Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

25 Λέξεις #9 [σαν ένα φθινοπωρινό βαλσάκι]


Επιτέλους μόνοι.
Θα μου χαρίσετε αυτό το φθινοπωρινό βαλσάκι;
Κάτω απ’ την καλαμωτή, με την ορχήστρα των κυμάτων 
και το θαλασσόδεντρο μάρτυρα της αγάπης μας.


Συμμετείχε στον 9ο κύκλο των 25 λέξεων, στο ΚΕΙΜΕΝΟ της Μαρίας Νικολάου.
Η διαδικασία γνωστή σ' όσους έχουν αγκαλιάσει αυτή την υπέροχη ιδέα της Μαρίας. 
Μια φωτογραφία κι ένα εισιτήριο για να ταξιδέψουμε τη φαντασία μας.
Κι αυτή τη φορά οι συμμετοχές ήταν όλες υπέροχες.
18 διαφορετικοί προορισμοί, που στο σύνολό τους όμως συνθέτουν ένα υπέροχο παζλ από μικρά κείμενα, προσαρμοσμένα στην εικόνα που μας έδωσε.
Μαρία, σ' ευχαριστούμε πολύ!


Υ.Γ. Αν μπορούσα να βάλω μουσική στη φωτογραφία, θα ήταν σίγουρα το βαλσάκι του Περίδη, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Γονείς στη ναφθαλίνη

-         Το σχολείο πατιέται.
-         Έχει δίκιο ο άνθρωπος, το σχολείο πατιέται και κινδυνεύουν τα παιδιά μας.
-         Μιλιούνια τα μικρόβια που κουβαλάνε σου λέει! Να τους κάνουν ειδικά σχολεία, να γίνουν πρώτα άνθρωποι κι ύστερα βλέπουμε…
-         Σκάσε Ρωξάνη! Τώρα ομιλώ εγώ κι εσύ οφείλεις να το βουλώσεις Ρωξάνη!
-         Για καλό και για κακό, κλείνουμε τα παράθυρα, κλειδώνουμε και την εξώπορτα…
-         Χραααπ… βάζουμε και το συρτάκι. Πώς; Κάτι κρατάει κι αυτό.
-         Και… δεν ξέρω μήπως… βάλουμε και το τραπεζάκι πίσω απ’ την πόρτα ε;
-         Πως, πως! Γιατί όχι και τις ντουλαπίτσες; Να μην περάσει ούτε κουνούπι!
-         Αστειεύεστε κύριε;  Όποιος φυλάει τα σχολεία του, έχει τα μισά. Στα αμπαρώνω, στα κλειδώνω, στα συρταρώνω, σου βάζω και τη ντουλαπίτσα, κι άντε να δούμε πώς θα μπεις εσύ μετά!
-         Άντε να μπεις εσύ μετά, παλιοπρόσφυγα που θες και σχολείο! Για κορόϊδα μας περνάς ε;
-         Κύριοι! Ας ηρεμήσουμε λίγο παρακαλώ. Επιτέλους…  σύλλογος γονέων είμαστε, ας μη συμπεριφερόμαστε ως λαχαναγορίτες!
-         Τρέχει κάτι με τους λαχαναγορίτες ρε δερβισόπαιδο;
-         Όχι κύριε, προς Θεού! Σχήμα λόγου ήταν. Γιατί να μην κάνουμε έναν ήρεμο διάλογο και να ψηφίσουμε με ψυχραιμία κι όχι μ’ αυτούς τους αλαλαγμούς και τις απειλές;
-         Ήρεμοι είμαστε ρε χαϊβάνι! Άμα τους αφήκουμε, θα μας ξεκάνουν όλους. Χρααατς…. στο γόνατο θα μας σφάξουν αυτούνοι.
-         Διαφωνώ! Με το να σπέρνουμε το φόβο και τη μισαλλοδοξία στα παιδιά μας, τα δηλητηριάζουμε και τα μυούμε στο ρατσισμό.
-         Ρε ουστ από δω αίσχος της ράτσας μας!
-         Μα κι εσείς από προσφυγική οικογένεια δεν προέρχεστε κύριε; O παππούς σας δεν ήταν ξεριζωμένος Ρωσοπόντιος απ’ τον Καύκασο;
-         Ρε άντε να σε δει κάνας γιατρός που θα μου πεις εμένα… ξέρεις ποιος είμ’ εγώ ρε;
-         Ξέρω.
-         Σκύψε λίγο να σου πω… κρύβε ονόματα. Μη λες ονόματα. Λέγε με «πάτερ». Θα καταλάβω. Και  Ελένη να με πεις, πάλι θα καταλάβω.
-         Μα δεν είναι άδικο; Κι εσείς πρόσφυγες στην Αμερική βρεθήκατε και τα παιδιά σας σπούδασαν εκεί. Θα θέλατε να τα είχαν αποκλείσει απ’ τα σχολεία και να τους φερόντουσαν όπως κάνουμε εμείς τώρα εδώ;
-         Τα δικά μου ήταν καθαρά και είχαν και βιβλιάριο υγείας. Αμή! (τον τάπωσα ε;)
-         Καλά τα λέει ο άνθρωπος. Λοιπόν να τελειώνουμε. Αύριο στέλνουμε φιρμάνι στο υπουργείο κι αν δεν συμμορφωθούν προς τα υποδείξεις μας, βάζουμε λουκέτο και δεν ξεκινάνε μαθήματα στον αιώνα τον άπαντα!
-         Ρε μπουρλότο θα του βάλουμε άμα χρειαστεί!
-         Ρωξάνη το σκασμό! Τώρα μιλάω εγώ. Γκέγκε;

(Η Ρωξάνη σηκώθηκε σιχτιρίζοντας απ’ την καρέκλα και κινήθηκε προς την έξοδο. Απ’ τα νεύρα της, πήρε σβάρνα ένα θρανίο κι αυτό έπεσε με δύναμη πάνω στην κλειστή πόρτα της αίθουσας. Δημιουργήθηκε πανικός γιατί μερικοί απ’ τους συνέδρους, νόμιζαν πως κάποιοι προσπαθούσαν να παραβιάσουν την πόρτα και να επιτεθούν στους γονείς. Κάποιοι κρύφτηκαν κάτω απ’ τα σχολικά θρανία, άλλοι άρπαξαν καρέκλες και τις έβαλαν ασπίδες μπροστά τους, ένας τσουρόμαγκας πήδηξε απ’ το παράθυρο στο προαύλιο και κάποιες κυρίες τσίριζαν υστερικά και εκτός εαυτού. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και σε λίγη ώρα λύθηκε το μυστήριο με τον άγνωστο «εισβολέα» που ετοίμαζε τρομοκρατική επίθεση στο σχολείο).

-         Άντε πηγαίνετε σπίτια σας και ηρεμήστε. Κοτζάμ μεγάλοι άνθρωποι είστε και φοβάστε και τη σκιά σας.
-         Μα ακούσαμε ποδοβολητά κυρ-αστυνόμε μου! Μιλιούνια ήταν απ’ έξω οι αλλόθρησκοι και στο τσακ μας προλάβατε ζωντανούς!
-         Τώρα εδώ που τα λέμε… ποδοβολητά δεν ακούστηκαν. Ένας χτύπος στην πόρτα ακούστηκε και γίναμε όλοι βενζινάκατοι απ’ την τρομάρα μας.  Έτσι δεν είναι κύριε Περδικούλη μου;


«Το μίσος όταν είναι σκέτο μίσος δεν είναι ανίατο. Ο θυμωμένος κάποτε κουράζεται ή χορταίνει. Το μίσος εξατμίζεται, φεύγει. Μίσος μπολιασμένο με φόβο, αυτό ναι, είναι δυσκολογιάτρευτο…»
Απ’ τον πρόλογο του  βιβλίου «Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι» του Μενέλαου Λουντέμη.
Κρίμα που αυτά τα... "καθαρά" παιδιά  -ενδεχομένως- δεν θα εντρυφήσουν ποτέ στα βιβλία του…

[Ο διάλογος είναι βασισμένος στην ταινία του Σακελλάριου

«Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», γυρισμένη το 1960]

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Οικογενειακές [εμπριμέ] ιστορίες

Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια στο τραπέζι, όπως παλιά. Και το εμπριμέ τραπεζομάντηλο το άφθαρτο, που πάντα το έπλενες  στους σαράντα βαθμούς για να διατηρηθούν τα χρώματά του ζωηρά.
«Πάλι λαδερό ρε μάνα;»
«Κάντε και κάνα σταυρό ρε παιδιά και πείτε κι ένα δόξα τω Θεώ!»

Με τα χρόνια, πέφτανε σα λεκέδες οι κουβέντες πάνω στο εμπριμέ. Κι έγιναν τρία τα σερβίτσια κι έφυγε ο μεγάλος γιατί τον έπνιγε λέει ο τόπος και τα λαδερά φαγητά σου. Κι έμεινε η μικρή που θα φύγει κι αυτή όταν το τραπεζομάντηλο θ’ αρχίσει να ξεθωριάζει απ’ τ’ απανωτά πλυσίματα και τις τραχιές κουβέντες.

Στα δυο σερβίτσια, το εμπριμέ τραπεζομάντηλο παροπλίστηκε κι έδωσε τη θέση του σε δύο πλαστικά σουπλά.
«Άιντε ρε γυναίκα, να κάμουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, βαρέθηκα να σε βλέπω να πλένεις και να σιδερώνεις».

Θα ζοριστείς να συνηθίσεις το ερημωμένο τραπέζι και το ίδιο λαδερό κάθε μέρα, μέχρι ν’ αδειάσει η κατσαρόλα. Κι αυτή η νεκρική σιγή την ώρα του φαγητού θα σε ξεκουφαίνει• δίχως γκρίνιες και ξινισμένες γκριμάτσες, γέλια και πειράγματα και τσακωμούς και συγνώμες και δάκρυα και φωνές και αγριάδες. Όλα τυλιγμένα κυλινδρικά στο τραπεζομάντηλο μαζί με τα ψίχουλα, να τα τινάζεις μακριά. Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο, ώσπου απόμειναν δυο ζευγάρια χέρια μοναχά πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή αντικριστά, ξεμαθημένα να μη σέρνουν βάρη και να ματώνουν, δύσκαμπτα, φοβισμένα, άνευρα, παραδομένα• που με τον καιρό όμως γαλήνεψαν, συνήθισαν στην άδεια φωλιά, αγαπήθηκαν ξανά, ήρθαν κοντά και σφίχτηκαν δυνατά. Όχι για πολύ...

«Η γριά δε πάει καλά, πάλι παραισθήσεις είχε».
Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια. Θα στρώσεις και το τραπεζομάντηλο το εμπριμέ, γιατί δώσατε όρκο πως θα συναντηθείτε στο τραπέζι ξανά. Θα κατηφορίσει νωρίς το απόγευμα να πιείτε το καφεδάκι σας, να κουτσομπολέψετε και να βάλετε παρέα το φαϊ στη φωτιά. Τα παιδιά είναι έξω για παιχνίδι• ξαφνικά θα μπουκάρουν βρώμικα κι αναψοκοκκινισμένα στην κουζίνα να πιουν παγωμένο νερό, ρουθουνίζοντας τον ατμό και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην κατσαρόλα για να μαντέψουν τι μαγειρεύεις. Θα τα δεις να μεγαλώνουν απόψε, να γίνονται ενήλικες, να ερωτεύονται, να παντρεύονται και να γίνονται κι αυτά γονείς.

Κι όση ώρα τσακώνονται πάνω απ’ το εμπριμέ τραπεζομάντηλο, για το «Ποιος θα προσέχει τώρα τη γριά;», εσύ θα έχεις γίνει ήδη αθάνατη κι αλέκιαστη. Άφθαρτη κι ανάλαφρη σαν ένα παλιό τραπεζομάντηλο που τέλειωσε οριστικά τη θητεία του κι αφήνεται στο κενό σαν πένθιμη σημαία που υποστέλλεται.



Κανείς δεν θα σκεφτεί ποτέ πως μέσα στην παραζάλη σου για τις προετοιμασίες του τελευταίου τραπεζιού, όλα τ’ άκουγες κι όλα τα καταλάβαινες. Κι αυτή η λέξη «γριά», ήταν ο ύστατος λεκές πάνω σου. Τα εύσημα θα περιμένουν σε κάποιο γραφείο απολεσθέντων κι εσύ θα τους δίνεις την ευχή σου περπατώντας ήδη στο κρηπίδωμα κάποιου παραδείσου.