Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Τρίχες


“Στολίσατε; Εμείς χτες... για τα παιδιά βασικά... εγώ δεν είχα καμιά όρεξη... σιχαίνομαι κι αυτή την κωλοϋγρασία γαμώτο! Το μαλλί μου φριζάρει και τα ρούχα δεν στεγνώνουν με τίποτα... Άσε που τα σκασμένα θα κουβαλήσουν καμιά ίωση απ’ το σχολείο και θα τρέχουμε πάλι στους γιατρούς”.

“Η μεγάλη έχει ξεπατωθεί να τρώει γλυκά... να δω πώς θα την μαζέψω στις γιορτές... Ο μικρός; Ζει για να με τυραννάει... Ξέρεις τ’ είναι να γυρνάω σπίτι ξεθεωμένη και να θέλει πατάτες τηγανητές; Δεν υπάρχει σου λέω!...

“Λες να κάνω καμιά ισιωτική; Φοβάμαι μην καταστρέψει την τρίχα...”

“Εσείς τι κάνετε;... σκατά ε;”

“Χριστούγεννα;… Εμείς στα πεθερικά. Θα κόψω φλέβα πάλι... Και πρέπει να φτιάξω και το κωλόμαλλο... Ρε συ, δεν ανεβάζεις καμιά κοντινή στο φέϊς να δω το δικό σου;... Tι μου λες;  Άλλαξε η ζωή σου ε; Μεγάλη δουλειά να λούζεσαι και να μην ισιώνεις... Δεν υπάρχει λέμε!”

“Άντε, κλείνω. Πρέπει να βγάλω τον Ιλαρίωνα για κατούρημα… ναι-ναι, του δώσαμε το όνομα του πεθερού… μαράζι το είχε ν’ ακούσει τ’ όνομά του, μην τον αφήσουμε με το παράπονο… τι να κάνει μωρέ ο κωλόγερος; Τι ανάγκη έχει; Άντε σ’ αφήνω γιατί θα χέσει στο χαλί τελικά… κι έχει αρχίσει να ψιχαλίζει ο κωλόκαιρος… χάλια θα γίνει το μαλλί… την τύχη μου μέσα!”

Ο Ιλαρίωνας έκανε την ανάγκη του στις παρυφές του γέρικου ευκάλυπτου, που λειτουργούσε πλέον ως μόνιμο ανακουφιστήριο των σκυλιών της γειτονιάς. Καθώς τίναζε το πόδι του στο ροζιασμένο κορμό, ένα μικροσκοπικό αντικείμενο γλύστρησε απ’ τα γυμνά κλαδιά, στροβιλίστηκε για λίγο στον αέρα και προσγειώθηκε μπροστά στα παπούτσια της φριζαρισμένης κατόχου του. Το σήκωσε νομίζοντας πως είναι ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, το έφερε κάτω απ’ το ημίφως της λάμπας και το ξετύλιξε. Διαπίστωσε απογοητευμένη πως δεν ήταν παρά ένα διπλωμένο τσιγαρόχαρτο και ο μόνος λόγος που δεν το πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης, ήταν η ξαφνική εμφάνιση μιας γάτας που ηλέκτρισε τη χαίτη του Ιλαρίωνα. Το έχωσε μηχανικά στη τσέπη της, τραβώντας συγχρόνως το λουράκι του μαινόμενου σκύλου. Στην επιστροφή προς το σπίτι, έχωνε εκνευρισμένη τα δάχτυλα στο κεφάλι της, σιχτιρίζοντας τη γάτα, τον Ιλαρίωνα, την υγρασία και τη φύση που την καταδίκασε να υπάρχει με κατσαρές τρίχες. Το σημείωμα έμεινε ξεχασμένο στο παλτό της μέχρι το βράδυ που έστρωνε το τραπέζι, παρακολουθώντας συγχρόνως το  δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση.

«Ένα σπάνιο φαινόμενο παρατηρήθηκε νωρίς το πρωί, όταν σμήνη από διερχόμενα πτηνά βομβάρδισαν στην κυριολεξία με  πολύχρωμα χαρτάκια, πολλές περιοχές του κέντρου. Αρχικά δημιουργήθηκε πρόσκαιρος πανικός στους κατοίκους, τον οποίο όμως διαδέχτηκε μια ευχάριστη έκπληξη. Οι παραλήπτες των γραμμάτων, γρήγορα διαπίστωσαν πως πρόκειται για σημειώματα παιδιών από ασιατικές χώρες και εμπόλεμες περιοχές. Κάποια απ’ αυτά, ήταν γραμμένα στην αγγλική γλώσσα και έφεραν παιδικές ζωγραφιές.  Σύμφωνα με την Ορνιθολογική Εταιρεία, έχει σημειωθεί και στο παρελθόν αντίστοιχη αερομεταφορά σημειωμάτων με ταχυδρομικά περιστέρια. Με έκτακτη ανακοίνωσή του το Υπουργείο Εξωτερικών, όρισε την προσωρινή λειτουργία μεταφραστικής υπηρεσίας, για τους κατόχους των επιστολών που επιθυμούν να τις μεταφράσουν. Οι υπηρεσίες θα παρέχονται δωρεάν και κατόπιν σχετικής αίτησης, που θα υποβάλλεται στο αρμόδιο τμήμα…»

Ο Ιλαρίωνας ήταν ασυνήθιστα ανήσυχος όση ώρα έψαχνε εναγωνίως την τσέπη της. Το ξετύλιξε προσεχτικά, ήταν ένα μεγάλο ριζόχαρτο, διπλωμένο με τετραγωνική διάταξη και γραμμένο με ακαταλαβίστικα σύμβολα. Το πρωινό που είχε κλείσει το πολυπόθητο ραντεβού για την μόνιμη ισιωτική μαλλιών, την ειδοποίησαν απ’ το υπουργείο ότι μπορεί να περάσει να παραλάβει το μεταφρασμένο γράμμα. Το άρπαξε απρόθυμα απ’ τα χέρια του χαμογελαστού υπαλλήλου, που αντιλήφθηκε τη βιασύνη της και δεν πρόλαβε να της πει για το περιεχόμενο της επιστολής. Άνοιξε βιαστικά το φάκελο στο αυτοκίνητο, με την πρόθεση να του ρίξει μια πρόχειρη ματιά, ενόσω περίμενε στα κόκκινα φανάρια της Κηφισίας.

«Αγαπημένη μου φίλη,
Με λένε Σουάτι και ζω σ’ ένα ορεινό χωριό στο Νεπάλ. Αυτή την εποχή έχουμε τους μουσώνες και πρέπει να μετακινούμαστε διαρκώς για ν’ αποφύγουμε τις πλημμύρες και τα λασπωμένα μονοπάτια με τις βδέλλες. Σε λίγες μέρες το ταξίδι μας θα τελειώσει και μαζί με τις βροχές, θα σταματήσει και η περιπλάνησή μας στα γύρω βουνά. Αγαπάω τη βροχή, γιατί μου έμαθε να μη ριζώνω σ’ ένα μέρος, μα να περιπλανιέμαι διαρκώς, να μαθαίνω τον κίνδυνο και  να φυλάγομαι, να προσεύχομαι να μην πνιγούμε και να έχουμε μια καλή συγκομιδή ρυζιού και να γιορτάζω το τέλος του μουσώνα με τους αγαπημένους μου. Τότε που η ατμόσφαιρα είναι ξεπλυμένη απ’ τη σκόνη και τα βουνά γύρω απ’ το Κατμαντού αστράφτουν σαν κρυστάλλινοι όγκοι.

Αγαπάω τη βροχή γιατί, ακόμα κι αν δεν έχω πολλά ρούχα, είμαι καλά και δεν αρρωσταίνω πια. Οι γιατροί μιας οργάνωσης  μας έκαναν εμβόλια και είμαι ευτυχισμένη που μπορώ να περπατάω. Ένα παιδί στη γειτονιά μας δεν μπορεί. Δεν τρέχω ποτέ μπροστά του, για να μην το κάνω να λυπηθεί. Η  αγαπημένη μου συντροφιά είναι η αγελάδα μας γιατί μου δίνει γάλα. Είμαι πολύ τυχερή  που μπορώ να γράφω και να διαβάζω. Σε λίγες μέρες έχουμε τη γιορτή του καλοκαιριού και θα φάμε γλυκά. Θα κρύψω ένα στην τσέπη μου για να το δώσω στην αγελάδα μου κι άλλο ένα για το παιδί που δεν μπορεί να τρέξει.
Αν ήμασταν κοντά, θα σου έδινα το δικό μου. Είμαι σίγουρη πως κι εσύ θα έκανες το ίδιο για μένα.
Με αγάπη, Σουάτι».

Ο ακτιβιστής και εκπαιδευτής των φτερωτών ταχυδρόμων, προτάθηκε για Νομπέλ Ειρήνης.
Η Σουάτι επέζησε απ’ το φονικό σεισμό που έγινε στο χωριό της, λίγες μέρες μετά την επιστολή της.
H ισιωτική δεν έγινε ποτέ, αλλά το μαλλί για κάποιον περίεργο λόγο, λείανε από μόνο του.



 πηγές φωτογραφιών: http://sinistronzi.tumblr.com & http://kontraste.tasmo.de/post/5601620921/finally-free

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

25 λέξεις # 2 (Το κείμενο )


Παραχωρείται νεανικό κελί – πτέρυγα ανέργων.
Τέως παιδικό, νυν φοιτητικό, αεί αποδημητικό.
Πέφτουνε σοβάδες κι είμαι άνοιξη ακόμα.
 «Μη κλαις ρε μάνα, θα τα λέμε στο σκάϊπ…»


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

βασανιστές και Βασανισμένοι


[Βρείτε τις διαφορές...]

Τηλεγράφημα του διεθνούς πρακτορείου UPI για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973
// Την ηµέρα εκείνη ήµουν υπηρεσία. Στο στρατό είχα δέκα µήνες. Ήµουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισµένων, στο Γουδί. Τότε οι “μαυροσκούφηδες” ήταν σώµα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, µπήκαµε επιφυλακή. “Οι κοµουνιστές καίνε την Αθήνα”, µας έλεγαν κι εµείς τους πιστεύαµε. Θυµάµαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαµε στα κρυφά το σταθµό του Πολυτεχνείου. “Παλιοκουµμούνια, θα καλοπεράσετε!” λέγαµε.

Μισή ώρα µετά τα µεσάνυχτα της 16ης Νοεµβρίου η ίλη µου πήρε εντολή να ετοιµαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά µας άρµατα, κάτι γαλλικά ΑΜΧ30. Εγώ ήµουν οδηγός στο πρώτο άρµα που βγήκε στο δρόµο. [Στο ίδιο άρµα βρίσκονταν ο αξιωµατικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάµπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εµβαλωµένος και ο Γιάννης Τίρπας.]

Τεθωρακισμένο μπροστά στο κτίριο της Βουλής, 17 Νοεμβρίου 1973
Στις 1.15' το πρωί της 17ης Νοεµβρίου φτάσαµε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαµε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του ΙΚΑ, στη στάση Σόνια, σταµατήσαµε, γιατί ο δρόµος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγµατα, φωτιές και ακινητοποιηµένα λεωφορεία. Με διάφορες µανούβρες αριστερά δεξιά, µπρος πίσω, άνοιξα το δρόµο και προχωρήσαµε. Όταν φτάσαµε στη διασταύρωση της λεωφόρου Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, µας έδωσαν εντολή να σταµατήσουµε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, µείναµε περίπου µία ώρα. Ο κόσµος θυµάµαι ότι µας φώναζε: “Είµαστε αδέρφια, είµαστε αδέρφια”. Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα!

Μας είπαν να πάµε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι µπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναµε. Σταµατήσαµε λίγα µέτρα πιο πέρα. Φτάνοντας µπροστά στην πόρτα έστριψα το άρµα προς το Πολυτεχνείο, µε γυρισµένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυµάµαι ότι σηκώθηκα από τη θέση µου κι εγώ και το άλλο πλήρωµα. Δεκάδες φοιτητές κρέµονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Έδειχναν πανικόβλητοι. Κι εγώ, να σκεφτείς, ότι τους έβλεπα σαν µαµούνια, που ήθελα να τα φάω!
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973, ώρα 10.00 π.μ.
Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρµατος και µου λέει: “Θα µπούµε µέσα, θα ρίξουµε την πύλη. Ετοιµάσου!” Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγµατα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρµατος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα σταµάτησα. Σταµάτησα σκόπιµα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισµα οι φοιτητές, τροµαγµένοι, έφυγαν προς τα πίσω. Αν έµπαινα µε ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτοµα, που εκείνη τη στιγµή ήταν κρεµασµένα στα κάγκελα.

Η καγκελόπορτα έπεσε αµέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθµευµένο το Μερσεντές, το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. Η αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνοµικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα κι εγώ από το άρµα και µπήκα στο χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα µπορούσε όµως και να υπάρχουν νεκροί.

              

















Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής σκότωσε τον Μιχάλη Μυρογιάννη, 20 ετών, το μεσημέρι της 18ης Νοεμβρίου, μπροστά στο Πολυτεχνείο

Αστυνοµικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι λοκατζήδες να τους σταµατήσουν -θυµάµαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια µαζί τους-, δεν ξέρω κι εγώ τι θα γινόταν. Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολλοί χτυπηµένοι, θυµάµαι ότι είδα πολλούς τραυµατίες, ενώ τρεις τέσσερις ήταν σωριασµένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγµή ένας φοιτητής όρµησε καταπάνω µου και µου είπε: “Τι κατάλαβες τώρα που µπήκες;” Αφήνιασα. Έβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: “Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, µη σε καθαρίσω”. Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγµή... Αν έλεγε µια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήµουν. Ένας φασίστας.

Όπως περνούσαν οι φοιτητές, θυµάµαι ότι έριχναν µέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προµήθειες είχαν µαζί τους. Όταν γυρίσαµε στο Γουδί, το άρµα έµοιαζε µε περίπτερο. Όσο σκέφτοµαι ότι οι φοιτητές µάς έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, µετά απ' όσα τους κάναµε... Δεν µπορώ να το συγχωρέσω αυτό το πράγµα στον εαυτό µου. Σκέφτοµαι τι πήγα κι έκανα!...


Όταν γυρίσαµε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί µου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόµουν ότι ήµουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι µεγάλο. [...]

Στο µεροκάµατο η ζωή µου άλλαξε 180 µοίρες. Έκανα όποια δουλειά µπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν µπορώ να έχω τα ίδια αιτήµατα µε τους εργοδότες. Εµένα, που µου έµαθαν να µισώ τους κοµουνιστές, ψήφισα δύο φορές ΚΚΕ!

Στη δουλειά, πριν από χρόνια, κάποιος άκουσε πώς µε λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση µε τον “πορτάκια”, όπως είπε, του Πολυτεχνείου. “Ξάδερφός µου είναι, µακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο”, απάντησα. Είµαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ είκοσι χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης Α. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι µου δεν ξέρουν ποιος είµαι, ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα µου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά µου δεν το είπα ακόµα.

Ντρέποµαι γι' αυτό που ήµουν, γι' αυτό που έκανα. Στη θέση µου θα µπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήµουν άλλωστε. Δε µε απαλλάσσει όµως αυτό. Μέχρι που µπήκα µέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής µου.

Είχαν µεγάλη ψυχή. Ήταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόηµα, αλλά θα ήθελα να τους πω µια µεγάλη συγνώµη…//

[Α. Σκευοφύλαξ, οδηγός του τανκ που παραβίασε την καγκελόπορτα του Πολυτεχνείου 
Βήμα Reportage, 9 Νοεμ. 2003, έρευνα Κώστα Χατζίδη]


//…Όταν μετά την δικτατορία αποφυλακίστηκα, δούλευα σε μια επιχείρηση. Κάποιος με ζητούσε επίμονα. Τον κοιτώ, με κοιτά ήταν ένας από τους βασανιστές μου στην ασφάλεια.
«Τι συμβαίνει; Πως από εδώ;» ρωτώ.
«Ρε συ Χρόνη να, ..ντρέπομαι κιόλας, αλλά έχω ένα γιο, και δεν έχει δουλειά. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;;. "

Πιάσαμε την κουβέντα. Μετά πήγαμε στη «Σμαρώ», ένα ουζερί στην Καισαριανή, τα ήπιαμε και κλαίγαμε και οι δυο. Κοίτα να δεις. Όταν είσαι επαναστάτης και μάλιστα ρομαντικός, για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα από αυτή τη κρεατομηχανή που σε περνά η εξουσία, πρέπει να φυλάξεις τον πολιτισμό και την αξιοπρέπειά σου, σαν το ακριβότερο άρωμα. Να μην πέσεις στο επίπεδό τους. Μόνον αυτό σε σώζει σαν άνθρωπο. Αυτό είναι που σε κάνει άνθρωπο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση. Αυτός είναι ο πολιτισμός. Αν βγαίναμε από τα πηγάδια που μας είχαν ρίξει, φορτωμένοι με χειροβομβίδες και μαχαίρια θα ήμαστε μια από τα ίδια… [...]

Στη φυλακή με τους συγκρατούμενους μου λέγαμε, σαν παιχνίδι, τι δουλειά θα κάναμε στο μέλλον.
«Χρονάρα εσύ τι θα κάνεις;» ρωτούσαν.
«Ενωματάρχης στην ασφάλεια», απαντούσα.

Κι αυτοί νόμιζαν ότι έτσι, εγώ θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Αλλά δεν το έλεγα με αυτό το σκοπό. Ήθελα να παρηγορώ τις μανάδες για τα παιδιά τους, που ήταν μέσα. Φανταζόμουνα τι τράβαγε η μάνα μου, που μου έφερνε κάθε μέρα καθαρά ρούχα για να παίρνει τα ματωμένα, ώστε να καταλαβαίνει κάθε πότε με βασανίζουν... //


Στις 20 Νοέμβρη συμπληρώνονται τρία χρόνια απ’ τον θάνατο του Χρόνη.
Για όσους εντρύφησαν στις σελίδες των βιβλίων του, ξέρουν πως δεν του αρμόζουν μνημόσυνα και τελετές. Στη μνήμη του Χρόνη αλλά και σ’ όλων των ανθρώπων που αφανίστηκαν απ’ τη ζωή, πιστοί όμως στις αξίες τους ως την ύστατη στιγμή, οφείλουμε ν’ ανοίξουμε επιτέλους τις διαθήκες που μας άφησαν. Ίσως και να βρούμε όλες τις απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που μας βασανίζουν. Ο Χρόνης άλλωστε, είχε μιλήσει πολλά χρόνια πριν, γι αυτά που βιώνουμε σήμερα…

//Βλέπω συνέχεια τους πάντες να δηλώνουν ότι είναι εναντίον της τρομοκρατίας κι αυτό είναι σωστό και καλό. Οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο ρωτήσεις, «Ρε σύ, σου αρέσει να πάει ένας να βάλει μία βόμβα σε ένα τρένο και να σκοτωθούν εκατό άνθρωποι;» Θα σου πει «όχι». Είμαστε λοιπόν εναντίον της τρομοκρατίας. Τι είναι όμως η τρομοκρατία; Είναι μία μορφή βίας μη ελεγχόμενη από την κυρίαρχη εξουσία. Και βρισκόμαστε μπροστά στο παράλογο φαινόμενο. Ένα παιδάκι το οποίο ντύνεται με δυναμίτιδα και πάει να σκοτωθεί διατρανώνοντας την απελπισία του ή την σχιζοφρένειά του με τον Αλλάχ και λοιπά, δικό του πρόβλημα είναι, θεωρείται τρομοκράτης. Κι ένας πιλότος βομβαρδιστικού ο οποίος βομβαρδίζει σχολειά, νοσοκομεία, παιδιά, πρόσφυγες στο δρόμο και λοιπά και λοιπά, παρασημοφορείται ως ήρωας. Δεν είναι σχιζοφρενές αυτό;

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε και πού φαίνεται η υποκρισία τους; Γιατί, ρε κερατάδες, δεν δηλώνετε ότι είστε εναντίον της βίας. Βία είναι και η μια, βία είναι και η άλλη. Η μία είναι θεσμοθετημένη, η άλλη όχι. Ας συνεννοηθούμε. Γιατί δεν δηλώνουμε ότι είμαστε εναντίον της βίας; Γιατί τότε θα ξετυλίγαμε το κουβάρι της υποκρισίας και θα φτάναμε κάπου στην αλήθεια. Στο τι κοινωνία ζούμε, σε τι κόσμο ζούμε και πού οφείλονται αυτά τα πράγματα. 
Τώρα επιστρέφουμε στο παρελθόν …//


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Λουστρίνια νούμερο 37

4ο Παιχνίδι Λέξεων


«Το καστόρινο μποτίνι σε 39… και τη γόβα πίσω… και τη μπαλαρίνα με το σουέτ φιογκάκι… τα δοκιμάζω και θα δω ποιο θα πάρω».
Το κλασσικό παραμύθι : «Η αναποφάσιστη σαρανταποδαρούσα». Τίποτα δεν πήρε. Είχε χρόνο για σκότωμα. Μόλις τηλεφώνησε η κολλητή της, έφυγε δρασκελίζοντας ανοιγμένα κουτιά και  διάσπαρτα παπούτσια. Επιστρέφω στα κουτιά τους τα μποτίνια νούμερο 39, τις δωδεκάποντες νούμερο 40 -το 39 την χτύπαγε στο κότσι- και τις μπαλαρίνες με το σουέτ φιογκάκι. Μου φάνηκαν μελαγχολικές, μετά την οδυνηρή δοκιμασία τους στα πόδια της κυρίας με το κότσι. Σάμπως να τις άκουσα ν’ αναστενάζουν «Βάρκες μας έκανε η μαντάμ!»…

Ανεβαίνοντας στο πατάρι, ακούω για εκατομμυριοστή ίσως φορά, τον ήχο του τριξίματος απ’ την πετσικαρισμένη σκάλα. Θαρρώ πως γερνάμε μαζί. Όταν πρωτόπιασα  δουλειά στο πρατήριο υποδημάτων «Το Μιλάνο», ήταν μια κομψή στριφογυριστή σκάλα, που χαιρόσουν να την ανεβοκατεβαίνεις. Τακτοποιώ τα κουτιά στα ράφια τους. Στην κορυφή τα 36άρια… τεντώνομαι κι η μέση μου κάνει συγχορδία στη σκάλα του Μιλάνου. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, πάντα ταξινομούσα δεδομένα στη ζωή μου. Μάλλον ήταν το πεπρωμένο μου να γίνω πωλήτρια παπουτσιών. Και το βράδυ σπίτι, συνεχίζω να τακτοποιώ για να διατηρώ το τέμπο μου. Τα παιχνίδια στο δωμάτιο του Πετράκη, τα βιβλία της Ρηνούλας, τα άπλυτα του Τάσου. Τα σώβρακα στους 90 βαθμούς… τις κάλτσες στη συρταριέρα… την γκόμενα του Τάσου στο πατάρι του μυαλού μου… ψηλά, μαζί με τα 36άρια...  «Ματίνα κατέβα! Πελάτισσα»…

Με λένε Ματίνα και φοράω το νούμερο 37. Οι καλύτερες αναμνήσεις μου είναι ως το νούμερο 35, κάπου στην εφηβεία μου. Λουστρινένια παπούτσια, σχολείο, βιβλία κι ένα σύντομο πέρασμα απ’ το δάσος της ξεγνοιασιάς, πριν φανεί ο κακός λύκος. Ο έσχατος ηρωικός αντιπερισπασμός της καλής μου μοίρας, στα άβολα παπούτσια που μου κράταγε ρεζερβέ η ζωή για τα επόμενα χρόνια.  Μαζί με τη μάνα μου, έθαψα τη σχολική ποδιά και τα λουστρινάκια μου. Πήγα τροχάδην στις νυφικές γόβες, νούμερο 38. Ευγενώς δανειοδοτημένες απ’ την ξαδέρφη Γιωργία. Έπλεαν τα πόδια μου, αλλά «M’ αυτούς τους πάτους, ποιος θα το καταλάβει;». Κανείς δεν κατάλαβε πως εκείνο το βράδυ δεν έκλαιγα από συγκίνηση, μα για το θεόρατο νούμερο ζωής που μου διαλέξανε.

Ο Τάσος φορούσε 43. Μολύβι το πόδι του. Το διαπίστωσα μόλις επιστρέψαμε απ’ το ταξίδι του μέλιτος. Πέντε μέρες στο πατρικό του, στους εξωτικούς Γαργαλιάνους. Τότε κατάλαβα πως το 37, δεν ζευγαρώνει επ’ουδενί με το 43. Νόμος της υποδηματοποιίας. Η τροχιά που διαγράφει μια κλωτσιά του 43, είναι απείρως μεγαλύτερη απ’ το ισχνό διάνυσμα του 37. «Με λίγο μολυβόνερο, ποιος θα το καταλάβει;»

Στο χαμηλοτάβανο παταράκι του Μιλάνου, έχω κρυμμένο ένα κουτί με τ’ αγαπημένα μου λουστρίνια, νούμερο 37. Με περίμεναν υπομονετικά να τακτοποιήσω όλα τα κουτιά στη θέση τους και να το σκάσουμε παρέα. Το αφεντικό γέρασε, το Μιλάνο κλείνει, ο Πετράκης φοράει πια νούμερο 44 και η Ρηνούλα 39. Ο Τάσος φοράει παντόφλες κι η γκόμενα του Τάσου παντρεύτηκε έναν βιομήχανο, πολλά νούμερα μεγαλύτερό της.
Απόψε φοράω τα λουστρίνια μου και ξαναμένω ορφανή. Χρωστάω σ’ ένα νούμερο που δεν το φόρεσα ποτέ. Το 36.

Tα λουστρίνια της Ματίνας περπάτησαν στο 4ο Παιχνίδι Λέξεων συντροφιά με υπέροχους συνοδοιπόρους - περιπατητές.
Η Μαρία άνοιξε και πάλι τις φιλόξενες πόρτες της και μας κέρασε άπλα, συγκινήσεις και χαμόγελα.
Στη μικρή της γκαλερί (μπλογκ το λέει εκείνη), μοιραστήκαμε τις συμμετοχές μας και περάσαμε αξέχαστες στιγμές.
Εύχομαι καλές περπατησιές στα παπούτσια μας κι ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου για την τιμή που μου κάνατε!

Σαν υστερόγραφο να θυμίσω πως το Παιχνίδι αυτό ήταν μια ιδέα της Φλώρας, η οποία και το φιλεξενούσε αρχικά στο χώρο της Τexnistories.
Χάρη στην Μαρία, συνεχίστηκε κι έγινε θεσμός.
Μακάρι να μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε τα πολύτιμα κομμάτια του και να κάναμε μια συλλογική έκδοση.
Ποτέ δεν ξέρεις...

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Λόλα, να ένα δάσος!


«Και δε μου λες ρε Κώστα, εσύ είσαι σίγουρος ότι στο υπουργείο σου δεν σε κλέβουν;»
«Eεε… μάλλον…»
«Και πώς τους ελέγχεις δηλαδή;»
«Eλέγχω τα έξοδα, τις αποδείξεις…»
«Χα!... ελέγχει τις αποδείξεις λέει… για ρίξε μια ματιά εδώ ρε Κώστα…»
«Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ζάκαρης Εμμανουήλ του Γρηγορίου, ιργάσθην εις το μαιευτήριον Πλατανιάς 16 μεροκάματα… χαχα, το ηργάσθην το έχει με γιώτα…»
«Κι επειδή το’χει με γιώτα λες να κουράστηκε λιγότερο; Για διάβασε παρακάτω…»

Ο διάλογος απ’ την επική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Υπάρχει και φιλότιμο». Ο υπουργός Ανδρέας Μαυρογιαλούρος (Λάμπρος Κωνσταντάρας), τη στιγμή που αποκαλύπτει στον φίλο του υπουργό (Γιώργο Γαβριηλίδη), τις ρεμούλες που γινόντουσαν στο χωριό της Πλατανιάς, απ’ τον τοπικό κομματάρχη Γκρούεζα. Ο συμπαθέστατος λοιπόν φίλος του, απ’ την επιστολή καταγγελίας που είχε μπροστά του, εντόπισε με ύφος ακαδημαϊκού που διορθώνει γραπτό φοιτητή του, μόνον το ορθογραφικό λάθος του καταγγέλλοντα. Το γιώτα!
«Χαιρέτα μου τον πλάτανο!... ε, την Πλατανιά ήθελα να πω!»


Είναι φορές που νιώθω πως έχουμε πάθει απόσπαση προσοχής. Υπερεκτιμούμε το διαδίκτυο, τα σχόλια, τις αναρτήσεις, τα παιχνίδια που σκαρώνουμε για να έχουμε το μυαλό μας σε εγρήγορση, αλλά και για να διατηρούμε την παρεϊστικη διάθεση και τον αυθορμητισμό μας. Κουράστηκα να διαβάζω τσιτάτα και υποδείξεις για το πώς γράφεται το «ηργάσθην». Και δεν μου καίγεται καρφί για το λάθος φωνήεν. Όχι από έλλειψη σεβασμού στην ορθογραφία. Μα γιατί θεωρώ πιο σημαντικό το “δάσος”. Την καταγγελία του γράφοντα. Αυτό που ένιωθε όσο έγραφε το πόνημά του. Ακούω τη φωνή του, αφουγκράζομαι τη διάθεσή του, ιχνηλατώ τα σημάδια που αφήνει πίσω απ’ τις λέξεις του. Η διόρθωση με το κόκκινο στυλό και η κακή αξιολόγηση, με παραπέμπει στα σχολικά μου χρόνια. Και ήταν ελάχιστα αυτά που έμαθα απ’ τους επικριτικούς δασκάλους, που με διόρθωναν με τεντωμένο τον δείκτη. Η γνώση κατακτήθηκε απ’ αυτούς που με παρότρυναν να σκέφτομαι και να γράφω. Κι ας έκανα λάθη.  Γιατί οι πιο σημαντικοί δάσκαλοι, δεν είναι  αυτοί που αυτοπροσδιορίζοντανται ως γνώστες. Είναι αυτοί που εκπέμπουν φως, που είναι ρευστοί και ανεκτικοί στα λάθος φωνήεντα. Που δεν διδάσκουν από ματαιοδοξία και έπαρση, αλλά από ειλικρινή διάθεση να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις τους και να μοιραστούν την εμπειρία τους. Ταπεινά και αθόρυβα.


Άλλωστε δεν συνυπάρχουμε σε φιλολογικό φόρουμ και δεν κληθήκαμε από κανέναν να προσφέρουμε υπηρεσίες διόρθωσης κειμένου. Εννοείται πως αν θέλουμε να ικανοποιήσουμε το αναγνωστικό μας ντέρτι σε κείμενα διορθωμένα και αψεγάδιαστα (αυτό με επιφύλαξη), θα μελετήσουμε βιβλία και επαγγελματίες συγγραφείς. Εδώ μάνα μου είμαστε μια μικρή γειτονιά. Χορτάσαμε από πολιτική αλητεία, αδιέξοδα, άγχη, κατάθλιψη, επιθετικότητα και ειρωνεία. Ένθεν και ένθεν. Ας κρατήσουμε τουλάχιστον τη γειτονιά μας καθαρή. Ας δείξουμε τον πολιτισμό μας, στην οθόνη μας.

Κι αντί για like και τσαχπινιές στο ίντερνετ, ας κρατάμε ζωντανά μέσα μας τα λόγια των μεγάλων μας δασκάλων (για όσους αληθινά τους έχουν διαβάσει):

«[…] δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια-ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε ένας μαθητής, χλωμός κοκκινομάλλης, που’ χε έρθει εφέτο στο χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο : - Σώπα δάσκαλε, φώναξε, σώπα δάσκαλε ν’ ακούσουμε το πουλί!»

Νίκος Καζαντζάκης - Αναφορά στον Γκρέκο

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

11.00 – 7.00 [Ιστορίες της νύχτας]


-         Τελειώνει ο ορός, σύρε Χριστιανή μου να φέρεις μια μπουκάλα!
-         Να βάλω τη ρόμπα μου πρώτα κυρία Ελένη… πω-πω απ’ τα μούτρα μ’ έπιασες ακόμα δεν ήρθα.
-         Άργησες.  Έντεκα και δέκα πήγε η ώρα. Ανεπρόκοπη είσαι Μπέλλα!
-         Έντεκα παρά πέντε είναι κυρία Ελένη. Έλα, ώρα για το μπανάκι μας…
-         Να μ’ αλλάξεις και κιλότα. Αύριο θα περάσει ο γιατρός να δει την καισαρική μου. Το μωρό; Πού είναι το μωρό μου; Δεν μου το φέρανε από ψες να το ταϊσω. Άμε να τους πεις να το φέρουνε κοντά μου απόψε. Να κοιμηθούμε αγκαλιά…
-         Σσσς… μη φωνάζεις κυρία Ελένη.  Θα ξυπνήσουμε την κυρία Θεώνη δίπλα. Έλα, στηρίξου πάνω μου και σήκωσέ μου τον ποπό σου… μπράβο το κορίτσι μου! Γύρνα λίγο στο πλάϊ… έτσι μπράβο! Να βάλουμε λίγο ταλκ στην κατάκλιση κι είσαι έτοιμη για νάνι.
-         Θα μου πεις ένα νανούρισμα ν’ αποκοιμηθώ; Άντε γεια σου! Πες μου κάτι απ’ τον τόπο σου.
-         Πάω να πλύνω την πάπια κι έρχομαι. Σκεπάσου κυρία Ελένη, κάνει ψύχρα απόψε.
-         Να μου βάλεις και κολόνια λεμόνι κόρη μου… και να με σταυρώσεις να καλοξημερώσω!
-         Σκεπάσου κυρία Ελένη…

“Έχει δέκατα πάλι. Και το χρώμα της δεν είναι καλό. Μπορείτε να έρθετε λίγο να την δείτε; Δεν έχω καλό προαίσθημα… Επιτέλους, μάνα σας είναι! Αν συμβεί κάτι… όχι δεν σας πιέζω κυρία μου… Φυσικά και δεν με πληρώνετε για να μιλάω στα τηλέφωνα… Κατάλαβα, αφήστε το. Καληνύχτα κυρία Νάνσυ!

-         Μπέλλα… άπλωσε τα πόδια σου εδωνά στην άκρη του κρεββατιού. Βαλ’τα κάτω απ’ τα σκεπάσματα να τα ξεκουράσεις λίγο. Κλείσε τα μάτια σου, άμα θέλω τίποτις θα σε σκουντήξω…
-         Είσαι ζεστή κυρία Ελένη. Έλα να βάλουμε το θερμάμετρο.
-         Θερμόμετρο το λένε βρε χαζούλα… ακόμα δεν έμαθες να μιλάς σωστά;
-         Έχεις δέκατα, πάω να φέρω ένα αντιπειρατικό.
-         Ξεπίτηδες το κάνεις. Για να γελάσω ε;
-         Σήκωσε λίγο το κεφαλάκι σου.. έλα ρούφα απ’ το καλαμάκι. Μπράβο το κορίτσι μου!
-         Αχ να χαρείς, σβήσε τη λάμπα! Έλα, ίσιωσε λίγο τα πόδια σου να ξεπρηστούν. Τι ώρα είναι;
-         Κοντεύουν μεσάνυχτα. Κοιμήσου κυρία Ελένη. Κοιμήσου…
-         Έχεις κι εσύ την κόρη σου στα ξένα; Τήνε βλέπεις καθόλου;
-         Eγώ έχω ένα μικρό αγοράκι... μωρό το άφησα στη μάνα μου, για να’ρθω να δουλέψω στην Ελλάδα... κι ακόμα παλεύω να μαζέψω χρήματα και  να φτιάξω τα χαρτιά μας... να τους φέρω  εδώ... να’μαστε όλοι μαζί... άστα κυρά Ελένη… Να δω αν είσαι ζεστή… μπα, δροσέρεψε το μέτωπό σου. Κοιμήσου τώρα. Το ξενυχτήσαμε απόψε κι έχουμε πρωινό ξύπνημα αύριο. Θα’ρθει κι ο σπαθολόγος να μας δει ε;
-         Αχ σε καλό να μας βγουν!... και δεν μπορώ και να γελώ απ’ τους πόνους.
-         Πονάς κυρία Ελένη;
-         Εσύ δεν πονάς κόρη μου; Το ίδιο καρφί έχουμε… Τον ίδιο πόνο. Καληνύχτα κόρη μου!

Κοιμήσου μες στην κούνια σου, μες στ’ άσπρα τα πανιά σου,
κι η Παναγιά η Δέσποινα θα είναι συντροφιά σου.
Καληνύχτα κυρία Ελένη…



Λίγο πριν τη λήξη της βάρδιας, η κυρία Ελένη τύλιξε για τελευταία φορά τα σκελετωμένα της δάχτυλα στον καρπό της Μπέλλας. “Να’χεις την ευχή μου κορίτσι μου”... σ’ αυτόν τον αναστεναγμό λευτερώθηκε η ψυχή της κι η Μπέλλα, όση ώρα σκέπαζε το πρόσωπό της με το λευκό σεντόνι, αναρωτιόταν για το ποια ήταν η παραλήπτρια της ευχής.
Είχε ήδη ξημερώσει όταν τηλεφώνησε στο πρακτορείο, για να τους ενημερώσει πως έμεινε δίχως δουλειά. Κι ύστερα στην κυρία Νάνσυ, επιστρατεύοντας την πιο υπηρεσιακή της φωνή. Αισθάνθηκε πως της ανέτρεψε το πρόγραμμα της μέρας και πως -ίσως- θα έπρεπε να αναβάλλει κάτι, για να επικοινωνήσει με το γραφείο τελετών που παρέλαβε το σώμα της μητέρας της.

Τέλος, μάζεψε τα λιγοστά πράγματα της κυρίας Ελένης σε μια νάϋλον σακούλα και άκουσε με ανακούφιση πως ήταν παντελώς άχρηστα στην κόρη της. Κράτησε τη μυρωδιά και τα τελευταία της λόγια, μαζί με τη ρόμπα της, την ξύλινη εικονίτσα που είχε κρεμασμένη στο κεφαλάρι, το μαύρο κομποσκοίνι που δεν έβγαλε ποτέ απ’ τον καρπό της, και το οβάλ μπουκαλάκι με την κολόνια λεμόνι.
Και συνέχισε το «αποκλειστικό» της, όταν γύρισε κατάκοπη στο μικρό της δωμάτιο. Την έκλαψε με λυγμούς. Σαν να θρηνούσε την απουσία της μάνας της.


Πηγή φωτογραφιών: