Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων «Η Γαλήνη»


Άργησα, δε γινόταν να’ρθω νωρίτερα, είχα ένα βουνό άπλυτα, να βάλω πλυντήρια, να ετοιμάσω και το τραπέζι γι απόψε, ήρθαν και τα σόγια απ’ το νησί, τα παιδιά γκρινιάζουν θέλουν να βγουν με την παρέα τους, «Να μείνετε το βράδυ στο τραπέζι  κι ύστερα να βγείτε» τους παρακάλεσα, λύσσαξε ο πατέρας τους: «Σαν τα μούτρα σου τα’κανες!», μπήκε στη μέση κι η μάνα του: «Σκυλοπνιγήκαμε να’ρθουμε να σας δούμε κι εσείς θα ξεπορτίσετε πάλι, κι εσύ ρε χριστιανή μου δε γίνεται να μην πας απόψε, κι εγώ μάνα είμαι, τι είμαι; ξένη είμαι;… σάματις τι περιμένεις, να ξανάρθει στα συγκαλά της;… τόσες ώρες ξοδεμένες σε μια καρέκλα λες και της προσφέρεις τίποτα… εδώ είναι η θέση σου, στο σπίτι σου, στην οικογένειά σου, τι μάνα είσ’ εσύ;»…

«Δίκιο έχει η γιαγιά, τι μάνα είσ’ εσύ;», μου φώναξε ο μεγάλος καθώς έφευγα, βλέπεις τον είχε χαρτζιλικώσει νωρίτερα κι αμέσως να της το ξεπληρώσει, τόσο του κόβει κι αυτουνού… κι έτσι όπως ερχόμουν κοντά σου, πιάνει μια δυνατή μπόρα στο δρόμο, ανοίξαν οι ουρανοί ρε μάνα… και ξέρεις τι θυμήθηκα;… τις μπουγάδες σου στην αυλή μας, τα λουλακιασμένα σεντόνια σου και τα δαντελωτά σου ασπρόρουχα… θυμάσαι πώς καμάρωνες ρε μάνα κάθε που τ’ άπλωνες αχνιστά απ’ το καυτό νερό και μοσχοβόλαγε όλη η γειτονιά σαπούνι και πάστρα;… έλειπες στη δουλειά κι εγώ εκεί, πιστός φρουρός της μπουγάδας μας… να μη πάνε χαράμι τα σκυψίματά σου στη σκάφη, να γλυτώσω από μια νέα πλύση τα γδαρμένα σου χέρια… να γυρίσεις σπίτι και να τα βρεις κάτασπρα κι αστραφτερά, διπλωμένα πλάι στη σόμπα να στεγνώνουν την υγρασία τους… θυμάσαι ρε μάνα;… κι όπως θάμπωναν οι σταγόνες το τζάμι του λεωφορείου, ξεπρόβαλε η αυλή μας στο βάθος, η ροδιά μας είναι φορτωμένη καρπούς αυτή την εποχή και στο κυπαρίσσι έχουν στήσει τις φωλιές τους καρδερίνες και κοτσύφια… κι έγινε θάλασσα ο φιδωτός δρόμος και το σπιτάκι μας ένα μικρό βαρκάκι με τ’ απλωμένα σου ασπρόρουχα για ολόλευκα πανιά. «Γαλήνη» θα το λέω και θα είναι το μυστικό μου καταφύγιο όταν έρθουν οι αναβροχιές.

Και ξέρεις τι με πονάει πιο πολύ ρε μάνα; Κανείς δεν θα μαζέψει την απλωμένη μου μπουγάδα απόψε. Εκεί θα τα βρω, δαρμένα απ’ τον αέρα και τη βροχή, κανείς δεν θα τα προστατέψει, κι όσο τα πλένω, αυτά θα γίνονται όλο και πιο γαριασμένα… κρεμασμένα στο συρματόσχοινο πάνω απ’ τον ακάλυπτο…


[Συμμετέχει στην ιδέα της Ελένης να μπούμε στη φωτογραφία της και να διηγηθούμε αυτά που «βλέπουμε». Την ευχαριστώ πολύ για το εισιτήριό της σ’ αυτό το ταξιδάκι στο χωροχρόνο].

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Τα χιόνια του φωταγωγού

Το χειμώνα των μετεωρολόγων δεν τον φοβάμαι.
Θα περάσει.
Τη βαρυχειμωνιά πίσω απ’ τις πόρτες των σπιτιών τρέμω.
Τις αγωνίες που πέφτουν σα πυκνές νιφάδες σε κάτι υγρά διαμερίσματα με γλίσχρα μέσα.

«Θα φτάσει το πετρέλαιο;»
«Mήπως βάλουν υγρασία οι τοίχοι;»
«Κι αν αρρωστήσει το παιδί τι θα κάνουμε;»

Εδώ δεν υπάρχει συνεργείο διάσωσης. Ούτε εκχιονιστικό, ούτε αλάτι που να λιώνει τους πάγους.
Μόνο μια ύστατη προσπάθεια την ώρα που κοιμάται…
Να σκεπάσεις τα όνειρά του.

Με ό,τι σου βρίσκεται πρόχειρο να το ζεστάνεις. Εν ανάγκη… και με τα καυτά σου δάκρυα.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Δυο παντούφλες δίχως ήρωα

 -       Το σπαθί μου βρε χριστιανή μου, πού είναι το σπαθί μου;
-         Τι να το κάνεις βρε Θόδωρε το σπαθί; Δεν το δώσαμε στο ανιψάκι σου τις απόκριες που ντύθηκε νίντζα;
-         Και το λοφίο; Πώς θα δώσω συνέντευξη δίχως λοφίο;
-         Ε, πες ότι το πήρε ο αέρας και το πέταξε σε μια βραχονησίδα.
-         Αυτό το είχα πει παλιότερα και δεν έπιασε… κι εσύ ρε χριστιανή μου τι πας και θυμάσαι; Τόση ένδοξη ιστορία έχω αφήσει πίσω μου, αυτό βρήκες;
-         Δεν θέλω να σε κακοκαρδίσω, αλλά μόνο μια μπουκάλα σου απόμεινε. Κι αν δεν τη θες κι αυτή, θα περάσει ο παλιατζής σε λίγο να του τη δώσω, να μας αδειάσει και τη γωνιά.

-         Κι η μεγάλη μου στολή; Οι αρβύλες; Η χλαίνη; 
-         Κάποτε έλεγες ότι όλ’ αυτά είναι ακατάσχετος φετιχισμός, το ξέχασες;
-         Δηλαδή… τα ξεπούλησες όλα;
-         Μαζί τα φάγαμε Θόδωρε. Κι ύστερα, μη νομίζεις… σχεδόν τίποτα δεν πιάσανε, ο παλιατζής ζητούσε και ρεγάλο για να τα πάρει.
-         Ο κρετίνος… ο αδαής χωριάτης… ο τίποτας!... να πάθει άσθμα και να του πέσουν τα μαλλιά… θέλω να τα πάθει αυτά!
-         Έχεις πάθει ποτέ κρίση άσθματος;… αν το είχες περάσει, δεν θα’ λεγες τέτοια λόγια. Και να σου πω… δεν ακυρώνεις τη συνέντευξη καλύτερα; Πώς θα βγεις;… με το σώβρακο;
-         Εκείνο το γκρι το παντελόνι;… μη μου πεις ότι πάει κι αυτό.
-         Είναι τρύπιο στον πισινό μωρέ Θόδωρε. Κι ο καβάλος είναι επικίνδυνα διεφθαρμένος. Μια κίνηση να κάνεις και σκίστηκε.
-         Ρε πούστη μου, πού είναι οι εποχές που φόραγα τα μελανζέ και τα σανζάν;
-         Φύγανε οριστικά μαζί με τον Οτσαλάν.
-         Εγώ είμαι εθνικά περήφανος για τον τρόπο που το χειρίστηκα τότε… να σου πω, άμα είμαι συνεχώς καθιστός θα το καταλάβουν;… για πήγαινε από κει να δεις… φαίνεται η τρύπα;
-         Με εθνική περηφάνια κι αυτή!... για βάλε το δεξί πόδι λίγο μπροστά… τέντωσέ το… όρθιο το πέλμα… ρίξε και το χέρι πάνω στο μπούτι να κρατάς κόντρα… και βάστα αναπνοές Θόδωρε γιατί τα κουμπιά είναι έτοιμα για εκτόξευση…  για να δω… καλούτσικα τώρα… μη ξεχαστείς μόνο και σηκωθείς όρθιος ε;… ρεζίλι θα γίνουμε!
-         Παπούτσια να βάλω ή μπα;
-         Έκοψες τα γιδόνυχα;
-         Άσε, με τις παντόφλες καλύτερα, να δείχνω κι άνετος. Έχει και συμβολισμούς άλλωστε αυτή η παντόφλα. Ένας φτωχός συνταξιούχος που οι στυγνοί κομμουνιστές του έκοψαν το ΕΚΑΣ και δεν έχει ούτε για παπούτσια πια! Καλό ε;
-         Μη σ’ ακούσει μόνο κανένας ορίτζιναλ φτωχός συνταξιούχος και σε πάρει με τα γιαούρτια.
-         Ανοησίες! Λοιπόν, κάτσε ν’ ανακεφαλαιώσουμε. Μπαίνει η δημοσιογράφα, τη φέρνεις εδώ στη βιβλιοθήκη στο δερμάτινο σαλονάκι, της δίνω το αριστερό χέρι γιατί με το δεξί θα συγκρατώ τον καβάλο, κι όχι πολύ τεντωμένο το χέρι, «γκιβ μι φάϊβ!» θα της πω, να δει ότι ξέρω και μόρτικα αγγλικά, να βγάλουμε και μια αναμνηστική απ’ την ιστορική συνέντευξη μ’ αυτήν την ξανθιά διανοούμενη, την ογκόλιθο της δημοσιογραφίας κι αν δω τα σκούρα, θα ξεκουμπώσω το κάτω κουμπάκι του πουκαμίσου να την κομπλάρω και λίγο. Τι λες;

-         Ξέρεις τι λέω μωρέ Θόδωρε; Να με συμπαθάς κιόλας που πήρα πρωτοβουλία κι ήρθα απρόσκλητος.
-         Ποιος είσ’ εσύ πάλι;
-         Ο καθρέφτης σου, δε μ’ αναγνωρίζεις; Εντάξει, σου πέφτω λίγο τσουρούτικος γιατί δεν χωράς ολάκερος εδώ μέσα, αλλά κάτι μπορεί να διακρίνεις.
-         Δίνε του, το καλό που σου θέλω!
-         Ευχαρίστως! Πριν φύγω μόνο να σου πω ότι αυτό το σύμπλεγμα που ετοίμασες είναι για τα πανηγύρια.
-         Ποιο σύμπλεγμα ρε;
-         Εσύ, οι παντόφλες, η τρύπια ιστορία σου και τα μόρτικα τα φληναφήματά σου… σα σούστα είστε ρε Θόδωρε. Σαν αργοκίνητη, παλιά σούστα. Τα γκέμια κι η σέλλα μόνο σου λείπουν και θα μπεις οριστικά στο πάνθεον των γραφικών πολιτικάντηδων.
-         Εγώ ρε; Εγώ μου τα λέω αυτά; Ξέρω ποιος είμ’ εγώ;
-         Δυο παντούφλες μείνανε Θόδωρε, παρ’ το απόφαση. Δυο θλιβερές, βουλιαγμένες παντούφλες. Κι αυτές δηλαδή έχουν απηυδήσει πια απ’ το βάρος σου. Κοντά είναι η μέρα που θα πάρει η μία την άλλη αγκαζέ και θα κόψουν ρόδα μυρωμένα. Και ξέρεις πώς θα μείνεις στην ιστορία Θόδωρε; “Ο ξυπόλητος ήρως”.


[O τίτλος της ανάρτησης είναι παράφραση της αγαπημένης ταινίας «Ένας ήρως με παντούφλες», με τον αξέχαστο Λογοθετίδη. Οι φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο.
Ο διάλογος δεν είναι παρά μια φανταστική μυθοπλασία για το τι είχε προηγηθεί της τελευταίας συνέντευξης του τέως υπουργού. Με αφορμή τις «ευχές» του για ασθματικές καταστάσεις, εν μέσω μάλιστα Χριστουγέννων που είθισται να ερχόμαστε πιο κοντά στον Πανάγαθο και να μοιράζουμε ευχές για υγεία και καλή χρονιά. Δυστυχώς υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι και μικρά παιδιά που νοσούν από χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις και που διαβάζοντας τέτοιες παιδαριώδεις συνεντεύξεις, μόνο το σταυρό τους μπορούν να κάνουν και να φτύνουν τον κόρφο τους. 
Ίσως και τον συνεντευξιαζόμενο].

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

"Με τα Φώτα του ο Γενάρης όλης της χρονιάς μπροστάρης"

Κόντρα στις προβλέψεις για φονικό χιονιά και ακραία καιρικά φαινόμενα, γιορτάσαμε τα πιο ηλιόλουστα Θεοφάνεια και τον αγιασμό των υδάτων. Στο μικρό λιμανάκι έξω απ’ την Ελευσίνα, μια παρέα νέα αγόρια βούτηξαν στο νερό και κολύμπησαν ως τη μικρή ψαρόβαρκα απ’ όπου ο παππάς έριξε το σταυρό στη θάλασσα. Βγήκαν απ’ το νερό συγκινημένοι και περπάτησαν ξυπόλητοι ως το μικρό εκκλησάκι για να παραδώσουν τον ξύλινο σταυρό δεμένο γύρω από  ένα ματσάκι βασιλικού.  Μια μικρή ανθρώπινη πομπή τους ακολουθούσε εν μέσω εμβατηρίων απ’ την τοπική μπάντα, οι φίλοι τους, οι συγγενείς που καμάρωναν βουρκωμένοι, οι επίσημοι κι οι ανεπίσημοι της μικρής κοινωνίας, όλοι μια παρέα που ανέβαινε ως το φρύδι της πόλης στο μικρό κατάλευκο εκκλησάκι με τις μαρμάρινες γούρνες στο προαύλιο να κυλάνε το αγιασμένο νερό απ’ τις μπρούτζινες βρύσες τους. Ευχές και παρακλήσεις ηχούσαν από παντού, κάνοντας τη μέρα ακόμα πιο λαμπερή και ιερή κι ο ήλιος από πάνω σιγοντάριζε με τις ζεστές αχτίδες του, να ζεσταθούν οι ψυχές, να στεγνώσουν τα δάκρυα και να βρει ξανά ο κόσμος τη φώτιση και την ελπίδα.

Κόντρα στις διαπιστώσεις για μοναξιά και παραίτηση κι εκεί που οι κάμερες –ευτυχώς- δεν έχουν ακόμα πρόσβαση, υπάρχουν ανθρώπινες κοινωνίες που γιορτάζουν, χαμογελούν, ελπίζουν και δεν το βάζουν κάτω.

Χρόνια μας Πολλά και καλή Φώτιση στις ψυχές μας!