Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Μητέρα... [14ο συμπόσιο ποίησης]

Πέρασε
με γλυκά και μαρμελάδες με ξεγέλασε
μια κουβέρτα που στη ζέστη της με έκλεισε
και με έφτασε
στα δεκάξι μου
σα σκουλήκι να βουλιάζω στο μετάξι μου
με συνθήματα φτηνά
και θαμμένη τη μαγκιά
στα «εντάξει» μου.

Να φύγω από κοντά σου μητέρα
χρυσαλλίδα να πετάξω μια μέρα
ο ήλιος τα φτερά μου να λειώσει
ν’ αντέξω πρέπει τούτη την πτώση
μητέρα δε μπορώ
σε φοβάμαι, σ’ αγαπώ
δε σε θέλω...

Γέρασα
στο χρυσό σου το κουκούλι πώς ενέδωσα
απ’ τα χάδια σου το τραίνο μου το έχασα
και δεν έφτασα
στο φεγγάρι μου
να φυσήξει να το σκάσω απ’ το συρτάρι μου
σα χαρτάκι να χωθώ
σε μπουκάλι να σωθώ
απ’ το λυτάρι μου.

Να φύγω από κοντά σου μητέρα
απόδραση στου νου μου τη σφαίρα
που όπου κι αν πήγα μακριά σου
χτικιό και ανάγκη η σκιά σου
μητέρα δε μπορώ
μες στη μήτρα σου να ζω
Γέννησέ με
Συμμετείχε στο επετειακό 14ο Συμπόσιο Ποίησης, στο στέκι της Αριστέας μας:
«Η ζωή είναι ωραία»
Ευχαριστώ θερμά τους συνδαιτυμόνες και καλούς φίλους που συντρόφευσαν με τις δημιουργίες τους κι αυτό το Συμπόσιο. Και φυσικά την Αριστέα για τη σκληρή δουλειά της και την παραχώρηση του χώρου και του χρόνου της. Κυρίως όμως γιατί γέννησε την ιδέα του Συμποσίου, τη φρόντισε με άπειρη αγάπη και αφοσίωση, την έφτασε αισίως στους 14 κύκλους της και την καμαρώνει να εξελίσσεται και να εμπλουτίζεται από σπουδαίες δημιουργίες.

photo: Joshua Suda

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Αυτοί παιδί μου δεν

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί - γατί - πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν' απαιτούν
περισσότερα περισσότερα περισσότερα περί...
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Απ’ το ποιητικό βιβλίο “Άψινθος” του Μιχάλη Γκανά [εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ 2012)
Χριστούγεννα είναι να ξαναφορέσουμε τα παιδικά μας μάτια.
Να προσκυνήσουμε στα ζαρωμένα παιδιά που γνώρισαν τις εσχατιές του πολέμου.
Ν’ ακούσουμε  τις κραυγές τους «θέλουμε να ζήσουμε!», ν’ αφήσουμε το δάκρυ τους να κυλήσει στο ποτήρι μας, να γίνει λεκές το αίμα τους στο τραπεζομάντηλο το γιορτινό, να σμίξουμε τις έγνοιες τους με τις πλαστικές μας σακούλες, να βάλουμε τ’ αγιασμένα τους βλέμματα απέναντί μας, να μας κόβουν σαν κουζινομάχαιρα οι λύπες τους, να τρυπάνε οι πόνοι τους τις ραφές της ψυχής μας.

Με την ευχή να ζήσουμε φέτος την πραγματικότητα των γιορτών κι όχι το μύθο τους…

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

O γύρος μιας κατσαρόλας σε πέντε χρόνια

Ο ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ & το απόλυτο SUCCESS STORY του!...

Ποιος είπε ότι δεν υπάρχουν θαυματοποιοί σήμερα;
Πως λείπει η έμπνευση και η καινοτομία;
Πως στέρεψε η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά;
Πως η μελαγχολία και η παραίτηση είναι μονόδρομος;

Μύθος όλα! Εδώ και πέντε χρόνια λειτουργεί, αναπτύσσεται και βγαίνει εκτός συνόρων, ο ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Μαζί με τους ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που στηρίζουν το όραμα και τις καθημερινές δραστηριότητές του, μετρούν ήδη πάνω από 2.500,000 (ναι, δυόμιση εκατομμύρια) μερίδες φαγητού, χωρίς διακρίσεις σε χρώμα, θρησκεία, ηλικία, οικονομική κατάσταση.  Άνεργοι, εργαζόμενοι, μαθητές, φοιτητές, νοικοκυρές και συνταξιούχοι έχουν γνωρίσει την εμπειρία της Κοινωνικής Κουζίνας κι έχουν βρεθεί συνδαιτυμόνες στις γειτονιές που μαγειρεύει.

Κι ο χάρτης με τις στάσεις  του ΑΛΛΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ διαρκώς επεκτείνεται, δημιουργώντας νέους σταθμούς,ακόμα και εκτός συνόρων:
--- ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ,ΑΛΛΙΚΑΝΤΕ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ, ΧΑΙΔΑΡΙ, ΑΙΓΑΛΕΩ, ΣΑΛΑΜΙΝΑ, ΠΑΤΡΑ, ΜΕΓΑΡΑ, ΜΥΤΙΛΗΝΗ, ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟς, ΜΟΣΧΑΤΟ, ΚΑΛΙΘΕΑ,ΠΛ.ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ,ΠΕΙΡΑΙΑΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ---

Στις 4 Δεκέμβρη του 2016, το τολμηρό εγχείρημα του Κώστα έκλεισε τα πέντε του χρόνια. Αντιγράφω απ’ την ανοιχτή πρόσκληση που έκανε σ’ όλους μας μέσα απ’ το μπλογκ του:
«ΣΤΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2011 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2016 ΕΧΟΥΜΕ ΦΤΙΑΞΕΙ ΠΑΝΟ ΑΠΟ 2.500.000 ΝΑΙ ΔΥΟΜΙΣΗ ΕΚΑΤΟΜΥΡΙΑ ΜΕΡΙΔΕΣ ΦΑΓΗΤΟΥ. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΟΛΟΙ ΕΣΕΙΣ,ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΤΕ, ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΤΕ, ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ,ΓΙΑΤΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΣΤΕ ΕΣΕΙΣ!
ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΛΑΤΑΙΩΝ 55 ΣΤΟΝ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟ ΣΤΙΣ 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ 3 Η ΩΡΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ,ΜΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΖΩΝΤΑΝΑ,ΨΗΣΤΑΡΙΕΣ,ΧΑΡΙΣΤΙΚΟ ΜΠΑΖΑΡ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΩΝ,ΧΑΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΖΑΡΙ ΡΟΥΧΩΝ,ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΛΕΣ ΜΑΣ ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΡΟΛΕΣ ΣΕ ΔΡΑΣΗ!!!»

Την Κυριακή το βράδυ στην οδό Παραμυθίας, ζήσαμε όλοι ένα αληθινό παραμύθι. Γιατί όταν βρεθείς κοντά στον Κώστα και την ομάδα του, ανεβαίνεις λίγο πιο πάνω στην ανθρώπινη κλίμακα, ίπτασαι της μετριότητας και του «δε γίνεται». Εκεί μέσα όλα γίνονται, οι κατσαρόλες είν’ ευλογημένες να γεμίζουν χρόνια τώρα, οι ανθρώπινες αλυσίδες μεγαλώνουν, όσοι βρέθηκαν για οποιονδήποτε λόγο στο κοινωνικό περιθώριο αναλαμβάνουν ρόλους, μοιράζονται το πρόβλημά τους και διαπιστώνουν πως δεν είναι μόνοι. Υπάρχει οργανωμένο πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας από εθελοντές καθηγητές, παιδιά οικονομικά αδύναμων οικογενειών που διαπρέπουν στα μαθήματα και προετοιμάζονται για πανελλήνιες, στήνονται γιορτές και γενέθλια για τους μικρούς φίλους, ομιλίες σε πανεπιστήμια και φορείς, ταξίδια στο εξωτερικό για την εξάπλωση της ιδέας, η κουζίνα της Ισπανίας στήθηκε ήδη, επισκέψεις από ξένους εκπροσώπους τύπου ή άλλων οργανώσεων, τα ράφια αδειάζουν αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο πάντα βρίσκεται ο «από μηχανής Θεός», ένα φορτηγάκι θα ξεφορτώσει στην είσοδο τρόφιμα, εθελοντές και παρέες παιδιών θα κατηφορίσουν ως τον Κεραμεικό προσφέροντας εργασία και τρόφιμα... κι εκεί, σ’ αυτό το ακούραστο μελίσσι, ο Κώστας αεικίνητος, πάντα με το χαμόγελο, με νεύρο και με άποψη και με τη δύναμη που του δίνει η γνώση και η εμπειρία όλων αυτών των χρόνων. Η ανυπαρξία της πολιτείας είναι έκδηλη, καθώς και το υστερόβουλο «ενδιαφέρον» μεγάλων εταιρειών για να προσφέρουν μεν – κάνοντας ρεκλάμα το λογότυπό τους δε. Όλοι αυτοί είναι εκ προοιμίου αποκλεισμένοι. Εκτός απ’ το θρυλικό μουσαμαδένιο πανό της κοινωνικής κουζίνας, δεν υπάρχουν εταιρείες και σπόνσορες. Μόνο άνθρωποι με χαμόγελα και θετική διάθεση.


//Όπως μου έλεγε ένας φίλος απ’ την ομάδα του: Φαντάσου πως επί χρόνια, βρέξει-χιονίσει, μαγειρεύει ακατάπαυστα μια και δυο φορές τη μέρα, σε διαφορετικούς τόπους, συνδιαλέγεται εκατοντάδες ανθρώπους, έχει σερβίρει εκατομμύρια μερίδες και τα βράδια, σαν να έχει περάσει μια ξεκούραστη και χαλαρή μέρα, θα δώσει ομιλία σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε δημοσιογράφους κι ύστερα θα υποδεχτεί παλιούς και νέους φίλους στο σπίτι του για ένα καφεδάκι και κουβέντα..//
Θα πρότεινα γι αυτές τις γιορτές, να φυλάξουμε και μια βόλτα ως τον Κεραμεικό, ή σε κάποια  γειτονιά που μαγειρεύει. Υπάρχει αναλυτικό πρόγραμμα στο μπλογκ του & στη σελίδα του fb, καθώς και φωτογραφίες απ’ τις εξορμήσεις τους, ανάγκες που έχουν και πολλά άλλα. Καλά είναι τα ευχολόγια και οι γραπτές παροτρύνσεις, μα είναι καιρός πια να βγούμε για λίγο απ’ τη βολή της κουζίνας μας και να γίνουμε ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.


Μόνο έτσι θα καταννοήσουμε τη δυναμική της κοινωνικής κουζίνας: Στο δρόμο γινόμαστε όλοι μια παρέα, δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, κανείς δεν θα χρειαστεί να τσαλακωθεί για να ζητήσει μια μερίδα φαϊ. Μαγειρεύουμε όλοι μαζί, βοηθάμε στο σερβίρισμα, τρώμε παρέα, συζητάμε και μοιραζόμαστε ιδέες και έγνοιες,  και στο τέλος φεύγουμε με το στομάχι και την ψυχή χορτάτα. Ο μόνος που θα μείνει νηστικός, θα είναι ο φόβος. 


φωτογραφίες προσωπικές και απ' τη σελίδα στο facebook


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Επί τη ονομαστική του εορτή


«Χρόνια πολλά κυρ-Λευτέρη!» ακούστηκε η βραχνιασμένη φωνή του καφετζή απ’ το μικρό κουζινάκι που έψηνε τον πρώτο καφέ της μέρας. Ένα υποτονικό «Να’σαι καλά ρε φίλε...» ακούστηκε μέσα απ’ τα κιτρινισμένα δόντια του εορταζόμενου, καθώς  έσερνε την καρέκλα του ανάποδα για να βλέπει έξω. Καθάρισε με το μανίκι το νοτισμένο απ’ την υγρασία του απόβροχου τζάμι, για να ξεχωρίζει καλύτερα τις φιγούρες στο δρόμο. Την ώρα αυτή ξεκινούσε η  ιεροτελεστία του «βαρύ γλυκού μετά δημοσίων θεαμάτων» όπως χαριτολογούσε στους πρωινούς θαμώνες. Χάζευε τα περαστικά παιδιά που πήγαιναν σχολείο, παρατηρούσε τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα, μάντευε τις έγνοιες των περαστικών μανάδων που έσερναν βαρύθυμα  καρότσια με μωρά και σακούλες με ψώνια κρεμασμένες στα πλαϊνά χερούλια, τους μαγαζάτορες  που σήκωναν τα ρολά των εμπορικών τους, τον παλαίμαχο κουλουρά με τα ζεστά σταφιδόψωμα και τα ολόφρεσκα θεσσαλονικιώτικα κι όπως τον έβλεπε να στέκει ορθός στο  πρωινό αγιάζι με το ζαβό του πόδι να κρέμεται στον αέρα, παρακάλαγε να ξεπουλήσει γρήγορα την πραμάτεια του και να γυρίσει στη ζέστα του σπιτιού του. Κι έτσι γινόταν, δεν έφτανε η μέρα στη μέση της κι ο ηλικιωμένος κουλουράς τάιζε ήδη τα περιστέρια με τα σουσάμια που είχαν απομείνει στην τάβλα του.

Δεν το άλλαζε με τίποτα τούτο το πρωινό αντέτι, ήταν η μόνη διαφυγή απ’ τις μοναχικές ώρες που ακολουθούσαν στους μουχλιασμένους τοίχους του δωματίου του. Δωμάτιο καθ’ υπερβολήν, ένα πρώην πλυσταριό ήταν στην ταράτσα μιας μαθουσάλειας διπλοκατοικίας, που η ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του το νοίκιαζε μ’ ένα πενιχρό ποσόν για να συμπληρώνει τη σύνταξή της. Στο λιλιπούτειο δωματιάκι του,  ο κυρ-Λευτέρης είχε νοικοκυρέψει τα λιγοστά του έπιπλα και ζούσε παρέα με τις αναμνήσεις  και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των αγαπημένων του, μοναδικά στολίδια στους ξεφλουδισμένους  τοίχους.  Η γιορτή του σηματοδοτούσε χρόνια τώρα την απαρχή του εφιάλτη του. Τις γιορτινές μέρες που ακολουθούσαν, η μοναξιά γινόταν ανήμερο θηρίο, τα βράδια ξαγρυπνούσε πλάι στη φωτογραφία της κυρά-Θάλειας που η κακή της μοίρα την πήρε μακριά του πριν λίγα χρόνια, τα παιδιά ξενιτεμένα σε κάτι θειούς στον Καναδά, απ’ τις φωτογραφίες που έστελναν μ’ ένα μικρό χαρτζιλίκι «για τα φάρμακα και να βάλεις πετρέλαιο στη σόμπα», γνώρισε τις οικογένειες τους, καμάρωνε τα εγγόνια του και προσευχόταν να τους έχει ο Θεός καλά.

Είχε μεσημεριάσει πια, μακρινές αστραπές φωσφόριζαν στο σκοτεινιασμένο ουρανό, σμήνη πουλιών πετάριζαν  προς τις δεντροφωλιές τους, ο καφετζής μάζευε βιαστικά το μαγαζί,  μόνο ο κυρ-Λευτέρης είχε απομείνει  μαραζωμένος που οι λιγοστοί του φίλοι δεν ήρθαν να τους κεράσει, μα τέτοια γιορτάρα μέρα λίγοι αφήνουν τις οικογένειές τους για να τρέχουν στους καφενέδες.

 Λίγο πριν σουρουπώσει, τρόμαξε απ’ τα  ποδοβολητά στη σπειροειδή σκάλα που οδηγούσε στο ταρατσάκι του. Το επόμενο λεπτό, είχε  ανοίξει απότομα  η πόρτα  κι η παρέα των καφενόβιων φίλων είχε μπουκάρει στο δωματιάκι. Ο Μανώλης μ’  ένα ασκί μαρουβά και καλτσούνια με τυροζούλι,  ο Παντελής με καβρουμάδες και λουκάνικα, ο Χιώτης με κουρμάδες και μαστέλα κι ο Αναστάσης ο χόλμπας μ’ ένα τσουκάλι αχνιστά  γιαπράκια «πεσκέσι απ’ την κυρά για τη γιορτή σου». Προς επίρρωση όλων, ο καφετζής με το καλό του κουστούμι  κι ένα ταψί ζεστό ρεβανί:  «Να πάν’οι πίκρες κάτω ρε Λευτέρη!»

 Η ιστορία του κυρ-Λευτέρη φιλοξενήθηκε με άλλες είκοσι μία υπέροχες συμμετοχές,  
στον 10ο κύκλο του ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, στο χώρο της Μαρίας μας (mytripsonblog). 
Ο ήρωας της ιστορίας εκπροσωπεί όλους τους μοναχικούς-απόμαχους της ζωής που θα περάσουν και φέτος τις γιορτινές μέρες πίσω απ’ τα παχνισμένα τζάμια ενός καφενείου, γύρω από μια αναμμένη σόμπα θα ζεστάνουν τα ροζιασμένα χέρια τους για να έρθει κοντά η μία ψυχή με την άλλη.