Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Το pin της γιαγιάς

«Να ξετελέψω δα τα χορταρούδια και θα σας εκάμω πιταράκια που σας αρέσουνε». 
Τα χορταρούδια της γιαγιάς που τότε τα περιφρονούσαμε και ψάχναμε ευκαιρίες να πάρουμε στη ζούλα κανένα σουβλάκι απ’ το λιμάνι, εκτιμήθηκαν δεόντως με τα χρόνια κι η διατροφική τους αξία αναγνωρίστηκε πανηγυρικά. Αν η γιαγιά βλέπει από κει πάνω  τα πιάτα της  να διαπρέπουν σήμερα σαν γκουρμεδιές στο εξωτερικό, θα σφίγγει το κεφαλομάντηλό της χαμογελαστή και θα μας κατακεραυνώνει με τη στεντόρεια φωνή της: «Θωρείτε  βρε κοπέλια που σας τα’λεγα τοτεσάς;»

Η γιαγιά δεν είχε χρυσούς σκούφους και καριέρα στην τηλεόραση, ούτε γράμματα  ήξερε, ούτε συνταγές και πάγκους παρασκευής διέθετε. Τα χόρτα του τόπου της, ήταν αυτά που κράτησαν ταϊσμένη την οικογένεια στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, συνοδευόμενα σπανίως με κανένα καρβέλι που φυγάδευε με χίλιους κινδύνους κάποιο απ’ τα εννιά παιδιά της και που αν δεν ήταν η πείνα να τους έχει κάνει αγριμοπόδαρους, οι γερμαναράδες θα τους είχαν στήσει στο εκτελεστικό με συνοπτικές διαδικασίες. Από τότε, τα χόρτα και τα βοτάνια της Κρήτης γινήκανε αγαπημένη συνήθεια και μ’ αυτά γιατροπόρεψε και ανάστησε παιδιά και εγγόνια.

Τα χορταρούδια της γιαγιάς, απόκτησαν με το χρόνο πολυδιάστατες χρήσεις και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Τα αγριόπρασσα, οι καυκαλήθρες και τα μυρώνια, για τσιγαριαστά τσικάλια με κατσικάκι. Ο στύφνος, οι βρούβες, τα σταμναγκάθια και οι ασκόλυμπροι, βρασμένα με λαδάκι και μπόλικο λεμόνι. Οι άγριες αγκινάρες, ωμές με ξυδάκι για τις νηστίσιμες μέρες της Μεγαλοβδομάδας. Αγριομάραθα, κουτσουνάδες και λάπαθα για πίτες και γιαχνιστά τσικάλια με χοχλιούς. Ασφόδελους, αμανίτες και σπαράγγια, για σφουγγάτα στη χόβολη. Και τα θρυλικά γυάλινα βαζάκια της με τα δίκταμα, τις μαλοτήρες, τ’ αρισμαρί και τα φασκόμηλα, αλφαδιασμένα στο μικρό ραφάκι της κουζίνας, με μια λευκή δαντελίτσα καρφωμένη στο γείσο, πάντα σ’ ετοιμότητα να προσφέρουν τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, συνοδεία θυμαρίσιου μελιού ή σιροπιού από πετιμέζι. Η “αντιβίωση” της γιαγιάς αποδείχτηκε αλάνθαστη και αποτελεσματικότατη.

Στα χρόνια της ευδαιμονίας και της πολυφαγίας, η γιαγιά έμεινε πιστή στις παραδόσεις της. Τα πιάτα της μας περίμεναν πάντα αχνιστά και μοσχομυριστά, αραδιασμένα πάνω στο λινό τραπεζομάντηλο, όσο αυτή μας καλωσόριζε με τα χέρια της ορθάνοιχτα στην αυλόπορτα. Η μερίδα της ήταν πάντα λιγοστή, μα καλοχόρταινε να μας παρατηρεί να γεμίζουμε τις αισθήσεις και το στομάχι μας με τις λαχταριστές μαγεριές της. Ένα τσούρμο παιδιά τότε, με τις φανέλες μας ιδρωμένες απ’ το παιχνίδι και τα μάγουλά μας γδαρμένα απ’ την αλισάχνη, γεμίζαμε τις αποσκευές μας με εικόνες, τρυφερές στιγμές κι αληθινό νοιάξιμο· η συρμαγιά μας για το μέλλον, που τότε δεν μπορούσαμε να την εκτιμήσουμε ως της άξιζε.

Κάθε σούρουπο, καθώς η νύχτα σκέπαζε τρυφερά με το σεντόνι της την πόλη, με προβολέα το φεγγάρι να φωτίζει το ενετικό κάστρο και υπό την πολύβουη ορχήστρα των τζιτζικιών, η αυλή της γιαγιάς  γινόταν ιερή τράπεζα κι εμείς μύστες μιας πανάρχαιας τελετής που υμνούσε την αγάπη, το φιλότιμο, την καθαρή ματιά και το στητό περπάτημα. Κατέβαινε κι ο παππούς απ’ το ουράνιο μεϊντάνι του, παρέα με τον Φουσταλιέρη που έπαιζε το μπουλγαρί του και πλάι απ’ το πιθάρι με τη βυσσινιά βουκαμβίλια, χόρευε ο πατέρας με τα χέρια του ανοιγμένα σαν το Χριστό πάνω στο σταυρό του, με τα βυζαντινά του μάτια δακρυσμένα απ’ την κατάνυξη «Όσο βαρούν τα σίδερα / αμάν-αμάν βαρούν τα μαύρα ρούχα…»

Ζωντάνευαν οι διηγήσεις της γιαγιάς για τις παλιές αποσπερίδες, τότε που σχημάτιζαν μικρούς πύρινους κύκλους από παρέες κι αυτοσχέδια γλέντια, για να ξορκίζουν τον πόνο τους και να μένουν ενωμένοι σα μια γροθιά απέναντι στον κατακτητή. Με μοναδικά όπλα το σεβασμό στις ρίζες τους  και την επίγνωση του χρέους τους.  Παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν κι έντιμοι με την ιστορία που άφηναν πίσω τους.

Η γιαγιά έφυγε στα βαθειά της γεράματα, έχοντας τη συνείδησή της εναργή και σε πλήρη λειτουργία. Πριν απαντηθεί με το σύντροφό της στο μπεντένι του Θεού, μας εμπιστεύτηκε τον κωδικό πρόσβασης στην ευζωία: «Να μη τρώτε μπουνταλές, αμέ μόνο ό,τι σας πέμπει η μάνα-γη… γιάε, τα χορταρούδια και τα μάθια σας! Ούλα σας τα ορμήνεψα, ξα σας τώρα!»

Τη γιαγιά τη βλέπουμε τακτικά να ξεκορφίζει με το κρητικό μαχαίρι και το υφαντό της βουργιάλι τους μπαξέδες του παραδείσου, να στήνει βεγγέρες με το παρεάκι της και να ροζωνάρει με τους αγγέλους. Εκεί που τελειώνει η θάλασσα κι αρχινάει η γραμμή τ’ ουρανού,  στο φαράγγι των νεκρών στο Ζάκρο, στις χαραυγές του Φραγκοκάστελου παρέα με τους Δροσουλίτες, στα γκρέμια του Ψηλορείτη συντροφιά με τους Κουρήτες που φυλάνε ακόμα τα περάσματα των θεών ως το ξωκλήσι της Παναγιάς στην αετοφωλιά του Μέρωνα, εκεί που δραπετεύουν οι θνητοί αφήνοντας πίσω τις πολύτιμες κληρονομιές τους.

Ένα κερί αναμμένο στη μνήμη τους να σιγοκαίει την προσδοκία μας. Πως θα μυρίζουν βασιλικούς και μαντζουράνες οι χειμώνες μας, πως θ’ ακούγονται τα βήματά τους στα κεφαλόσκαλα, πως τα λόγια τους θ’ ανθίζουν στους χωματένιους δρόμους, θα βγάζουν αγριοφράουλες και δυόσμους και θα καθόμαστε αντάμα στα γιορτινά τραπέζια, να υψώνουμε ποτήρια και να καλοπιάνουμε τα σύννεφα στ’ Αστερούσια, να παραμερίζουν για λίγο τα περάσματά τους, να κοινωνούμε μαζί τους το πρώτο κρασί του βαρελιού και τα καζανέματα και τα γλέντια στις απάνω γειτονιές. 

[Φιλοξενήθηκε στο ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ του Γιώργου Ιατρίδη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά!]


Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι απ’ το διαδίκτυο

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο νικητής του Survivor

Έχει Άγιο Δομίνικο το Σχιστό;
Έχει και παραέχει.
Και παίκτες έχει, απ’ αυτούς του ορίτζιναλ όμως, που δεν τραβαγιάρουν για μια τηλεθέαση, αλλά για ένα μεροκάματο.
Κυριακή πρωί στο παζάρι του Σχιστού.  Ένα εμπριμέ ποτάμι από ανθρώπους, πάγκους και πραμάτειες. Ένας δρόμος που μετράει σχεδόν τρία χιλιόμετρα, με κάθε λογής προϊόντα προς πώληση. Από αυτοκίνητα μέχρι ωδικά πτηνά. Απ’ την αρχή της διαδρομής, ακουγόταν πίσω μας  μια στεντόρεια  φωνή που τραγουδούσε λαϊκά τραγούδια, συνοδευόμενη από ένα ακορντεόν.  Ο νεαρός κάτοχος της φωνής, διέσχιζε με σταθερό βηματισμό το δρόμο, παίζοντας ασταμάτητα τις νότες του και  τραγουδώντας το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Έκανα στην άκρη για να περάσει, όταν διαπίστωσα πως βάδιζε σαν κουρντισμένος σε μια τυφλή ευθεία και ξαφνιάστηκα στη δεύτερη διαπίστωση· είχε πρόβλημα όρασης, ωστόσο περιδιάβαινε με άνεση το παζάρι σαν να ήξερε με ακρίβεια τη διαδρομή, τραγουδώντας ασταμάτητα και συγκρατώντας στο ένα του χέρι ένα πλαστικό ποτηράκι για τα κέρματα. Ήταν μια αλλόκοτη σκηνή, σαν αυτές που νιώθεις πως είσαι σε λάθος διάσταση, πως αυτό που βλέπεις  κι ακούς, θα ταίριαζε σε μια μουσική σκηνή κι όχι στους δρόμους ενός παζαριού. Όχι πως είχε ανάγκη το μικρόφωνο, ο άνθρωπος ήταν μια κινητή ορχήστρα από μόνος του και η φωνή του ήταν σκάλες καλύτερη από επαγγελματίες τραγουδιστές που απολαμβάνουν την άνεση της πίστας και την αποθέωση του κοινού τους.
 Στην επιστροφή τον συναντήσαμε σε μια υπαίθρια ψησταριά, να δέχεται τα κεράσματα μιας παρέας. Με το βλέμμα του υψωμένο στον ουρανό κι ένα γαλήνιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης, σήκωνε το ποτήρι του προς όλες τις κατευθύνσεις . Ύστερα από λίγο ζαλώθηκε τ’ ακορντεόν  και πριν πιάσει πάλι τις νότες του, μας άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα της ψυχής μας  για να μπει το φως του:  «Παιδιά… την υγειά μας να’χουμε κι όλα θα γίνουν!..»

Ψάχνοντας αργότερα στο διαδίκτυο, βρήκα τον Αντώνη τον Μερακλή, που βλέπει  όσα δεν μπορούμε να δούμε όλοι εμείς οι ανοιχτομάτηδες· που σπούδασε μουσική και διαβάζει βιβλία, που οργώνει τις αγορές για να κερδίσει αξιοπρεπώς ένα μεροκάματο, που θαυμάζει τον Γονίδη και ονειρεύεται τη μέρα που θα παρατήσει το δρόμο και θα  βρεθεί σε μια μουσική σκηνή. Αξίζει το χρόνο και τον κόπο μας αυτό το σύντομο βίντεο, με μια συνέντευξή του σε πρωινή εκπομπή. Προσέξτε την αντίδρασή του όταν ερωτάται πώς θα νιώσει την πρώτη μέρα που θα βρεθεί σ’ ένα μουσικό στέκι…
 Παρά τις υποσχέσεις της παρουσιάστριας βέβαια, ο Αντώνης συνεχίζει να παίζει στους δρόμους και να χαραμίζει το καταπληκτικό του ταλέντο, την ψυχή και το πάθος που έχει για το τραγούδι. Υπάρχουν κι άλλα βίντεο με τον Αντώνη, σ’ ένα απ’ αυτά τον επισκέπτεται σπίτι του το ίνδαλμά του ο Γονίδης και του κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Ίσως να έχει ήδη καταφέρει να έρθει πιο κοντά στο όνειρό του, ίσως και όχι. Όπως κι ίδιος έχει διαπιστώσει άλλωστε, η πίστα σήμερα θέλει τσαχπινιά και καλή εμφάνιση, η φωνή και το ταλέντο δεν αρκούν.  Εκείνο που δεν μπορούμε όλοι εμείς να καταλάβουμε, είναι τι χρώμα έχουν τα όνειρά του.  Ίσως και να είναι λιγότερο γκρίζα απ’ τα δικά μας…
 Στην προσωπική μου κλίμακα, αυτό το παιδί είναι ο απόλυτος νικητής του ριάλιτι που λέγεται ζωή και ανθρώπινη δύναμη. Ο Ιρλανδός συγγραφέας C. Lewis είχε πει: «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που λένε στο Θεό “γενηθήτω το θέλημά σου” κι αυτοί που τους λέει ο Θεός “καλά, κάνε ό,τι νομίζεις”. Κι ο Αντώνης κάνει αυτό που γουστάρει. Και το κάνει έντιμα και παλληκαρήσια.  Μπορεί να μην κατακτήσει ποτέ τη showbiz, αλλά έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Να μας ξεναγεί στα  δικά του φωτεινά μονοπάτια, αυτά που ούτε καν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπάρχουν.


Περισσότερα, στη σελίδα του στο fb: https://www.facebook.com/AntonesMerakles/

H φωτογραφία είναι της Ασπασίας Κουλύρα

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Σ’ αυτόν τον τόπο όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι… [Γιώργος Σεφέρης]

Ευγένιος Ντελακρουά, Επεισόδιο του ελληνικού αγώνα, λάδι σε μουσαμά
 Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη,
Αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.

Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το
 21,
Αλλά ο νους σου θα πάει στην
 Ορίτζιναλ.

Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα
Τι να λένε σε σένα; Σε σένα που βιάζεσαι να φύγεις.
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.

Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο
και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω για αλλού...
Σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία,
ή και περισσότερα χρόνια…

Θα σου µιλήσω σταράτα,
για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.

Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις,
οι µαθητές που δίδαξα φέτος
στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεβάστηκαν,
αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.

Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές
δε µε σεβάστηκαν, µε προσέβαλαν κατ' επανάληψη.
Με έργα, µε λόγια, µε ύβρεις.
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος
που µε σόκαρε, που µε έβαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει
πως κάτι σάπιο υπάρχει σ’ αυτό το σχολείο.
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος
το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά
και στο ηθικοπλαστικό του έργο,
στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.

Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία
είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας,
των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε
πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση.
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα,
θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,
θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,
θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,
θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όµως θέλετε µια συµβουλή από ένα δάσκαλο,
σκεφτείτε το παράδειγµα του
 Μακρυγιάννη,
που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν,
για να καταλάβει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια
ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.
Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο
και έµαθε πέντε κολλυβογράµµατα,
για να µας πει την ιστορία του βίου του,
το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.

Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,
και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη
να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε,
το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας,
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από
τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον
 Γιώργη Καραϊσκάκη.
Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς,
αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά µάθαµε σαν µπέσα.
Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.
Να αναλαµβάνετε τις ευθύνες σας.
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον.
Να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του
ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου,
του
 Νικηταρά.
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,
συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του
κι έπειτα
 φυλακίστηκε,
για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά,
σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειμμένος απ’ όλους.
Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα
κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει
από την κυβέρνηση µια πλούσια σύνταξη,
απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείβει πολύ καλά,
λέγοντας ψέµατα, για να µην προσβάλει την πατρίδα του.


Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.
Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,
μπορείτε ν’ ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας,
να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα
για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που
αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαµβάνοµαι.
Πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική,
όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,
της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.

Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της.
Περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά
και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους
σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή µας
να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση,
να ξεψυχά απ’ την τηλεοπτική ανία,
να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας…

Μόνο σ’ εσάς ελπίζω,
στην ειλικρινή σας διάθεση
ν' αγωνιστείτε,
ν’ αντισταθείτε,
να πολεµήσετε,
να νικήσετε.

Μη µας απογοητεύσετε.

[Οµιλία Δασκάλου για την επέτειο της 25ης Μαρτίου - 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών]



«Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου”, καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄” – εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Τρικολόρε

[η μαύρη εκδοχή]
«Μη περιμένεις την ευτυχία να σου χτυπήσει την πόρτα», μου λέγαν οι μεγάλες.
«…κυνήγα τη μοίρα σου μη σε κυνηγήσει εκείνη!»
Ήμουν η μικρότερη βλέπεις και μου το παίζανε άνετες κι ωραίες. Αυτές είχανε πάντα την πρωτοκαθεδρία στο σπίτι. Καινούργια ρούχα, μοντέρνα παπούτσια, εξόδους κι εκδρομές με τις παρέες τους. Εγώ μια ζωή έμενα πίσω γιατί δεν καταδεχόντουσαν να με παίρνουν μαζί τους. «Τι να το κάνουμε το μυξιάρικο μαζί μας;» λέγανε στη μάνα κάθε φορά που στολιζόντουσαν για να βγουν. Χτυπιόμουν να με πάρουν έστω μια φορά μαζί τους στα πάρτι που πηγαίνανε, έκλαιγα γοερά στην εξώπορτα κι αυτές εκεί… πείσμα και ξιπασιά. Ποτέ δεν μου ψώνισαν δικά μου ρούχα, ποτέ δεν απόκτησα τα παιχνίδια που λαχταρούσα· με τ’ αποφόρια τους με ντύνανε και τα στραπατσαρισμένα τους παπούτσια, όταν τα βαριόντουσαν και τα είχαν για πέταμα. Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ για πέταμα ήμουν, αφού ένα βράδυ πήρε τ’ αυτί μου τη μεγάλη να λέει στη μάνα μας «το μικρό κατά λάθος το κάνατε ε;». Έφαγε κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα που ακούστηκαν ως το πίσω δωματιάκι που ήμουν χωμένη και διάβαζα. Το φχαριστήθηκα πολύ εκείνο το ξυλοφόρτωμα, ως το επόμενο πρωί που την είδα πρησμένη, με τα μάγουλά της μελανιασμένα. Διαμιάς τα ξέχασα όλα κι έτρεξα να την αγκαλιάσω και να την παρηγορήσω στην αγκαλιά μου. Έκλαψα τόσο πολύ εκείνη τη μέρα, σαν να τις είχα φάει εγώ απ’ τη μάνα. Καλύτερα να’ δερνε εμένα η συγχωρεμένη, λιγότερος θα ήταν ο πόνος…

[η κόκκινη εκδοχή]
Μια ζωή, παραγκωνισμένη ήμουν. Τα καλύτερα τα είχε η πρωτότοκη, αφού ήταν και το πρώτο τους παιδί· «η μικρή πριγκίπισσα», έτσι τη φώναζε ο μπαμπάς. Ζούσανε ακόμα η γιαγιά κι ο παππούς και δεν της αφήνανε χατίρι που να μην της το κάνουνε. Αυτή είχε τις καλύτερες κούκλες, τα πιο φανταχτερά ρούχα και τα πιο ακριβά λουστρινάκια. Καιρό τους παρακάλαγα να μου πάρουν ένα ποδήλατο με καλαθάκι μπροστά που το λαχταρούσα τόσο και λέγανε πως δεν τους φτάνουν τα λεφτά γιατί περιμέναμε κι άλλο αδερφάκι. Και μόλις ήρθε κι η μικρή, πάει… με ξεχάσανε εντελώς εμένα. Μόνο να ξεσκατίζω και να βοηθάω τη μάνα με το μωρό με είχανε. Κι επειδή ήταν καλύτερη μαθήτρια στο σχολείο, δεν έχαναν αφορμή να μου το κοπανάνε. Μια ζωή να με συγκρίνουν με τη μικρή που είναι άριστη στα μαθήματα και με τη μεγάλη που είναι σωστή κούκλα· «…ίδια η γιαγιά η Θεανώ η αρχόντισσα, που στα νιάτα της είχε ξεσηκώσει τις γύρω συνοικίες στη Σμύρνη μαζί με τους τουρκομαχαλάδες…». Κι έτρεχα εγώ, πότε να μοιάσω της μιας στη γραμματοσύνη και πότε στην καπατσοσύνη και στο σκέρτσο της μεγάλης. Και τι κατάλαβα; Μια μαντηλοδεμένη γεροντοκόρη θα καταντήσω στο τέλος…

 [η γκρι εκδοχή]
Αυτές είναι μικρές ακόμα, έχουν καιρό να βρουν τις τύχες τους. Η μικρή καλά τα κατάφερε, σπούδασε κι είναι ανεξάρτητη. Βέβαια, ας μην ήμουν εγώ να τη φροντίζω και να βοηθάω τους γονείς μας με τις δουλειές στο σπίτι και θα’ βλεπα τα καζάντια της. Τυχερή που ήρθε τελευταία, γιατί ήταν στο επίκεντρο της προσοχής μας. Όλοι την είχαμε σαν τη μικρή μας προστατευόμενη. Και τη μεσαία εγώ τη μεγάλωσα, κι ας ήμουν μικρό κοριτσάκι ακόμα. Μου φόρτωσαν  την ευθύνη της δίχως να ρωτήσει κανείς τους αν άντεχα τόσο βάρος στις πλάτες μου. Καλά που είχα τις φίλες μου και ξεδίναμε λίγο τα βράδια γιατί θα είχα τρελαθεί με τόσες υποχρεώσεις πάνω μου. Μικρομέγαλο με φωνάζανε γιατί ντυνόμουν σαν τη μαμά και μου άρεσαν τα λούσα. Μεγάλωσα πριν της ώρας μου και φταίνε όλοι τους που έχασα την παιδική μου ηλικία. Εγώ να τρέχω στο σχολείο να παίρνω τους ελέγχους τους, εγώ στις γιορτές τους, εγώ να τις παρηγορώ όταν πρωτοείδανε το πρώτο αίμα στο βρακί τους. Η μαμά μόνο να ξενοδουλεύει για να μη μας λείψει τίποτα. Κι όταν χήρεψε να μου λένε όλοι πως -σαν πιο μεγάλη που είμαι- πρέπει να τη βοηθάω να μην πάθει τίποτα γιατί «τι θ’ απογίνετε μοναχά σας τρία κορίτσια;»… Κουράστηκα μωρέ. Θέλω να κατέβω απ’ τα ψηλά τακούνια που φοράω από μικρή. Ας είχα την τύχη της μικρής μας και τι στον κόσμο!

 [Επίλογος]
«Τελούμε ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη της πολυαγαπημένης μας μητέρας Αγγελικής…
οι κόρες Θεανώ, Θεοδοσία και Δόμνα…»

Μέχρι να ψάλλει το «Δι’ ευχών» ο παπά-Τιμόθεος δεν είχαν ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Είχαν να ειδωθούν καιρό και στο τελευταίο τους σμίξιμο ειπώθηκαν βαριές κουβέντες. Λες και το φευγιό της μάνας τους, άνοιξε διάπλατα τη στρόφιγγα στις ψυχές τους κι όλα τα φαρμάκια που είχαν φυλαγμένα μέσα τους, ξεχύθηκαν με ορμή δυνατού χειμάρρου. Βάδισαν σκυφτές κι απόμακρες ως το μνήμα της, η καθεμιά μ’ ένα μπουκετάκι λουλούδια στο ένα χέρι κι ένα μουσκεμένο μαντήλι στο άλλο. Τρεις σκυφτές μαυροφορεμένες φιγούρες σε διαφορετικά μονοπάτια η καθεμιά, μα με απόλυτο συγχρονισμό στις περπατησιές τους ·λες και κάποιος τους βαστούσε το μέτρο. Η κυρά-Αγγελική τις παρακολουθούσε βουβή μέσα απ’ την ξεθωριασμένη φωτογραφία στο μαρμάρινο σταυρό, καθώς η φλογίτσα απ’ το καντήλι τρεμόπαιξε για λίγο κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα ακούστηκε από ψηλά. Η μικρή καθώς λιβάνιζε σκόνταψε σε μια προεξοχή του διπλανού τάφου και σχεδόν αυτόματα η μεγάλη την αγκάλιασε προστατευτικά, ενώ ταυτόχρονα η μεσαία έσκυψε στα πόδια της να δει πού χτύπησε. Όλες μαζί ένα ανθρώπινο κουβάρι, αγκαλιάστηκαν κάτω απ’ το θεόρατο κυπαρίσσι με τον ασπρισμένο κορμό. Ένα λυγισμένο κλαράκι λευτερώθηκε απ’ το  βάρος του πουλιού που καθόταν στην άκρη του κι ορθώθηκε ξανά στην επουράνια κορυφογραμμή· σαν μια ιερή ευχαριστία για το άχθος που έφυγε και την ελπίδα που ζωγράφιζε το χρυσό φως του ήλιου. 

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
 

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
 

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

 Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”


  «Γυναίκες» - απόσπασμα από την «Καντάτα 1960» του Τάσου Λειβαδίτη
Photos: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken