Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Πετάγομαι πάνω

Να’ μαι κι εγώ… καλώς σας βρήκα!...Δεν άργησα πολύ ε; Έχασα το δρόμο μου και μπλέχτηκα στα στενά. Τι έχουμε απόψε;… Α!... τσιπουράκι και γαύρο μαρινάτο!...  Μισό να πεταχτώ να βρω την παλιά κασέτα του Στέλιου. Να το κάψουμε απόψε! Το σύμπαν!  
«Στην υγειά μας και να πεθάνει ο φόβος!». 
Κι ύστερα να βάλουμε τον Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου, ν’ ανταλλάξουμε στίχους και ματιές και φιλιά και χτυπήματα στην πλάτη. 

Να τσουγκρίσουμε ποτήρια και να ματώσουμε με τον  «Αύγουστο» του Νικόλα. 

   Κι αν είναι να κλάψουμε, ας το κάνουμε τραγουδώντας την «Καντάτα για τη Μακρόνησο».


Να ξαναστήσουμε Κυριακάτικα τραπέζια, με λινά τραπεζομάντηλα και μυρωδιές ψητού. Να περιμένει η μάνα μας στην ορθάνοιχτη αυλόπορτα και τα μάγουλα των παιδιών να τα γδέρνει η αλισάχνη κι οι φανέλες τους να μυρίζουν  ιδρώτα απ’ το παιχνίδι. Να μου κόβεις βουκαμβίλιες απ’ το ενετικό πηγάδι και να στολίζεις τα μαλλιά μου στο φεγγαρόφωτο. Να διαβάζουμε βιβλία και να λιώνουμε τις νύχτες σε ξύλινα τραπέζια, με ρακές, αναλύσεις και πειράγματα. Να μου αγγίζεις κρυφά το χέρι κάτω απ’ το καρό τραπεζομάντηλο. Να ερωτευόμαστε το φιλότιμο, την καθαρή ματιά, το στητό περπάτημα, τη μαγκιά του πονεμένου που σφίγγει τα δόντια, να γινόμαστε ένα μικρό σύμπαν, μια ατσαλένια γροθιά. Να γινόμαστε «ένα»!


Όχι μωρέ, δεν είναι η νοσταλγία που μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Στ’ αλήθεια είμαι εδώ κοντά σας. «Πώς ήρθα;»…  Από μια χαραμάδα του χρόνου τρύπωσα κι άλλαξα διάσταση. Αντί για το τέρμα, ξαναγύρισα πίσω, στην εποχή της αφετηρίας. Είχα και μια παλιά φωτογραφία, κειμήλιο του συγχωρεμένου του παππού μου. Την πήρα μαζί μου για χάρτη, στην πορεία μου προς το «Κάποτε».  Τότε που γρατζούναγε το μπουλγαρί με τον Φουσταλιέρη και σηκωνόταν ο πατέρας, με τα χέρια ανοιγμένα σαν το Χριστό πάνω στο Σταυρό του.  Κι έφερνε τις βόλτες του και δάκρυζαν τα βυζαντινά του μάτια  απ’ την κατάνυξη της στιγμής… «…Όσο βαρούν τα σίδερα…». Και γινόταν αγρίμι η ψυχή κι άνοιγε ο νους διάπλατα, έβρισκε διέξοδο ο πόνος και γινόταν πείσμα και λυσσαλέα ανυπακοή στον καταχτητή. Εκεί, στο μικρό αυτοσχέδιο θυσιαστήριο που στήνανε τα βράδια, με όπλο τους τη γνώση και το σεβασμό της ζωής, σκοτώνανε το θάνατο,  σε μικρούς πύρινους κύκλους από παρέες. Απελπιστικά ερωτεύσιμοι ήρωες, παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν και έντιμοι με την ιστορία που αφήνανε πίσω τους.

Να κάτσω μαζί σας; Να χωθώ σ’ αυτή τη γωνίτσα της φωτογραφίας;  Στη σχισμή μιας ανάμνησης;  Στην αντίστροφη διαδρομή του λεπτοδείκτη;  Να κλέψω λίγη δόξα, λίγο απ’ το λούστρο της γενιάς σας; Κι αν είναι να επιστρέψω στο «Τώρα», να μου έχετε έτοιμο ένα αυτοσχέδιο αερόστατο. Κι όταν ζορίζομαι πολύ, ν’ ανηφορίζω το βλέμμα μου σε σας, να νιώθω τα φτερουγίσματά σας, να μη λογαριάζω τις ουράνιες αποστάσεις, να καβαλάω το χρόνο και να σας έρχομαι επίσκεψη.  Έχω ανάγκη από ένα μεταφυσικό φάρο, εδώ που με ξέβρασε ο χρόνος.  Στην άκρη του Πουθενά και στην εποχή του Τίποτα.

Να θυμάμαι την ιστορία μου, για να μπορώ να τη συνεχίσω…

Βασισμένο σε μια ιδέα της Ελένης απ' το Καρυδότσουφλο για ένα μουσικό ταξίδι στις μουσικές που αγαπήσαμε.
Το κείμενο είχε πάρει παλαιότερα μέρος στο παιχνίδι λέξεων στο ΤEXNIS STORIES της  aγαπημένης μας Φλώρας.
Καλή συνέχεια στις μουσικές μας περιπλανήσεις!

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Καράβι συστημένο μέσω ΕΛ.ΤΑ.

Τραβάω ένα νούμερο απ’ το μηχάνημα που ξερνάει χαρτάκια στο ταχυδρομείο.
Περιμένω τη σειρά μου, παρατηρώντας τα πακέτα στα απέναντι ράφια που περιμένουν κι αυτά με τη σειρά τους, τους παραλήπτες τους.
Κρατάω σφιχτά το μαγικό χαρτάκι που κατέφτασε στα χέρια μου, αφού έκανε μια μίνι περιοδεία στη βόρεια Ελλάδα.
Η ειδοποίηση «Έχεις πακέτο» έφτασε στον πολύπαθο προορισμό της, αφού προηγουμένως ταξίδεψε στην όμορφη συμπρωτεύουσα, σε άλλη παραλήπτρια που προφανώς θα πήρε τη δικιά μου ειδοποίηση (?) Κομφούζιο!.... έχω την υποψία πως η αποστολέας μέχρι τη Νικολούλη θα κατέφευγε, προκειμένου να βρει το χαμένο ειδοποιητήριό μου…

 Με δυναμική παρέμβαση λοιπόν του πανίσχυρου Βιμ, η κατάσταση διαλευκάνθηκε και οι ειδοποιήσεις βρήκαν τις σωστές παραλήπτριες.
Δεν θα είχα καταλάβει τις διαστάσεις που πήρε το ζήτημα, αν δεν με κοίταζε έντονα η υπάλληλος του ταχυδρομείου μόλις είδε την ειδοποίηση.
«Εσείς είστε λοιπόν η παραλήπτρια;»
«Περιμένατε κάποιαν άλλη;»
«Χαμός έγινε γι αυτό το πακέτο... Το έστειλαν κατά λάθος Θεσσαλονίκη και...»
Μου λέει τον πόνο της, της λέω το δικό μου πως «...είχαμε ξεροσταλιάσει τόσες μέρες να περιμένουμε!...», και φεύγω με το φάκελλο-υπερπαραγωγή της Αριστέας υπό μάλης.

Στη διαδρομή προς τη δουλειά, δεν κρατιέμαι και κάνω μια πρόχειρη στάση για ν’ ανοίξω το πακέτο.
Δεν έχω υπολογίσει η αφελής, πως είναι πιο απλό ν’ απασφαλίσεις μια βόμβα,  παρά ν’ ανοίξεις πακέτο τυλιγμένο απ’ την Αριστέα.
Ξετυλίγω ίσαμε μια καλούμπα σπάγκο, αλλά διαπιστώνω πως για ν’ ανοίξω μια δίοδο στις κολλητικές ταινίες και στα χαρτιά περιτυλίγματος, πιθανόν να χρειαστώ δισκοπρίονο.

Στο ράδιο παίζει ένα αγαπημένο του Μάνου.
Βρίσκω πως εκφράζει απόλυτα αυτό που νιώθω και συγκινούμαι απ’ αυτή την απροσδόκητη συγκυρία.

Στο κάθισμα του συνοδηγού, είναι απλωμένη η μικρή μου περιουσία:
* ένα σαπούνι ντεκουπαρισμένο, συσκευασμένο σαν καραμέλα,  σε διαφανές σελοφάν με κορδέλες στο πλάι...
* και μια κάρτα/σελιδοδείκτης με ντεκουπάζ στις ίδιες αποχρώσεις με το δίσκο
* κι ένα κολλημένο σημείωμα στο εσωτερικό, με γραμματοσειρά “Iris’’
* κι ένας ξύλινος δίσκος σερβιρίσματος, με όλη την τέχνη και το μεράκι της…
Τι άλλο θέλει μια μέρα για να γίνει ξαφνικά μαγική;

 Είναι κι αυτή η "Κοινωνία ώρα αγάπης" που μας έχει βάλει για διαγώνισμα.
Που άμα δεν το κατέχεις το ντεκουπάζ, τι να ζωγραφίσεις πάνω στο σκαρί της;
Γιατί άντε και γράφεις δυο αράδες με συγκινητικά και ευχολόγια.
Η μηχανή δεν παίρνει μπροστά με τα λόγια.
Θέλει να τραβήξεις την άγκυρα και να κάνεις τα χέρια σου χωνιά:
“H ζωή είναι ωραία βρε ρεμάλια!... μην τη χαραμίζετε στα ρηχά!”
Κι εκεί μέσα στην κίνηση της λεωφόρου, με το ημερήσιο δρομολόγιο προκαθορισμένο και απελπιστικά προβλέψιμο,
ένα λευκό πανί υψώθηκε κι έγινε το χιουντάι, μικρό καράβι!
Γιατί αυτό είναι το καύσιμο της αγάπης.
Κάποιος να σε νοιάζεται,
να βουτήξει τα χέρια του στις μπογιές και στα διαλυτικά για να σε πάει ξαφνικά βαρκάδα στο ρεύμα προς Αμπελόκηπους.

Τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια.
Αριστέα, δικό σου!

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Α+Τ=love

[Παίζοντας με τις λέξεις #8]


Χτύπησε το κουδούνι. Άντε, πάμε έξω στο προαύλιο να παίξουμε. Θα’ρθει κι η μάνα να σου περάσει ζεστό τυρόψωμο απ’ τα κάγκελα. Θα φοράς μπλε ποδιά Λάουρα με λευκό πικεδένιο γιακαδάκι και στην ώρα των καλλιτεχνικών, θα σκαλίσεις μια καρδιά κι ένα βέλος να τη λογχίζει, πάνω στο θρανίο  του Τάκη. Στις ράχες των βιβλίων και στα ενδότερα των τετραδίων σου, θα ζωγραφίσεις με το λευκό πάρκερ τον κωδικό πρόσβασης στον πρώτο σου έρωτα: Α+Τ=love. Στην ώρα του Ομήρου θ’ ανατριχιάσεις και δεν θα ξέρεις αν είναι απ’ το διαπεραστικό βλέμμα του Τάκη ή απ’ τον ήχο της κιμωλίας που τρίζει στο μαυροπίνακα. Θα αντιγράψεις πολυσέλιδα κατεβατά απ’ τη Δομή, εκατό δραχμές η δόση, για το χατίρι σου όμως χαλάλι η σπατάλη αυτή, να έχεις ένα εφόδιο στη ζωή σου, στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης, να την ξεσκονίζεις και να την αποστηθίζεις ανελλιπώς. Με την ατυχία που σε δέρνει, ο μαυροπίνακας, η ποδιά Λάουρα και η Δομή, θα αποσυρθούν άμα τη αποφοιτήσει σου. Το σφουγγάρι θα κάνει το τελευταίο του δρομολόγιο πάνω στον πίνακα, σβήνοντας οριστικά τη χρονική αντικατάσταση του «είμαι», μαζί με τα καλλιγραφικά γράμματα της ανήλικης ζωής σου. Ο σχολικός ενεστώτας, έχει γίνει ήδη συντελεσμένος αόριστος.   

Χτύπησε το ξυπνητήρι. Έλα σήκω, άργησες πάλι. Είσαι ήδη κάτοχος ταυτότητας, φορολογικού μητρώου και κάρτας ανεργίας. Ανοίγεις τη σάκα σου και βρίσκεις μόνο κλειδιά, πορτοφόλι και κινητό. Η ανατριχίλα της κιμωλίας έχει φύγει δια παντός απ’ τη ζωή σου, μαζί με τον Τάκη και τα αναπάντεχα μητρικά τυρόψωμα στα διαλείμματα. Στον οικοδομικό ωκεανό της πόλης, σου αντιστοιχεί το γονεϊκό δυάρι στο Κουκάκι, με τη μυρωδιά του τυρόψωμου να έχει ποτίσει τις μελαμίνες της κουζίνας κι ένα μικρό μπαλκονάκι με ξεφτισμένες τέντες και κόκκινα γεράνια. Θα τα ξεδιψάς με το ίδιο τσίγκινο ποτιστήρι που πότιζε ο πατέρας και θα είσαι σίγουρη πως κάθεται ακόμα στην αγαπημένη του φερ-φορζέ, φύλακας άγγελος στα δύσκολα που θα’ρθουν. Στο ελάχιστο μερτικό ουρανού που θα σου αντιστοιχεί, θα βλέπεις το ίδιο φεγγάρι με τον σύγχρονο Τάκη των εφηβικών σου χρόνων. Μεσοτοιχία οι ζωές σας… «Δυο μισοφέγγαρα φτιάχνουν ένα ολόκληρο», θα σου ψιθυρίσει ένα αυγουστιάτικο βράδυ. Θα ενώσετε τα γεράνια και τους φόβους σας και θα στήσετε ένα παλάτι με φτηνά έπιπλα και τεντζερικά, αλλά έντιμα βλέμματα αφοσίωσης και αγάπης.

Στον εξακολουθητικό μέλλοντα της ζωής σου, θα συχνάζεις όλο και πιο συχνά στη σχολική αίθουσα, θα προσπαθείς να ανακαλέσεις τον ήχο της κιμωλίας, τη μυρωδιά των φαγητών  και τις στοίβες με τις Μανίνες και τις σούπερ Κατερίνες. Θα ενθουσιαστείς όταν ανακαλύψεις δύο ξεθωριασμένους τόμους της Δομής στο παλιατζίδικο και θα τους ξεφυλλίσεις με αγωνία μήπως κι έχουν ακόμα χαραγμένα τα αρχικά Α+Τ=love  στις μέσα σελίδες τους. Θα ξαναγράψεις στο πιο ψηλό σημείο του μαυροπίνακα με καλλιγραφικά γράμματα, τη χρονική αντικατάσταση του «είμαι».
  
«Είμαι – ήμουν - θα είμαι».
«Μάνα – κόρη – σύντροφος και φύλακας άγγελος».

Ένα παιδικό χεράκι θα σε τραβάει να πάτε έξω για παιχνίδι. Θα της μάθεις να ποτίζει τα γεράνια και να εμπιστεύεται τα αυγουστιάτικα φεγγάρια. 

Συμμετείχε στον όγδοο κύκλο του «Παίζοντας με τις λέξεις», στον ιστοχώρο της Μαρίας. Την ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου που άνοιξε για άλλη μια φορά διάπλατα την πόρτα της και μας φιλοξένησε με αγάπη και φροντίδα. Όπως και όλη την παρέα μας που έγραψε, διάβασε και μοιράστηκε σκέψεις και συναισθήματα.

[Η φωτογραφία της ανάρτησης απ' το διαδίκτυο]