Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η χαμένη σαγιονάρα και η αυλαία ενός καλοκαιριού

Εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα, πήραμε φιρμάνι για έκτακτη σύνοδο κορυφής. Tο ραντεβού μας ήταν στο ασβεστωμένο ταρατσάκι του Στράτου, στο πιο υπερυψωμένο σημείο της γειτονιάς. Το λέγαμε συνθηματικά και «Μικρή Επίδαυρο» γιατί εκεί δίναμε κάτι θεατρικές παραστάσεις της συμφοράς, για να κάνουμε το κέφι μας και να μαζέψουμε και κανένα γερό χαρτζιλίκι. Μόλις έκλειναν τα σχολεία, σκαρώναμε ένα πλαίσιο απ’ τα δοκάρια που περίσσευαν στο ξυλουργείο του θείου του και  ρίχναμε κι ένα αραχνοΰφαντο διπλοσέντονο για αυλαία. Με την καθοδήγηση του Γιάννου που είχε αναλάβει τη διανομή των ρόλων και τη σκηνοθεσία, κάναμε εντατικές πρόβες στα λόγια και παίζαμε από Τσιφόρο μέχρι αυτοσχέδια σκετσάκια επιθεώρησης. Οι εισπράξεις βέβαια σπάνια ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες μας, αφού οι περισσότεροι θεατρόφιλοι γείτονες, μας πλήρωναν σε είδος. Μπισκότα Παπαδοπούλου ανάμικτα στο τσίγκινο κουτί, παγωτό κασάτο ή σοροπιασμένο ρεβανί απ’ τα χέρια της κυρίας Δανάης, ένα κουτί νουαζέτες ή σοκολατάκια-μαργαρίτες, απ’ αυτά που υπήρχαν πάντα στις πορσελάνινες φοντανιέρες των σπιτιών μας. «Για τους αναπάντεχους επισκέπτες», έλεγε η μάνα. Ήταν τότε που υπήρχε ακόμα η καλή εκδοχή του αναπάντεχου. Κι οι φοντανιέρες φιλοξενούσαν σοκολατάκια, αντί για αποδείξεις και λογαριασμούς.

 Υπήρχαν βέβαια και οι μη θεατρόφιλοι γειτόνοι, που γκρίνιαζαν για τη φασαρία και απειλούσαν πως θα κουβαλήσουν τους χωροφυλάκους να μας μπουζουριάσουν για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Ο πιο σκληροπυρηνικός αντίπαλός μας ήταν ο κυρ-Αρίστος. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης που χήρεψε νέος κι απόμεινε μοναχός με τις ιδιοτροπίες και τ’ αλλοπρόσαλλα ξεσπάσματά του. Ένα βράδυ μάλιστα, την ώρα που κορυφωνόταν η παράσταση κι οι θεατές γελούσαν δυνατά με τις ατάκες του έργου, ο κυρ-Αρίστος τράβηξε τη μπαλαντέζα που φωταγωγούσε το ταρατσάκι και μας άφησε σύξυλους στο σκοτάδι. Ευτυχώς ήταν η πανσέληνος που φώτιζε σαν πολυέλαιος τη σκηνή, αλλά και η ετυμολογία του Ανέστη που έσωσε την παράσταση. Κι έτσι όπως ήταν σκυφτός πάνω απ’ το υποτιθέμενο πτώμα της Ελλάδας, σήκωσε τη ματιά του στον ουρανό κι αυτοσχεδίασε: «Ω, τι συμφορά! Η οργή του Δία μας βύθισε στα μαύρα σκοτάδια της κολάσεως!» Αποτελειώσαμε κακήν-κακώς την παράσταση και υποκλιθήκαμε στο κοινό μας αμήχανοι, αλλά και ανακουφισμένοι απ’ την απρόσμενη τροπή που πήρε ο επίλογος.

 Εκείνο το κάλεσμα του Στράτου, όλοι μας αντιληφθήκαμε πως δεν ήταν για καλό. Είχε κλείσει άδοξα κι η θεατρική σεζόν, μετά τον άγριο τσακωμό μας στο τελευταίο ντέρμπυ που παίξαμε στην αλάνα του καρβουνιάρικου και δεν υπήρχε καμιά διάθεση να στήσουμε ξανά θίασο. Ο Στράτος βέβαια ήταν ο πιο σεβαστός φίλος κι όσο κι αν είχαμε χωριστεί σε δύο ποδοσφαιρικά στρατόπεδα, παραμερίσαμε τα φαρμάκια μας κι ανταποκριθήκαμε σύσσωμοι στην πρόσκλησή του.

Σουρούπωνε γλυκά η μέρα, όταν καθίσαμε σιωπηλοί ο ένας πλάι στον άλλο, στο χαμηλό στηθαίο της ταράτσας με τους ασπρισμένους τσιμεντόλιθους και τους φορτωμένους με γαζίες και γιασεμιά γκαζοντενεκέδες.  Η μάνα του μας κέρασε παγωμένη λεμονάδα και φέτες ψωμιού με λάδι κι αλάτι και αποχώρησε, σέρνοντας δύσθυμα τις σαγιονάρες της ως τη σιδερένια σκάλα. Ο Στράτος στήθηκε στο κέντρο της ταράτσας, μπροστά απ’ το ξύλινο απομεινάρι που είχαμε για σκηνικό, με φόντο την απλωμένη μπουγάδα στα συρματόσχοινα και πέρασε τη ματιά του εξεταστικά απ’ όλους μας.

 Κρεμόντουσαν στον αέρα τα ποδάρια μας, όλα γρατζουνισμένα και πασαλειμμένα με βάμμα ιωδίου κι ανέμιζαν πέρα-δώθε με νευρικότητα μέχρι ν’ ακούσουμε το λόγο αυτής της σύναξης.

«Mάγκες την προσοχή σας! Έμαθα πως ο κυρ-Αρίστος είναι βαριά άρρωστος».

«Τι έχει δηλαδή;» ρώτησε ο μικρότερος της παρέας κι απ’ την ταραχή του, έπεσε η σαγιονάρα του στο μικρό ακάλυπτο πίσω απ’ το ταρατσάκι.
«Εσύ τράβα πιάσε το παντόφλι σου κι άσε εμάς τους μεγάλους να τα βρούμε... άντε τράβα, γιατί θα στ’ αρπάξει κανένα σκυλί και θα γυρνάς ξυπόλητος!»

Βεβαιώθηκε πως ο μικρός κατέβαινε τη σιδερένια σκάλα και γύρισε σοβαρός προς το μέρος μας.
«Ψήνεται στον πυρετό εδώ και μέρες και είναι ολομόναχος»…
«Έτσι όπως μας έψηνε τόσα χρόνια, ας ψηθεί κι αυτός να δει τη γλύκα!» αναφώνησε με άχτι ο Ανέστης, ψάχνοντας ανάμεσά μας να βρει υποστηρικτές.
Και να θέλαμε να τον σιγοντάρουμε στο εκδικητικό του κρεσέντο, ήταν η αυστηρή ματιά του Στράτου που μας κάρφωνε σαν ταβανόπροκα στο δόξα πατρί.

«Και το πάει η καρδιά σας βρε ρεμάλια να τον αφήσουμε αβοήθητο γέρο άνθρωπο;»
«Και τι να κάνουμε δηλαδή ρε Στρατή; Τις αδερφές νοσοκόμες;»
«Αντί να κοπροσκυλιάζουμε ολημερίς στην αλάνα, να κάνουμε βάρδιες και να πηγαίνουμε να του κρατάμε συντροφιά. Η μοναξιά τον ρήμαξε τον κυρ-Αρίστο… αν του σταθούμε τώρα που το έχει ανάγκη, μπορεί και να συνέλθει εντελώς».
«Ναι, και να μας αρχίσει πάλι τα καψόνια! Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται!...»
«Δεν θα σας παρακαλέσω κιόλας! Όποιος δέχεται, να σηκώσει το χέρι του εδώ και τώρα! Να ορίσουμε μια επιτροπή απόψε κι αύριο το πρωί να του πάμε πεσκέσι μια γαλατόπιτα που φτιάχνει η μάνα μου. Οι μεγάλοι θα συγυρίσουμε το σπίτι και θα ποτίσουμε το μποστάνι του, τα κορίτσια και οι μικρότεροι θα του κάνουν συντροφιά να ξελεγράρει ο άνθρωπος που μπάφιασε τόσες μέρες μοναχός. Τι λέτε;»

Ένα χεράκι υψώθηκε δειλά στους πίσω τσιμεντόλιθους, κάτω απ’ τα απλωμένα ασπρόρουχα  της κυρα-Βασιλικής. Ύστερα κι άλλο… κι άλλα, γέμισε η ταράτσα σηκωμένες παλάμες, στην αρχή αμήχανα και υποτονικά και στο τέλος τεντωμένες σαν ατσάλινα ελατήρια. Ο Ανέστης μας κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα απ’ την έκπληξη, έφερε μια γύρα τη ματιά του στο σμήνος απ’ τα σηκωμένα χέρια και υποχώρησε ντροπιασμένος. 

«Έτσι και μας αρχίσει πάλι τις φάπες, το κρίμα στο λαιμό σας πάντως!» μονολογούσε, καθώς σήκωνε απρόθυμα το χέρι του.
Απ’ τη σιδερένια σκάλα, ακουγόταν η λαχανιασμένη ανεβασιά του μικρού Θανασάκη.
«Τι έγινε ρε παιδιά; Γιατί σηκώνετε τα χέρια σας; Σ’ ότι παίζετε, είμαι κι εγώ μέσα ε;»
«Τη βρήκες τη σαγιονάρα σου βρε απολειφάδι;» τον πείραξε ο Στράτος συγκινημένος.

Το τέλος του καλοκαιριού αυτού, μας βρήκε ν’ ανεβάζουμε το τελευταίο μας θεατρικό της σεζόν, αλλά και ολάκερης της ζωής μας. Ο κυρ-Αρίστος καθόταν μπροστά, στις θέσεις των επισήμων. Απ’ την ξύλινη σεζ-λονγκ με το κόκκινο καραβόπανο, έσκυβε κάθε τόσο προς το μέρος μας και μας ενθάρρυνε με κινήσεις και αθόρυβα παλαμάκια που σχημάτιζαν τα παραμορφωμένα απ’ την αρθρίτιδα ακροδάχτυλά του. Έλαμπαν τα γέρικα μάτια του από χαρά, υγραίνανε τα βλέφαρά του απ’ τα δάκρυα και το χαμόγελό του είχε φτάσει ως τις παρυφές των αυτιών του. Ο Ανέστης είχε αναλάβει το ρόλο του αφηγητή, γιατί όπως έλεγε ο κυρ-Αρίστος: «Αυτό το παιδί έχει βελουδένια φωνή». Κι όσο διάβαζε ένα απόσπασμα απ’ τα «Παιδιά της Πιάτσας» του Νίκου Τσιφόρου, ο Γιάννος έπαιζε λυπητερά τη φυσαρμόνικά του, σιγοντάροντας το δράμα του Σπόρου και του Χιωτάκη που τα τσάκωσε ένας πολιτσμάνος στον Περαία:
«Tα δείρανε τα μικρά στο Τμήμα και πέσανε στη μολόγα. Νάσου λοιπόν κάτι ανακριτές δυσκοίλιοι, νάσου κι ένας σαγγελέας στεγνός σαν παστόψαρο, που μιλήσανε "περί της νεολαίας, ήτις διαφθείρεται και δημιουργεί την σεσηπυΐαν κοινωνίαν της αύριον", τα μπουζουριάσανε και τα δυο και τα κλείσανε στ' ανήλικα, κούρεμα το μαλλί με τη ψιλή, πειθαρχία, αγγαρείες, ένας παπάς πούλεγε μπούρδες περί Παράδεισο, αφού βρισκόντουσαν μες στη Κόλαση, κάτι φύλακες όλο με τ' άγριο και κάτι άλλα παιδάκια συγκρατούμενα, που βρωμάγανε πάνω τους τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Τα βραδάκια έχει μια βούτα μες στο θάλαμο και σβήνουνε το φως από νωρίς καθόσον η υγιεινή της νεότητος είναι να τουφιάζει από τις οχτώ για να χωνεύει το πατατόνερο που το λένε σούπα και βοηθάει πολύ να πούμε, στην ανάπτυξη της αδενοπάθειας…»


Λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι της νέας σχολικής χρονιάς, ο κυρ-Αρίστος αποχώρισε οριστικά μαζί με το καλοκαίρι, αφήνοντάς μας τις ευχές του και όλα του τα παλιά κειμήλια και τις πολύτιμες βιβλιοθήκες του.

«Να με σχωράτε για όσα σας έκανα παιδί μου…» είχε προλάβει να ψιθυρίσει στον Ανέστη που ήταν βάρδια εκείνο το πρωινό στο σπίτι του. Ο Ανέστης ειδοποίησε τον Θανασάκη που έπαιζε πεντόβολα στο περβολάκι του κυρ-Αρίστου κι εκείνος με τη σειρά του ξεχύθηκε στα σοκάκια της γειτονιάς να μας προλάβει τα νέα. Εκείνη τη μέρα, ο Θανασάκης έχασε ξανά απ’ την τρομάρα του την παιδική του σαγιονάρα κι εμείς την ανεμελιά της παιδικής μας ηλικίας.  




Φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

"Δι' ασήμαντον αφορμή" η πιο σημαντική μουσική συνεύρεση

Πώς είναι να πνίγεσαι στον ωκεανό των προβλημάτων και να ψάχνεις εναγωνίως λίγη επιφάνεια, να βγάλεις το κεφάλι σου απ’ το νερό για να πάρεις ανάσα;
Πόση ευγνωμοσύνη μπορείς να νιώσεις εκείνα τα δευτερόλεπτα, για το οξυγόνο που μπαίνει στα πνευμόνια σου;
Πόσο νόημα παίρνει ξαφνικά το απλό και αυτονόητο θαύμα της ύπαρξης;
Τόσο, όσο διαρκεί μια Φωτεινή συναυλία.
Η Φωτεινή δεν χρειάζεται συστάσεις για τους μύστες της καλής μουσικής. Κάτι είχα διαβάσει κατά καιρούς στις ελάχιστες συνεντεύξεις που έχει δώσει, τα τραγούδια της τα είχα βάλει στην καρδιά μου και η χαρακτηριστική φωνή της με πήγαινε λίγο  παραπάνω απ’ τα εγκόσμια πάθη και λάθη μου. Υποψιαζόμουν πως είναι ένας απλός άνθρωπος, καταδεκτική και σπάταλη σε εγκάρδιες αγκαλιές και καθαρές ματιές και πως η φωνή της είναι ένα εισιτήριο για το πιο πανάκριβο ταξίδι. Ανηφορίζοντας από νωρίς στο θέατρο Πέτρας που έδωσε προχτές τη συναυλία της, είχα την πεποίθηση πως θα βγει, όπως όλοι οι καλλιτέχνες που σέβονται –πρωτίστως- τον εαυτό τους, μία με μιάμιση ώρα μετά την προγραμματισμένη ώρα έναρξης, σε μια σκηνή που θα είναι ήδη τακτοποιημένη από  τεχνικούς και οργανωτές, θα πάρει το μικρόφωνο και θ’ αρχίσει το τραγούδι. Έκπληκτη ξεχώρισα την αεικίνητη φιγούρα της από μακριά, με τον ήλιο ακόμα ντάλα να καίει τις τσιμεντένιες κερκίδες, κι εκείνη να στήνει με τους τεχνικούς μηχανήματα, να κατεβαίνει μες στην καλή χαρά και ν’ αγκαλιάζει τον κόσμο, και να σκαρφαλώνει ξανά στη σκηνή κάνοντας καλαμπούρια  με τους τεχνικούς. Ατόφια και γήινη, δίχως να λογαριάζει κούραση και ιδρωτάρι, λες και δεν είχε ανάγκη να είναι ξεκούραστη και προετοιμασμένη να εκτεθεί σε τόσο κόσμο. Για μια στιγμή ένιωσα πως πήγαμε επίσκεψη σπίτι της και πως έτρεχε δώθε-κείθε να μας καλοδεχτεί και να μας κεράσει τα καλούδια της. Με καμάρι μας παρουσίασε τους δεξιοτέχνες μουσικούς της μπάντας τους, όλοι νέα παιδιά και πολύ ταλαντούχοι, που διαρκώς τους εμψύχωνε και τους παίνευε, σαν να ήταν παιδιά της.
 Λένε πως απ’ τους φίλους μας, φαίνεται ποιοι είμαστε. Ισχύει! Οι φίλοι της Φωτεινής την τίμησαν με την παρουσία τους κι εμείς γίναμε κοινωνοί αυτής της ευλογημένης παρέας, που αντέχει στο χρόνο και στις ψυχρές λογικές των εταιρειών και των μετρήσεων. Όλοι τους πανάξιοι τεχνίτες της μουσικής, σπουδαίοι άνθρωποι και έντιμοι μ’ αυτό που υπηρετούν. Απ’ τα τραγούδια της Μπέλλου, ίσαμε τους ήχους της Συρίας. Ένα υπέροχο μελωδικό ταξίδι πάνω στο γεωγραφικό χάρτη που δεν έχει σύνορα. Στη μουσική. Κρήτη, Κομοτηνή, Καβάλα, Χαλέπι. Ψαραντώνης, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Αργύρης Μπακιρτζής και Χάικ Γιαζιτζιάν. Κι εκεί που λες: «Πάει, χάθηκε η ελπίδα!», στήνεται μια πάνοπλη συναυλία στο φεγγαρόφωτο και κάνει το απόλυτο πραξικόπημα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της γενικευμένης απογοήτευσης και της μιζέριας.

Ο Ψαραντώνης παίζει τη λύρα του και μια μικρή παρέα νέων παιδιών κατεβαίνουν απ’ τις κερκίδες και στήνονται μπροστά στα σιδερένια κιγκλιδώματα με τα κινητά ανά χείρας να καταγράφουν τη θρυλική «Πετροπέρδικα» και την «Τίγρη». Σε λίγο κι άλλοι, μέχρι που γέμισε ο χώρος κι έγιναν μια μεγάλη νεανική παρέα που σιγοντάριζε τον σπουδαίο λυράρη , χορεύοντας κυκλωτικούς συρτούς.
Πήγαμε ξανά την αγαπημένη «Ατέλειωτη Εκδρομή» του Μάνου Ελευθερίου, αφού κάναμε μια στάση στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη κι ανατριχιάσαμε με τη στεντόρεια φωνή του Θανάση Γκαϊφύλλια.

Ο αγαπημένος ερμηνευτής και δεξιοτέχνης στο ούτι Χάικ Γιαζιτζιάν, μας κατηφόρισε στους μαγικούς ήχους του τόπου του. Σεμνά και ταπεινά, αλλά με μια απίστευτη δυναμική στη φωνή και στα τραγούδια του, που αποτυπώνουν το παράπονο του ξεριζωμού αλλά και την περηφάνια του που μας έκανε ν’ αγαπήσουμε την Αρμένικη μουσική.
 Με την εμβληματική φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, βουτήξαμε στα αγαπημένα νερά των Χειμερινών Κολυμβητών και βγήκαμε στην ακτή του Βαμβακάρη, όπου τραγούδησε ντουέτο με την Φωτεινή το «Να πεθάνεις»…
 Στο τέλος της συναυλίας μας περίμενε μια απροσδόκητη έκπληξη. Τα φώτα έσβησαν, η Φωτεινή άφησε το μικρόφωνο και κάτω απ’ το μισογεμάτο φεγγάρι πήρε βαθειά ανάσα και τραγούδησε Δημήτρη Λάγιο. «Θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι…». Δίχως μουσική, με τα πνευμόνια της να πάλλονται απ’ τη συγκίνηση και τη φωνή της να ρέει γάργαρη στο χώρο και να τον πλημμυρίζει νότες και άφατη κατάνυξη. Τι να λένε τα ηχεία και οι τεχνικές επεξεργασίες του ήχου; Η μεταλλική φωνή της έκανε γκελ στο πέτρινο νταμάρι κι έπεσε πάνω μας σα βροχούλα λυτρωτική που μας ξέπλυνε απ’ το φόβο και μας γέμισε ελπίδα και πληρότητα. «Δεν μας αξίζει αυτό που περνάμε, μόνο μας όπλο είναι οι μουσικές και τα τραγούδια, η παράδοση και οι ρίζες μας…»
Η φωνή της σκέπασε ακόμα και τον απόηχο απ’ τα νταβαντούρια της παραπλήσιας καφετέριας. Συμβολικά και κυριολεκτικά, η Φωτεινή νίκησε το ακατάσχετο μινύρισμα και το ζόφο.

 Φωτεινή μου, ένα τεράστιο "Ευχαριστώ" για το Φως που μας κέρασες απλόχερα εκείνο το βράδυ.


Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Καφεδάκια στο Πεκίνο

-      Μάνα γύρισα!... Μάνα;
-      Σσσς... τι φωνάζεις καλέ;
-      Κοιμάται κανείς;... Ωχ!... τ’ είν’ αυτό στο κεφάλι σου ρε μάνα;
-      Σώπασε λίγο παιδί μου... επικοινωνώ με Πεκίνο αυτή τη στιγμή...
-      Αχ, τι μπήκε πάλι στην ξεροκεφάλα σου;
-      Συσκευή εικονικής πραγματικότητας είναι καλέ!... μου τη δάνεισε η κυρία Υπατία στον τρίτο.
-      Δεν δανειζόσουν καλύτερα το ατμοσίδερο  που μ’ έχεις αφήσει ασιδέρωτο τόσες μέρες;
-      Να βρεις μια γυναίκα να νοικοκυρευτείς, μπάφιασα πια!...
-      Ναι το ξέρω ρε μάνα, αλλά απόψε πρέπει να γίνει αυτό;
-      Ξέρεις τι είχε πει ο Μάο αγόρι μου; Η γνώση αρχίζει απ’ την πράξη. Τουτέστιν, όσο καλή κι αν είναι μια θεωρία, αν δεν την εφαρμόζουμε στην πράξη, παραμένει χωρίς αξία.
-      Έχεις μαγειρέψει τίποτα στην πράξη ή θα φάμε το προτσές της θεωρίας;
-      Επειδή ξέρω πόσο κομφορμιστής είσαι, έχω βάλει στο φούρνο ένα ταψί παστίτσιο. Κι άσε με τώρα γιατί μπαίνω σ’ άλλη διάσταση…
-      Μήπως μπορείς να κάνεις μια στάση στη διάσταση της κουζίνας; Πεινάω!
-      Αδύνατον! Παρακολουθώ τη συνομιλία του Έλληνα πρωθυπουργού με κάτι Κινέζους επενδυτές... Ααααχ, μη βγαίνεις στο μπαλκόνι ρε πουλάκι μου... μούσκεμα είναι, δεν βλέπεις τα νερά;
-      Βγαίνει ο Τσίπρας στο μπαλκόνι;
-      Σ’ εσένα το λέω καλέ!

-      Συγνώμη κυρία Φρόσω, θα περιμένω εδώ στο κεφαλόσκαλο μέχρι να στεγνώσει... έκανα πατημασιές;
-      Καλέ όχι!… δεν το’λεγα σε σένα παλικάρι μου!... στον αχαΐρευτο το γιο μου φωνάζω...
-      Θα σου’λεγα κάνα κινέζικο τώρα, αλλά σέβομαι τους επενδυτές... το Πεκίνο μου μέσα!
-      谢谢 你会 语吗 

-      Ώου μάϊ γκούντνες!... γουάτ πέρφεκτ γκλάσιζ!... Άϊ καν σι Μίσεζ Φρόσω φρομ ντάουν Πετράλωνα!.... Μόνο καφέ δεν ψήνει αυτό το μαραφέτι!...
-      你好???
-      Άϊ σέι δατ ονλυ κόφι νταζ νοτ ψήνει... καπούτ;
-      Καλέ καφεδάκια θέλετε;... θα σας ψήσω εγώ κάτι μερακλίδικα που δεν θα ξαναπιούν τσάι στη ζωή τους!... πόσους να φτιάξω κυρ-Αλέξη μου;
-      Μισό να τους ρωτήσω αν θέλουν... εεεεεμ... σόρυ γκάιζ, γουλντ γιου λάικ γκρικ μερακλαντάν κόφι φρομ δε λιτλ χαντς οφ Μίσεζ Φρόσω;

-      () ... ΝΟ THANKS!
-      ΝΑΙ αμέ, θέλουν!... οπότε κυρία Φρόσω ψήσε καμιά εικοσαριά μέτριους με φουσκάλες, μπας και πετύχουμε καμιά καλή επένδυση! Κι άμα τον πιούμε, θα μας πεις και το φλιτζάνι ε;  
-      Τόσο καλά πάνε οι διαπραγματεύσεις;
-      Ξέρεις τι έλεγε ο Κομφούκιος κυρία Φρόσω μου; «Ο Μεγάλος Άντρας ούτε ανησυχεί, ούτε φοβάται».
-      Ξέρεις τι έλεγε ο σχωρεμένος ο άντρας μου κυρ-Αλέξη;
«Άκου την ξένη συμβουλή, κράθειε και τη δικιά μου   
γιατί εμέν’ αριστερά εχτύπα η καρδιά μου
όποιος μπορεί το λόγο του να τόνε κάνει πράξη
το “όχι” δεν θα χρειαστεί σε “ναι” να το αλλάξει»

-         Χάθηκε η σύνδεση… δεν σας ακούω καλά κυρία Φρόσω!
-         Μου τέλειωσαν οι μονάδες της ανάπτυξης… για πάρε το μηδέν κυρ-Αλέξη μου!


[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Στην Ελλάδα [12ο συμπόσιο ποίησης]


Στο φευγάτο,
τ΄ αυγουστιάτικο καράβι  το γεμάτο
στο κατάστρωμα να βλέπουμε τους γλάρους
να μετράμε ακρωτήρια και φάρους
και στην πλώρη μας αδέσποτες γοργόνες
ν’ αρμενίζουν στους θαλάσσιους μυώνες
τραπεζάκια και καρέκλες στη λιακάδα
στον ορίζοντα ένα κάδρο από Ελλάδα.

Λιμανάκι,
στο μισό βιβλίο πιάνουμε νησάκι
αποβίβαση σε πέτρινο σοκάκι
μυρωδιές από ασβέστη κι από πάστρα
μπουκαμβίλιες  ξεχειλίζουν απ’ τη  γλάστρα
στο λευκό μιας Παναγιάς θα δροσιστούμε
με γλυκό του κουταλιού θα κεραστούμε
μια αυλόπορτα θα μας καλωσορίσει
η κυρά τα γιασεμιά της θα ποτίζει
«Καλώς τους!...»  και τα χέρια στην ποδιά της θα σκουπίζει
ένα τσαμπί σταφύλι, μια αγκαλιά κι ένα περβάζι
το μπαλκόνι του Αιγαίου μια δαντέλα τ’ αγκαλιάζει
κουρτίνα πάλλευκη, μπλε ουρανός, βασιλικός που ευωδιάζει.

Το φεγγάρι,
στο μπαλκόνι μας λευκό μαργαριτάρι
ο Θεός μας και μεγάλη του η χάρη
που μας κλήρωσε ταξίδια στις λιακάδες
απ’ το Ιόνιο ως πέρα στις Κυκλάδες
κι ένα σπίτι στην κορφή του Ψηλορείτη
ως του Έβρου να απλώνεται την κοίτη.

Ένας σταυρός  
πυξίδα, προσευχή, σημαία
κι αν αγριεύει ο καιρός
για μιαν Ιθάκη θα ορτσάρουμε
στους χάρτες του Οδυσσέα.



Το εισιτήριο γι αυτό το ταξίδι  ήταν ευγενική χορηγία της Αριστέας που οργάνωσε με απόλυτη επιτυχία το 12ο Συμπόσιο Ποίησης. Η λέξη της αυτή,έγινε πλοηγός αναζήτησης για διάφορους προορισμούς και οι συμμετοχές ήταν πέρα από κάθε ταξιδιωτική προσδοκία. Εκτός όμως απ’ τις ποιητικές αποδράσεις που κάναμε όλοι μας στα ήρεμα νερά της, φάνηκε για άλλη μια φορά πως όταν έχουμε κοινή πυξίδα και καλό κυβερνήτη, δενόμαστε όλοι ΜΑΖΙ και γινόμαστε μια δυνατή ομάδα.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς σε όλους τους συνταξιδιώτες μου και τα σέβη μου στην εμπνεύστρια και αρχηγό της γλυκιάς αυτής συνήθειας! Καλό μήνα σε όλους!

 (φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο)