θα βαρυγκομάει κάποιου άντρα τη χαρά

Και όπως θα παραμιλάει μπορεί και να με δει
στη βάρκα μας επάνω να ζητάω επιστροφή
θα έρθει λίγο πιο κοντά μου και εγώ σ’ αυτή
και έτσι αγκαλιασμένοι θα βουλιάξουμε μαζί

Ξεχαστήκαμε στην τρελή βραδιά
και η βάρκα μας σκίζει τα νερά
μα το μόνο που θέλω και ζητώ να δω
τα χαμόγελα του ήλιου λίγο πριν απ' τις οχτώ
τα χαμόγελα του ήλιου και της χώρας μου το φως!

Στίχοι: Μάνος Ξυδούς
Μουσική: J. Fearnley
Από τον δίσκο "Περιμένοντας το νέκταρ" ΕΜΙ


*Ο Μάνος έφυγε ξαφνικά σε ηλικία 57 ετών το βράδυ της Τρίτης 13 Απριλίου 2010. Στη διάρκεια πρόβας. Στην κυριολεξία "πάνω στο πάλκο".

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Λε Μπαλκόν




"Να πάρω κι αντηλιακό, μαγιό και σαγιονάρα

να κάνω κι ένα γαλλικό, να μη με πουν βλαχάρα

χαλάουα απαρέγκλιτα σε πόδια και μπικίνι

γιατί σε λίγο η τρίχα μου, θα γίνει κομποσκοίνι".



Μωρό μου δεν ξυρίζεσαι; φτηνότερη η λεπίδα 

και μη φαντασιώνεσαι ταξίδια στην πατρίδα

εδώ θα το περάσουμε κι αυτό το καλοκαίρι…


"Με πουρκουά?"

Μας ήρθε η εκκαθάριση κι έρχεται και τ’ ασκέρι.



"Κες και σε ‘ασκέρι’ μον αμί?"

Φανήκαν’ από μακριά τ’ αλλόφωνα φουσάτα

χαράτσια, τέλη κι εισφορές, κι… αντίδια ριγανάτα 

δεν περισσεύει ούτ’ ευρώ να πάμε στο νησί μας

θα βάλουμε πολύ νερό και φέτος στο κρασί μας.



Μην ξενερώνεις μάτια μου κι εδώ καλά περνάμε

τραγούδια, ούζο και μεζέ, κι αστέρια να κοιτάμε 

βεγγέρα στο μπαλκόνι μας θα κάνουμε με φίλους

κεριά στο φεγγαρόφωτο και μπλουζ από τους γρύλους.



Κατάστρωμα θα κάνουμε το πίσω μπαλκονάκι

αγκυροβόλι η αγάπη μας με όρτσα τ’ αεράκι 

η τέντα μας για άλμπουρο κι η κουπαστή για πλώρη

με ρότα το μουράγιο μας σπατσάρουμε στην πόλη.




Στο θερινό της γειτονιάς θ’ ακούμε τη μπομπίνα 

με γιασεμί κι αγιόκλημα και σνακ απ’ την καντίνα

γαρμπίλι κι έναστρη βραδιά και σινεφίλ ταινίες 

"Θα είναι Β’ προβολής;"

Και Γ’ ενδεχομένως, 

ας δούμε λίγο σινεμά, με ουσία κι ερμηνείες.




Λοιπόν, σου κάνω ρεζουμέ για να τα εμπεδώσεις:

Καταστασιόν απελπιστίκ! Φινί οι αποτριχώσεις!

Μποτέ - ανσάμπλ – μιζανπλί: Φέτος δεν θα μπορέσω!

"Μοντιέ, θα καταρρεύσω!..."

Σιλάνς και άσε τα μπλαζέ, με τα βαμπίρ που ζούμε

σακ-βουαγιάζ και φυλακή, αν μπατιρέ βρεθούμε!

Ντακόρ;

"Aμπζολεμάν!"



To “Λε Μπαλκόν” φιλοξενήθηκε και διακρίθηκε στο 4ο Συμπόσιο Ποίησης που οργάνωσε η Αριστέα, στο μπλογκ της H ζωή είναι ωραία
Ένα εγκάρδιο ευχαριστώ στους φίλους και στις φίλες που με συντρόφεψαν και σ' αυτό το Συμπόσιο! 
 

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

14 bloggers γράφουν "Το μυστήριο του καφενείου..."

Στο προηγούμενο επεισόδιο:

"...Η Ελπίδα, συναισθηματικά φορτισμένη πια, αφαίρεσε το CD από τη συσκευή και αναλύθηκε σε δάκρυα.Τι έπρεπε τώρα να κάνει; Πόσο, ποιους και με ποιο τρόπο θα επηρέαζε μία της απόφαση;Ο χρόνος της τελείωνε… και χρειαζόταν οπωσδήποτε βοήθεια".



"Φ"
Όση ώρα ο κυρ-Μιχάλης μάζευε τα άδεια ποτήρια απ’ το τραπεζάκι που καθόταν η παρέα, το μυαλό του δούλευε μεθοδικά κι έκανε προβολή των γεγονότων που είχαν προηγηθεί. Η κοπέλα που εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, την ώρα ακριβώς που του ξεδίπλωνε τις πτυχές μιας  περίεργης ιστορίας . Η απροσδόκητη φωνή του πελάτη που τον φώναξε, σχεδόν επιτακτικά, για λογαριασμό…  Ακόμα ηχούσε στ’ αυτιά του εκείνη η τσιριχτή φωνή. Ανατρίχιασε σε μια φευγαλέα σκέψη, πως η φωνή αυτή του ήταν γνώριμη. Όχι όμως απ’ τους τακτικούς πελάτες του, που επισκέπτονταν συχνά το καφενείο. Τα παιδιά της σχολής και κάτι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι που παίζανε τάβλι τ’ απογεύματα. Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως κανείς απ’ τους πελάτες του δεν θα διέκοπτε μια προσωπική του κουβέντα, φωνάζοντας σχεδόν αδιάκριτα. Τις πιο πολλές φορές, πηγαίνανε οι ίδιοι στο εσωτερικό του καφενείου για να πληρώσουν. Κυρίως αν τον βλέπανε να κάθεται για να ξεκουράσει τα πόδια και τη μέση του. Κι ύστερα, θυμήθηκε το έντρομο βλέμμα της κοπέλας όση ώρα του μιλούσε, καθισμένη σε μιαν απόμερη γωνιά στα ενδότερα του καφενέ . Την αεικίνητη ματιά της πέρα-δώθε και τη διάχυτη ανησυχία της μήπως τους παρακολουθεί κάποιος.  Επανάφερε τη σκηνή στο μυαλό του. Ο τύπος που τον ρώτησε με μακρόσυρτη φωνή για το λογαριασμό, οι αργές κινήσεις του μέχρι ν’ ανοίξει το μαύρο χαρτοφύλακά του… κι ύστερα τα επιτηδευμένα αστεία του, που δεν πρόδιδαν άνθρωπο που βιάζεται.  Σαν αναλαμπή, θυμήθηκε  τη στιγμή που του απόσπασε την προσοχή, δείχνοντάς του ένα παλιό αρχοντικό στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Τον ρώτησε αν γνωρίζει τον ιδιοκτήτη, γιατί ενδιαφέρεται ν’ αγοράσει ένα ακίνητο στην περιοχή…


*****


Το τελευταίο κομμάτι του παζλ, ήρθε και ταίριαξε απόλυτα στην εικόνα! Όση ώρα μέτραγε τα ρέστα, είχε αντιληφθεί κάποιον απ’ την παρέα, να σηκώνεται και να κατευθύνεται στο εσωτερικό του καφενείου. Κι ήταν όλοι τους, ίδιας κοψιάς άνθρωποι. Γύρω στα τριάντα, καλοντυμένοι και με σκούρα γυαλιά. Κι εκείνο το “Κυρ-Μιχάλη”, του θύμισε έντονα τη χροιά μιας γνώριμης φωνής. Από ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Η φωνή ήταν το ίδιο παγερή με τη νύχτα εκείνη. “Πάτροκλος;” Όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, ανατρίχιασε.

Στον ίδιο χωροχρόνο, η Ελπίδα επιστρατεύει όση αυτοκυριαρχία της έχει απομείνει και βάζει μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου. Το ραντεβού με την Νάντια είναι σε λίγα μόλις λεπτά και πρέπει να βιαστεί. Στο ράδιο παίζει ένα τραγούδι κι οι στίχοι, της τραβούν την προσοχή “Σ’ έψαχνα μια ζωή / τώρα ίχνη σου γυρεύω στο χάρτη / χάθηκες μια στιγμή / γέμισε ο ουρανός μου με δάκρυ”.

Ο κυρ-Μιχάλης κλείνει το ραδιόφωνο. Κατεβάζει τους διακόπτες κι ετοιμάζεται να τραβήξει το μάνταλο της εισόδου και να κλειδώσει το μαγαζί. Είναι εξαντλημένος απ’ την ένταση.

Η Ελπίδα οδηγάει βουρκωμένη. Τα χέρια της τρέμουν και με δυσκολία τα σταθεροποιεί πάνω στο τιμόνι. Παρκάρει και τραβάει απότομα χειρόφρενο, ψιθυρίζοντας μια προσευχή:"Όποιος κι αν είσαι εκεί πάνω, Θεός ή Άγγελος, φώτισέ με και βοήθα με… Σ’ έχω μεγάλη ανάγκη!"

- Μιχάλη…
- Ι…Ι…. Ισιδώρα! Εσύ εδώ;
- Κλείσε όλα τα φώτα και μαντάλωσε την πόρτα. Πρέπει να σου πω…



*****


Η εξώπορτα της πολυκατοικίας είναι ανοιχτή. Τη σπρώχνει και κατευθύνεται στη γκαρσονιέρα του ισογείου. Πίσω της περνάει ένας καλοντυμένος κύριος που κατέβαινε το κλιμακοστάσιο. Της ρίχνει μια στιγμιαία ματιά και κατευθύνεται στην έξοδο. Το δάχτυλό της κινείται προς το κουδούνι. Δεν προλαβαίνει να το αγγίξει. Η πόρτα ανοίγει απότομα και πίσω της εμφανίζεται η Νάντια. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο κι ανέκφραστο. Σαν να μην είχαν ιδωθεί ποτέ ως τώρα. Έτσι την ένιωσε. Ξένη κι απόμακρη. Της κάνει νόημα να μπει μέσα και να κάτσει στο μοναδικό έπιπλο που υπάρχει στο μικροσκοπικό χώρο. “Πάω να φτιάξω ένα φραπέ. Θέλεις;” “Τέτοια ώρα; Θα στοιχειώσουμε το βράδυ απ’ την αϋπνία…” της απαντάει, προσπαθώντας να διεισδύσει στα μάτια της φίλης της. Να αποκρυπτογραφήσει την παγερή στάση της. Την παρακολουθεί με γυρισμένη την πλάτη να ετοιμάζει τους καφέδες. Διακρίνει τον εκνευρισμό της, στις απότομες κινήσεις της. Σερβίρει τους καφέδες σ’ έναν ξύλινο δίσκο και κάθεται δίπλα της. Η Ελπίδα παρατηρεί το τρέμουλο στα χέρια της φίλης της. Κινεί το καλαμάκι στο ποτήρι, σαν να θέλει να σχηματίσει γράμματα πάνω στον αφρό. Παίρνει όρκο, πως ένα “Φ” είναι ένα απ’ αυτά. Ίσως και το πρώτο…

Μιλάει ασταμάτητα. Τα χέρια της τρέμουν. Του φαίνονται ακατάληπτα αυτά που του διηγείται. Προσπαθεί να τα αποθηκεύσει στη μνήμη του, για να τα επεξεργαστεί αργότερα. “Είναι ένα κύκλωμα ολάκερο… Εμπορεύονται μωρά… Απ’ όλες τις άκρες της γης. Από ανεπιθύμητες γέννες κυρίως… Εξαγοράζουν κιόλας. Σε περιοχές που τα παιδιά θεωρούνται εμπόρευμα. Στήνουν κοινωφελή ιδρύματα για να εισπράττουν δωρεές και χορηγίες… Τα μαζεύουν, τα χωρίζουν σε κατηγορίες και τα διακινούν σ’ όλον τον πλανήτη… Τα καλά κομμάτια τα χρυσοπουλάνε στις πιάτσες των δυτικοευρωπαίων που διψάνε για σεξ με ανήλικα… Kάποια λιγότερο τυχερά, καταλήγουν σε χειρουργικά τραπέζια και τους αφαιρούν τα όργανα. Όσα δεν είναι γερά και τους είναι άχρηστα, τα θανατώνουν… Ίσως άκουσες τις προάλλες για έναν ομαδικό τάφο μωρών, στις Φιλιππίνες… Τους κάνανε πειράματα με αδοκίμαστα εμβόλια και ισχυρά φάρμακα. Όσα πέθαναν, τα θάψανε σε μιαν απόμερη περιοχή έξω απ’ την Μανίλα… ”




-Ισιδώρα μου… πώς; Θέλω να πω… πώς βρέθηκες εσύ μπλεγμένη σ’ αυτόν τον εφιάλτη;

- Δεν έχω πολύ χρόνο… Θα σου πω τα απολύτως απαραίτητα και θα φύγω. Η Ελπίδα κινδυνεύει. Είναι απ’ τα παιδιά που επιλέχτηκε για τις δραστηριότητες του κυκλώματος στην Ελλάδα. Οι οδηγίες διακινούνται μέσω υψηλόβαθμων στην ιεραρχία. Σε ανύποπτους χώρους και χρόνους… μέσα σ’ ένα χαρτοφύλακα συνήθως, ή σ’ ένα βιβλίο που ξεχνιέται στο τραπεζάκι ενός εστιατορίου και τον βρίσκει ο επόμενος…

-Ξέρω… Άθελά μου, υπήρξα μάρτυρας σ’ αυτό το αλισβερίσι.

-Το πατρικό μου σπίτι είναι για ξεκάρφωμα. Ψάχνουν μέρη που οι ιδιοκτήτες τους έχουν καθαρό μητρώο, για να μην κινούν τις υποψίες της αστυνομίας. Τα υποτιθέμενα ζευγάρια είναι πειθήνια όργανά τους και διεκπεραιώνουν τις άνωθεν εντολές. Προφανώς υπήρξαν και οι ίδιοι, αρπαγμένα παιδιά ενός ιδρύματος. Νεκρώνονται ψυχικά και εκτελούν απλά εντολές.




-Και πώς φτάσανε σε σένα;
-Εγώ πήγα σ’ αυτούς. Πάνε χρόνια. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Θυμάσαι τον πατέρα μου ε; Θα με σκότωνε και μένα και το μωρό. Δεν είχα επιλογή παρά να δεχτώ τη συμφωνία μιας κυρίας που ήταν επίτροπος σ’ ένα ίδρυμα. Γέννησα την κόρη μου και την πήραν αμέσως. Ήταν όλα νομιμοφανή. Είχα εκβιαστεί να υπογράψω κάτι χαρτιά και η συμφωνία ήταν να εισπράξω ένα ακριβό αντίτιμο και να ξεχάσω για πάντα τι είχε γίνει. Με τα χρήματα αυτά, έφυγα απ’ το πατρικό μου και έζησα μόνη στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα, έκανα έναν αποτυχημένο γάμο και επέστρεψα εδώ μόλις πέθανε ο πατέρας μου. Η μάνα μου είχε ήδη φύγει…
-Ναι, θυμάμαι… Και το παιδί; Τι απόγινε;
-Ποτέ δεν τόλμησα να ρωτήσω ή να ψάξω γι αυτήν. Το παρελθόν μου με καίει Μιχάλη… Σα λαβωμένο σίδερο που είναι μπηγμένο στην καρδιά μου ισόβια… Ούτε είχα σκοπό να ανακινήσω κάτι. Μέχρι που βρέθηκε η Ελπίδα στο σπίτι. Την είδα και λύγισα. Το ίδιο κι αυτή. Μοιάζουμε τόσο πολύ… Μα κι αν ακόμα θέλαμε να μάθουμε την αλήθεια, ποτέ δεν θα το καταφέρουμε. Όλα τα χαρτιά είναι αλλοιωμένα ή εξαφανισμένα. Και ξέρεις Μιχάλη;

- Πες μου… αν η Ελπίδα είναι κόρη σου… σωστά τα σκέφτομαι;
- Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό. Συγχώρα με αλλά δεν έχω κουράγιο να σκεφτώ τίποτα πια… Κι ύστερα απ’ αυτή την επίσκεψη, αμφιβάλλω αν θα με ξαναδείς ζωντανή… Έχουν τον τρόπο τους να μαθαίνουν τα πάντα. Φτιάχνουν στρατιές ανθρώπων που υπάρχουν ανάμεσά μας και δρουν ύπουλα. Κάποια μέρα…


“… Θα εξουσιάσουμε το σύμπαν αγαπητές μου! Τι κρίμα να μην είστε εκεί για να το δείτε! Ετοιμαστείτε, γιατί σας περιμένουν κάποιοι παλιοί φίλοι σας… Ελπίδα, δεν θα το πιστέψεις, αλλά απόψε θα συναντηθείς με τη γυναίκα που σε γέννησε. Για μία και μοναδική φορά, θα έχεις την ευκαιρία να την δεις. Μετά θα κάνετε όλοι μαζί, ένα μακρινό ταξίδι δίχως επιστροφή…”

Η Ελπίδα δεν πρόλαβε να καταλάβει αν το “Φ”, ερμηνευόταν ως “Φώτης” ή “Φύγε!”. Λίγη ώρα αφότου μπήκε στη γκαρσονιέρα της Νάντιας, πέντε κουστουμαρισμένοι άντρες εισέβαλαν απ’ την πόρτα, κραδαίνοντας…


Η ιστορία είναι η προσωπική μου συμμετοχή, σε μια αρχική ιδέα της Μαρίας Νι. Βασισμένοι στην ιδέα αυτή, για ακόμη μία φορά, 14 bloggers αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να την εξελίξουμε, δημιουργώντας ένα συλλογικό, συνεργατικό κείμενο.


Συμμετέχουν οι εξής φίλοι-μπλόγκερς:
 Μαρία Νι. → Η αρχή του μυστηρίου
 Ελενα Λ → Μια ανάσα!
 MARILISE → ΙΣΙΔΩΡΑ
Hengeo → Το Γιασεμί
ΕΚΦΡΑΣΟΥ → Η Λεγεώνα
des tzav → Σαν σε όνειρο...
airis → Ελπίδα
Funky Monkey -> Παράλληλες κινήσεις
Απάγκιο -> "Φ"
Levina →
Xris Kat →
me (maria) →
Xristina @ Dear e-diary →
Georgette B. →
Μαρία Νι. →
Καλή συνέχεια στην Λεβίνα μας που παίρνει τη σκυτάλη!...

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Κόντρα γάμος



- «Οι γονείς μας κι εμείς θα χαρούμε να σας δούμε στο γάμο μας, που θα γίνει...»

- Σβήσ’το «γονείς».

- «Θα χαρούμε να σας δούμε στο γάμο μας που θα γίνει στον Ιερό Ναό...»

- Σβησ’το «ιερός ναός».

- «... που θα γίνει στην εκκλησία της Παναγίας της Γρηγορούσας, την Κυριακή 29 Ιουνίου, στις 6 το απόγευμα...»

- Σβησ’το «απόγευμα», εννοείται.

- «... Οι οικογένειες...»… ξέρω, να το σβήσω.

- Πουλιά στον αέρα πιάνεις!

- «Μενέλαος και Σουλτάνα»

- Με κουράζεις...

- «Μένιος και Τάνια». Ευχαριστημένη;

- Πόσα θα τυπώσουμε;

- Διακόσια, καλά είναι;

- Ναι αμέ...να το τυπώσουμε και σε αεροπανό. Να πετάει μια βδομάδα πριν, σ’ όλο το λεκανοπέδιο.

- Πολλά είναι ε;

- Ρε Μένιο για γάμο πάμε, όχι για δημαρχία. Εκατό και πολλά σου λέω!

- Δεν πάμε οι δυο μας με τον κουμπάρο να τελειώνουμε;

- Μέσα! Γουστάρεις;

- Θα πεθάνει απ’ τον καημό της η μάνα μου.

- Ένας λόγος παραπάνω τότε!

- Θες να πεθάνει η μάνα μου Τάνια;

- Πρακτικά σκέφτομαι ρε Μένιο. Μ’ ένα σμπάρο – δυο τριγόνια...

- Τι εννοείς;

- Nα κάνουμε και τα δύο μυστήρια την ίδια μέρα. Θα μας κάνουν και καλύτερη τιμή.

- Αχ, τι λες;

- Εκείνη φταίει. Μ’ έχει ταράξει στα «Αν δεν καλέσετε τον θείο Αναξίμανδρο, την ξαδέρφη Ζηνοβία, τα ανήψια Προκόπη και Ματθίλδη και τη γιαγιά Πολυχρονία... Θα πεθάαανω»! Αυτό δεν είναι λίστα γάμου. Ευχέλαιο “Υπέρ υγείας” είναι.

- Μα να μην πάρουμε την ευλογία της γιαγιάς Πολυχρονίας;

- Όλα τα ξαδέρφια σου που την πήραν, είναι χωρισμένα.

- Εκατό και κλείσαμε! Μετά το γάμο τι θα τους κάνουμε;

- Θα τους δώσουμε εξιτήριο.

- Δεν θα τους πάμε σ’ ένα κτήμα;

- Κτήμα στο μπόϊ σου ρε Μένιο! Βρακί δεν έχει ο κώλος μας...

- Θα πεθάνει απ’ τη ντροπή της η μάνα μου!

- Να καλέσουμε τότε και τον Πέτρο Γαϊτάνο. Να ψάλλει ένα ποτ πουρί, του γάμου και της τάβλας...

- Τουλάχιστον θα βάλεις νυφικό;

- Αν δεν βάλω, θα πεθάνει η μάνα σου;

- Ρε Τάνια, αυτή τη στιγμή περιμένει κάθε μάνα! Μη γίνεσαι κυνική!

- Γράψε λάθος Μένιο. Η στιγμή αυτή είναι δική μας. Και για να μη μακρυγορούμε. Πάρε υπογλώσσια μαζί σου και πήγαινέ της τα χαμπέρια μου!

- Για πες...

- Η νύφη θα βάλει ό,τι πιο ανέμελο έχει στη ντουλάπα της.

Μετά το γάμο, πάμε παραλία. Έχω συνεννοηθεί με τα κορίτσια που έχουν την ψησταριά και θα μας στρώσουν τραπεζοκαρέκλες πλάϊ στο κύμα.

Φεγγαράδα, ψητά σούβλας, μεζεδάκια, σαλάτες και μπόλικα καφάσια Μαλαματίνες. Όλα κλεισμένα. Α! ...και λάϊβ μουσική ε;

- Αυτό θα τη μαλακώσει κάπως τη μαμά...

- Η κομπανία που παίζει τα Σαββατόβραδα. Δυο κιθάρες κι ένα μπουζούκι... στα φωνητικά ο Νώντας.

- Ε ρε χαρές που θα κάνει κυρα-Θοδώρα!

- Αν δεν πεθάνει, την περιμένουμε με μια μεγάλη αγκαλιά, πες της!

- “Μετά το μυστήριο, θα δοθεί μπιτς-πάρτυ στο παραλιακό Καφέ-Ψητοπωλείο ‘Οι Μάγισσες της Σούβλας’

- Σβήσ’το “μπιτς-πάρτυ”, “Θα γίνει γλέντι” γράψε!

- Εκατό τελικά;

- Και δώρο τα υπογλώσσια!



Η προετοιμασία του “Κόντρα Γάμου” τους, συμμετείχε στο 8ο Παιχνίδι Λέξεων του TEXNISTORIES.

O Μένιος και η Τάνια, σας ευχαριστούν ολόθερμα για την ψήφο εμπιστοσύνης σας και τη διάκριση που τους χαρίσατε.
Και πάνω απ’ όλα, ένα τεράστιο ευχαριστώ στην Φλώρα, για τη γλυκιά φιλοξενία της και την αδιάκοπη φροντίδα της.
Με την ευχή τα τελετουργικά να είναι λιγότερο φλύαρα, για να μη χάνεται ο στόχος και η ουσία... 



Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

3 τελείες 3 παύλες 3 τελείες . . . _ _ _ . . . (*)



Όλα βαίνουν καλώς.

Το τριήμερο θα έχει αίθριο καιρό, στις περισσότερες περιοχές της χώρας.

Αυξημένα μέτρα απ’ την Τροχαία.

Κανένας λόγος ανησυχίας απ’ το πέρασμα του αστεροειδούς με το όνομα «Κτήνος», ξυστά απ’ τη γη.

Πού θα περάσουν το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος γνωστοί και μη εξαιρετέοι. Η Ντόρα πέταξε για τα Χανιά μετά τη συζήτησή της με τον Αντώνη, σχετικά με τη σωτηρία της χώρας.

Όλα βαίνουν καλώς.

Ακολουθεί η ασήμαντη είδηση των ημερών. Μπορείτε να την παρακάμψετε, τραβώντας τον κέρσορα στο τέλος της ανάρτησης.






Δωδεκάχρονη έχασε τη ζωή της επειδή τα φάρμακα της ήταν ακριβά

Την Τρίτη 3 Ιουνίου 2014, το 128ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών στα Σεπόλια, βυθίστηκε ξαφνικά στο πένθος, όταν, κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων, πέθανε η 12χρονη Αναστασία Σταροκόλτσεβα, επειδή η μητέρα της, Κοσμάν Ολένα Νικολάου, δεν είχε αρκετά χρήματα για να αγοράσει τα ακριβά φάρμακα για την αντιεπιληπτική αγωγή που έπρεπε να ακολουθεί το κορίτσι. 

Η τραγωδία, όμως, είναι διπλή. Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών (ΚΣΜ), η μητέρα του κοριτσιού δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα της κηδείας.

Σε ανακοίνωσή του το ΚΣΜ σχολιάζει: «Σοκ και οργή. Η θλίψη μεγαλύτερη. Μια ζωή χαμένη, τον 21ο αιώνα, από επιληπτική κρίση. Ένα κορίτσι εξόριστο από το Εθνικό Σύστημα Υγείας της χώρας της. Αδιαφορία που ξεπερνάει την αναισθησία. Γίνεται έγκλημα. Τρεις μέρες μετά το θάνατο της μικρής, κανείς δεν ευαισθητοποιήθηκε, ούτε για την ανάπαυση της ψυχής της».

Συντετριμμένοι οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές της μικρής Αναστασίας Σταροκόλτσεβα, εξέδωσαν ανακοίνωση μέσω της οποίας προσπαθούν να μαζέψουν χρήματα για την τέλεση της κηδείας.




* Διεθνές Σήμα Κινδύνου SOS από τα αρχικά του Save Our Souls (Σώστε τις ψυχές μας).

Ο Ασυρματιστής του Τιτανικού Τζάκ Φίλιπς, το μοιραίο βράδυ του ναυαγίου, προσπαθούσε απεγνωσμένα να στείλει το μήνυμα για βοήθεια. Το πλοίο'ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ' που περνούσε δίπλα στον Τιτανικό, δεν το «έλαβε» και δεν απάντησε ποτέ, γιατί ο Ασυρματιστής του κοιμόταν.

Οποιαδήποτε ομοιότης με κυβερνήτες και ναυάγια, δεν είναι τυχαία. Ο συνειρμός, είναι απόλυτα επιθυμητός. Αν δεν...
...Φιλάκια και καλά να περνάμε... 

Πηγή είδησης: http://tvxs.gr/news/ellada/dodekaxroni-exase-ti-zoi-tis-epeidi-ta-farmaka-tis-itan-akriba

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Την 25η ώρα

photo: http://www.eyecandybycho.com/

“Παρακαλώ αφήστε τις αποσκευές σας στον προθάλαμο και περάστε στο χώρο υποδοχής. Καθίστε. Έχετε κάτι να δηλώσετε;”
“Μόνο μια προσδοκία”.
“Αξίας;”
“Ανεκτίμητης”.
“Θα την πάρετε μαζί σας;”
“Moιραία, ναι… Έμεινε ανεκπλήρωτη”.

“Πώς ήταν το ταξίδι σας στη ζωή;”
“Κοπιαστικό, αλλά διδακτικό”.
“Τι ακριβώς σας δίδαξε;”
“Πως η θυσία είναι το άλλοθι για ένα προδομένο όνειρο”.

“Στο βιογραφικό σας βλέπω πως κάνατε οικογένεια, παιδιά και εγγόνια. Υπήρξατε τρυφερή κόρη και αδερφή, υποδειγματική σύζυγος, στοργική μητέρα και υποστηρικτική γιαγιά. Ποιον ακριβώς προδώσατε;”
“Τον εαυτό μου”.
“Θέλετε να μου πείτε λεπτομέρειες; Κάνουμε μια έρευνα για τους γήινους και η γνώμη σας θα μας φανεί πολύ χρήσιμη”.
“Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έκανα ό,τι όριζε το περιβάλλον μου. Ακόμα και την κοιλιά της μάνας μου, δεν την κλώτσησα ποτέ. Λες και ήξερα πως ήταν μια τυραννισμένη γυναίκα που δούλευε νυχθημερόν στα χωράφια για να μεγαλώσει μια πολυπληθή οικογένεια. Όλως παραδόξως, γεννήθηκα από μια κλωτσιά. Την είχε δώσει ο πατέρας μου στην κοιλιά της μάνας μου ένα βράδυ που γύρισε μεθυσμένος σπίτι. Εκείνη σφάδαζε απ’ τους πόνους κι εκείνος την έβριζε. Γεννήθηκα πρόωρα κι ύστερα από λίγες ώρες, εκείνη έφυγε. Με μεγάλωσαν συγγενείς. Όχι από αγάπη. Από υποχρέωση και συμφέρον. Δούλεψα στα χωράφια και δεν τέλειωσα το σχολείο. Από φόβο μην τους επιβαρύνω με τις σπουδές μου. Εκείνος αρρώστησε βαριά απ’ το συκώτι του. Ήμουν στο πλάι του, ως την τελευταία του στιγμή. Του έκλεισα τα μάτια και τον συγχώρεσα. Μεγάλωσα κι ερωτεύτηκα ένα παλικάρι που δούλευε μαζί μου στο σταροχώραφο. Δεν χρειάστηκε να πούμε λέξη. Τον είδα κι ήξερα πως ήταν της μοίρας μου να τον αγαπήσω. Τα απογεύματα που φεύγαμε αποκαμωμένοι απ’ τις φυτείες, με παρακάλαγε γονατιστός να έρθει να με ανταμώσει. Να με ζητήσει απ’ τους θειους μου. Να κάνουμε οικογένεια. Στο μεταξύ, με προξενεύανε σε κάποιον μεγαλέμπορα που ερχόταν στο χωριό για δουλειές. Είχε την ηλικία του πατέρα μου, ήταν γλοιώδης και είχε πρόστυχο βλέμμα. Σε δυο μήνες με παντρέψανε. Το αντάλλαγμα ήταν δελεαστικό. Βοήθησα τ’ αδέρφια μου να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν. Του έκανα δυο κόρες και λίγο πριν πεθάνει μου χρέωσε πως δεν ήμουν άξια να του κάνω έναν διάδοχο”.

“Κι ο άλλος;”
“Είδε κι αποείδε ο φουκαράς κι εξαφανίστηκε απ’ το χωριό. Πριν παντρευτώ, μου έστελνε κρυφά γράμματα με τη μικρή μου αδερφή. Κάτι μουντζουρωμένα χαρτιά, με ανορθόγραφες λέξεις, μουσκεμένες στα δάκρυα του, αγωνιώδεις φωνές να του παραχωρήσω έστω μια ώρα. Μια μόνο ώρα. Να μου μιλήσει, να κλάψει μπροστά μου, να μου εξομολογηθεί το μαρτύριο του…. Ποτέ δεν του την παραχώρησα αυτή την ώρα. Ποτέ…”
“Μα γιατί;”
“Δείλιασα. Τον αγαπούσα τόσο πολύ, που ήξερα πως δεν θα μπορούσα ν’ αντισταθώ. Κι ύστερα… είχα πάντα την ελπίδα και την προσμονή, πως θα έρθει εκείνη η ώρα που θα του εξηγούσα… θα του ζητούσα να με συγχωρέσει και να καταλάβει γιατί πήρα λάθος αποφάσεις…”
“Ήταν η προσδοκία που λέγατε;”
“Ναι… Στο μεταξύ χήρεψα, μεγάλωσα τις κόρες μου δίχως να φύγω λεπτό απ’ το πλευρό τους, τις σπούδασα και τις καμάρωσα νυφούλες. Έγινα νωρίς γιαγιά και ξανάρχισα απ’ την αρχή να μεγαλώνω τα μωρά τους, να τα φροντίζω τις ώρες που εκείνες δούλευαν, να ξενυχτάω στις αρρώστιες τους και να προσφέρω ότι έχω και δεν έχω, για να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν”.

“Κι εσείς; Τι κάνατε για τον εαυτό σας;”
“Μόνο πρόσφερα. Ξόδεψα αλόγιστα τις δυνάμεις και το χρόνο που μου αναλογούσε στη γη. Όταν γέρασα κι ήμουν πλέον ένα άχρηστο εργαλείο, βρέθηκα σ’ έναν οίκο ευγηρίας. Παρατημένη και ξεχασμένη απ’ όλους”.

“Κι εκείνος;”
“Μου είχε γράψει ένα γράμμα λίγο πριν πεθάνει. Το άνοιξε η μεγάλη μου κόρη και μου το έδωσε μετά από ένα χρόνο. Πριν με κλείσουν στο γηροκομείο. Γέλαγε ειρωνικά όταν μου το φανέρωσε. ‘Κράτα κι αυτό, για να θυμάσαι τους γεροντοέρωτες σου…’”.
“Τι σας έγραφε;”
“Πως ακόμα και τώρα, υπάρχει ο χρόνος για ν’ ανταμώσουμε και να ζήσουμε αυτά που η ζωή μας είχε πιστώσει να χαρούμε. ‘Θα σε περιμένω στο ξέφωτο το βράδυ, εκεί που παλιά κορφολογούσαμε τα καλαμπόκια. Θυμάσαι; Μαζί με το θρόισμα των φύλλων, άκουγα και την καρδιά σου να χτυπάει ξέφρενα. Μου έδινε δύναμη να δουλεύω ακούραστα. Να κάνω όνειρα για μας. Ασπασία, δεν έχω πάψει να ελπίζω. Πως μας αξίζει ένα ξεκίνημα. Έστω και καθυστερημένα’…”
Ασπασία… αυτό είναι το όνομά σας;”
“Μάλιστα”.
“Η ώρα που χρωστάτε στον Άγγελο… αυτό δεν είναι το γήινο όνομά του;…”
“Πώς… πώς το ξέρετε; Αυτό είναι… δηλαδή, ήταν...”
“Είναι! Στην ώρα αυτή, δεν υπάρχει παρελθόν. Η 25η ώρα είναι μια χαραμάδα στο συμβατικό χρόνο και βιώνεται μόνο απ’ όσους επιβεβαιωμένα τη δικαιούνται. Ο Άγγελος σας περιμένει στον προθάλαμο των καταδικασμένων να ζήσουν ξανά. Παρακαλώ περάστε από δω…”


Η πόρτα άνοιξε και πίσω της εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος άντρας, με βουρκωμένα μάτια και τα χέρια του ορθάνοιχτα για να την σφίξουν μέσα τους. Όλη την ώρα, την ξόδεψαν σε μια βουβή αγκαλιά. Οι καρδιές τους άρχισαν να χτυπούν ξανά, οι παλμοί επανήλθαν, το δέρμα τους ξανάγινε ροδαλό και οι δακρυγόνοι αδένες ενεργοποιήθηκαν. Της χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά, της φίλαγε τα χέρια, έκλαιγε γοερά ψιθυρίζοντας με λυγμούς τ’ όνομά της “Aσπασία μου!...”.

******

Ο γιατρός που είχε βάρδια εκείνο το βράδυ, ορκιζόταν πως έγινε θαύμα. Η ασθενής που ήταν με μηδενικούς παλμούς και ψυχορραγούσε όλη τη νύχτα, το επόμενο πρωί εμφανίστηκε στο γραφείο υποδοχής και ζήτησε εξιτήριο. Μαζί της ήταν ένας ασπροντυμένος ηλικιωμένος κύριος, με σεβάσμια φωνή και απόκοσμο ύφος. Έφυγαν πιασμένοι χέρι-χέρι, σαν ερωτευμένοι που βολτάρανε αμέριμνα. Η κόρη που κατέφτασε ωρυόμενη στο νοσοκομείο, αρνήθηκε πεισματικά τις εξηγήσεις του γιατρού.

- Δηλαδή, πώς εμφανίστηκε ξαφνικά ένας γέρος στο δωμάτιο της;... Oυρανοκατέβατος;

Σημείωση: Το κείμενο ταξίδεψε κι ευελπιστεί να  συμμετέχει στο νέο λογοτεχνικό πρότζεκτ με τίτλο: "25η ώρα".
Αν δεν ήταν η Μαριλένα, προσωπικά τουλάχιστον, δεν θα είχα πάρει είδηση για το εξαιρετικό αυτό δρώμενο. Αναλυτικές πληροφορίες, καθώς και τις πρώτες ιστορίες που ήδη δημοσιεύονται καθημερινά, μπορείτε να βρείτε εδώ.


Καλή επιτυχία στο project και σε όσους συμμετέχουν. Είτε με τα κείμενά τους, είτε με τη συντροφιά και την ανάγνωσή τους!