Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Ο στρίγγλος που δεν έγινε τίποτα


//Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν.Δ., ‘Αδωνις Γεωργιάδης 
υποστήριξε πως αν η χώρα βγει απ' το ευρώ, 
οι γυναίκες στην Ελλάδα θα γίνουν εταίρες και παραδουλεύτρες//


-     Της κυρίας Μανωλίδου;
-     Μάλιστα…
-     Ο κύριος Μανωλίδης;
-     Τι θες κυρά μου;
-     Είμαι η ατυχήσασα που σας έλεγε ο κύρ- Κούλης... ο συνάδερφός σας... ο γιος του επίτιμου ντε... του Πάτροκλου του Αποστατούλη που είχε τον τράκτορα κι έκανε τις μεταφορές στο νησί...
-     Α μάλιστα... Ήρθατε για παραδουλεύτρα ε;
-     Τι να κάνω κύριε μου; Ας όψεται η έξοδος μας απ’ το ευρώ που άλλαξε τη ζήση μας φύρδην!...
-     Τα’λεγα εγώ κυρά μου... πώς είπαμε σε λένε;
-     Ελλάδα. Οι φίλοι με φωνάζουν Λίτσα...οι εχθροί Δούλα.
-     Χμμμ... και δε μου λες κυρ’ απαυτή μου... κρατιέσαι; Εδώ μέσα έχουμε απαιτήσεις.
-     Αμ, δεν με γνωρίσατε στις δόξες μου κυρ-Μανωλίδη μου!
-     Κυρά Λίτσα κομμένη...  Άδωνη με λένε!
-     Δεν με γνωρίσατε στις δόξες μου κυρ-Άδωνη Μανωλίδη μου! Είχαν να το λένε στη γειτονιά μας. Η Ελλάδα με τα ωραία της! Είχα σπίτι εγώ που ντρεπόσουν να μπεις μέσα...Αλλά είχαμε και τα ράφια μας γεμάτα. Από κάτω το βούτυρο της χρονιάς, από πάνω το λάδι. Και να οι πελτέδες, και να τα κεφαλοτύρια και να οι μανέστρες... Και να τα πορτοκάλια, τα γάλατα κι οι ζάχαρες. Και να τα υφάσματα, τα χαλιά και τα ρούχα μας. Ας όψεται η άτιμη η κοινωνία όμως... που άλλους τους ανεβάζει κι άλλους τους ρίχνει στα τάρταρα!...
-     Αχ να χαρείς κυρα-Λίτσα δεν την αντέχω τη γκρίνια! Δεν μπορώ τους ανθρώπους που τσιρίζουν και μιζεριάζουν. Από μαγείρεμα πώς τα πας; Θα φάμε κανένα φαγάκι της  προκοπής εδώ μέσα;
-     Μα τι λέτε κυρ-Άδωνη Μανωλίδη μου! Έχετε δοκιμάσει ντολμαδάκια απ’ τα χέρια μου;
-     Γενικώς  ντολμαδάκια σε χειροποίητη έκδοση, δεν ευτυχήσαμε να φάμε ακόμα... Άντε, φέρε τα συμπράγκαλα σου να τακτοποιηθείς. Και πού’σαι; Φτιάξε κι ένα καφεδάκι!...
-     Mάλιστα!.... Πώς τον επίνετε ελόγου σας;
-     Προεδρικό...
-     Ααααχχχ....
-     Τι έγινε κυρά μου; Μύγα σε τσίμπησε;
-     Με συγκινήσατε καλέ!... έτσι τον έπινε κι ο μακαρίτης. Κι άμα είχε και φουσκάλες, μου’λεγε: “Άντε ρε γυναίκα, πάλι λεφτά θα πάρουμε”…
-     Δεν αφήνουμε τον μακαρίτη να πιούμε εκείνο το καφεδάκι που λέγαμε κυρά μου; Άντε μπράβο!
-     Τι να κάνουμε; Μπορούμε να πούμε όχι; Δίχως το ευρώ, και καφεδάκι θα φτιάξουμε και πιάτα θα πλύνουμε, και το σφουγγαρόπανο θα στίψουμε, και κωλο...
-     Πρόσεξε τι θα πεις!
-     ... τούμπες θα κάνουμε! Μα πού πήγε το μυαλό σας; Πάω για τον καφέ σας...


  
-     Κυρ-Αδωνομανωλίδη μου... Η κυρία σας είναι στη φωτογραφία; Κάπου την ξέρω...
-     Χα!... Δεν  είσαι η μόνη κυριούλα μου... το πανελλήνιο την ξέρει!

-     Θα’φυγε με τ’ άλλο καραβάνι ε;... γιατί στις παραδουλεύτρες δεν την πήρε το μάτι μου... τι να πεις; Άτιμη κοινωνία!... 


Υ.Γ.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Μένουμε Ευρώπη

"σφύριξα κι έληξες"
Ένα μικρό αναμνηστικό λεύκωμα, αφιερωμένο σ' όσους σφυρίζουν αδιάφορα.
Απ' τις ένδοξες μέρες της ευρωπαϊκής μας υπόστασης.
Το νου σας μη χάσουμε τον παράδεισο!

Καλή επιτυχία στις διαπραγματεύσεις με τη συνείδησή μας. 
Όσοι διαθέτουν φυσικά...


Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Απόψε τρώμε με τον κύριο Ευάγγελο

Μάνα γύρισα... Μάνα;.... Ξάπλωσες;....”
“Εδώ είμαι αγόρι μου... στο σαλόνι…”
“Τι κάνεις νυχτιάτικα στο σαλόνι;... Ώπα!... Ο κύριος;



“Ο κύριος Ευάγγελος είναι αγόρι μου. Μα δεν τον αναγνώρισες;”
“Και τι κάνει στο σαλόνι μας ο κύριος Ευάγγελος ρε μάνα;”
“Παρακαλώ, παρακαλώ!... Αγαπητέ κύριε, επιτρέψτε μου να διευκολύνω τη συζήτηση. Εν πρώτοις να σας συστηθώ. Είμαι Εγώ…”
“Περιττό! Σας γνώρισα. Τι δουλειά έχετε στο σπίτι μου τέτοια ώρα;”
Διακρίνω μία υποβόσκουσα επιθετικότητα... Επιτρέψτε μου να δημιουργήσω ένα ανάχωμα στην –προφανώς δικαιολογημένη- ανησυχία σας. Η ερίτιμος μητέρα σας, ήταν μεταξύ των χιλιάδων συνέδρων που προσήλθαν αυθόρμητα στο κλειστό γυμναστήριο του Πανελληνίου για να παρακολουθήσουν την μεγαλειώδη ομιλία μου. Εγώ…”



“Τιιιιι;;;;; Πήγες εσύ στο συνέδριο;;; Δεν μου είχες πει ότι θα βγαίνατε με την θεία Ματθίλδη;”

“Μπερδευτήκαμε αγόρι μου... Κατηφορίζοντας την Mαυροματαίων, είδαμε κίνηση και νομίζαμε πως είχε συναυλία αλλυλεγγύης... Η θεία σου δηλαδή... είδε τις πράσινες σημαίες και τα συνθήματα για την “Aλήθεια που την κρατάγανε ψηλά” και μου λέει: ‘Φρόσω μου, τίποτα οικολόγοι θα’ναι... δεν πάμε ν’ ακούσουμε κανένα τραγουδάκι;”
“Τι λες μωρέ μάνα; Δεν καταλάβατε πού βρεθήκατε; Και καλά όλους τους άλλους... τον κύριο από δω δεν τον γνωρίσατε;“
“Αχ ναι, εγώ αμέσως τον αναγνώρισα τον κύριο Ευάγγελο. Ωστόσο βρήκαμε κάτι γνωστούς απ’ το ΚΑΠΗ Ζωγράφου και πιάσαμε την κουβέντα... Μα δεν μας είδες στις εφημερίδες;”
“Πες μου ότι φιγουράρεις και στον τύπο!”....
“Ε, δεν είμασταν και πολλοί... με το συμπάθιο κυρ-Βαγγέλη μου αλλά τρεις κι ο κούκος ήταν...  κι αυτός δηλαδή βαρέθηκε, πήρε αγκαζέ τον έναν απ’ τους τρεις και πήγαν για καφέ στο Πεδίον του Άρεως. Κι απάνω που συζητάγαμε  πού θα πάμε για ιαματικά τον Αύγουστο, τσουπ!... ήρθανε κάτι φωτογράφοι… ε, δεν βρήκαν άλλη παρέα και αποθανάτισαν εμάς... Ξέρεις πόσα λάϊκ πήρα γι αυτές τις φωτογραφίες;”


“Θα σου πω αργότερα πόσα φάσκελα θα πάρουμε οικογενειακώς... αφού μου εξηγήσεις τι θέλει εδώ ο κύριος”...

“Ω μα είναι απλό αγαπητέ μου... Εν όψει του επόμενου συνεδρίου, η μητέρα σας παραχώρησε το σαλόνι σας για τη διεξαγωγή του... Καταλαβαίνετε... υπάρχει μια οικονομική δυσχέρεια στο κόμμα”...
“Τι έκανε λέει; Στο σπίτι μας θα γίνει συνέδριο του ΠΑΣΟΚ;”
Καλέ όχι!... Τι να την κάνουμε τόση άπλα; Το σαλονάκι σας είναι υπερ-αρκετό. Ε; Τι λέτε καλέ μου κύριε; All together we can!”


“Μη με σκουντάς ρε μάνα!... Με μελάνιασες!... Μέχρι το επόμενο συνέδριο βλέπουμε... δεν μου είπατε όμως... τι κάνετε απόψε εδώ;”

“Η μητέρα σας προσεφέρθη να συμφάγουμε, ώστε να συζητήσουμε ενδεχόμενες συνεργασίες με τρίτες δυνάμεις, ή και επαμφοτερίζουσες συνιστώσες που ενδιαφέρονται να στελεχώσουν το κόμμα… Εγώ εδέχθην να σας κάνω την τιμή, πιεζόμενος κατάφορα απ’ τις φορτικές της παρακλήσεις”. 
“Μάνα;... δε μιλάς;”
“Σκύψε να σου πω… για το ΚΑΠΗ της περιοχής μας θα μιλήσουμε… Ο κύριος Ευάγγελος επιμένει να γίνει πρόεδρος, αλλά υπάρχουν σθεναρές αντιδράσεις απ’ όλα τα μέλη… θα του το φέρουμε λάου-λάου να μην το πάρει κατάκαρδα… Πάω να στρώσω τραπέζι... κύριε Ευάγγελε, αν δεν σας πειράζει, ρίχνετε μια ματιά στο σουφλέ; Και στις συνιστώσες σχάρες σας παρακαλώ… έχω βάλει κάτι σουτζουκάκια στο γκριλ…”


“Μάνα, εμένα μη με υπολογίζεις… φεύγω!”

“ Γεια σας κύριε!... Κυρία Φρόσω μην ανησυχείτε. Του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ!... παίρνετε και τα σκουπίδια φεύγοντας σας παρακαλώ;”
“Φεύγω απ’ το δωμάτιο, όχι απ’ το σπίτι! Εδώ τριγύρω θα είμαι και θα επέμβω μόλις χρειαστεί…”
“ Καλή τύχη σας εύχομαι κύριε!... Εγώ θα έφευγα, αλλά θα μείνω!.. Τα σουτζουκάκια δέσανε κυρία Φρόσω, να τα βγάλω;”
“Πού να τρέχετε νυχτιάτικα κύριε Ευάγγελε; Μην σας μπαγλαρώσουν τίποτα εισαγγελείς στο δρόμο. Καθίστε εδώ μέχρι να φύγετε… Να σας σερβίρω σουτζουκάκια;


[οι φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Τριάντα χρόνια χωρίς την Σαπφώ


Ξέρεις τι θα’θελα απόψε;
Να μπουκάρεις ξαφνικά μπροστά μας και να βάλεις μπουρλότο στις τηλεοράσεις.
Να υψώσεις τη βροντερή φωνή σου και να μας κατακεραυνώσεις όλους 
Σόδομα και Γόμορα την κάνατε τη ζήση σας βρε γομάρια!
Κι ύστερα ν’ ανάψεις ένα άφιλτρο και να μας απαγγείλεις Παπαδιαμάντη.
Να ριγήσουν κι οι πέτρες με τον “Έρωτα στα χιόνια”:




Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα. Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της δυστυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας”…

Να ξανακούσω το  σπαραχτικό ντουέτο σου με τον Ηλία Λιούγκο 
''Στην  οδό του Μπλαμαντώ''



Στίχοι: Jean Paul Sartre
Απόδοση: Αλέξη Σολομός / Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις / Πρώτη εκτέλεση: 
Ηλίας Λιούγκος & Σαπφώ Νοταρά 
Πορνογραφία (1982)

«Στην οδό του Μπλαμαντώ έχουν στήσει τα πατάρια και ακονίσαν τα ξινάρια για να κόψουν τα κεφάλια.

Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ πάν' οι δήμιοι στη δουλειά τους

δε σας λέω χωρατό για να κόψουν Πατριάρχους και Στρατάρχους και Ναυάρχους.

Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ φτάνουν οι κυρίες σωρό οι λουσάτες με τα βέλο

μα τους λείπει το τσερβέλο και μαζί και το καπέλο.

Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ»



Πριν τριάντα χρόνια, στο μικρό διαμερισματάκι της πλατείας Κουμουνδούρου, η αστυνομία την βρήκε σε κατάσταση αποσύνθεσης, δυο μέρες μετά το θάνατο της. Ο μόνος “δικός της” άνθρωπος ήταν ένας εστιάτορας της περιοχής που της έδινε ένα πιάτο φαί καθημερινά. Ήταν κι ο μόνος που ανησύχησε απ’ την απουσία της και ειδοποίησε την αστυνομία. Η Σαπφώ έφυγε στα 78 της, με βεβαρημένη υγεία, λίγα μόλις χρόνια μετά τη θεατρική Πορνογραφία του Μάνου Χατζιδάκι, που 'ανέβηκε στις 17 Οκτωβρίου του 1982 και κατέβηκε στις 8 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, λόγω έλλειψης  θεατών.  



Η Σαπφώ δεν ήταν μόνο η κυρά-Μαριγώ, η κυρά-Ξένη και η Κλημεντίνη του παλιού ραδιοφώνου. Ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα με σπάνια ανθρωπιά και αγνότητα, που εκτόξευε τους ρόλους της δίνοντας υπόσταση σε κάθε λέξη. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε αντιληφθεί το πραγματικό της ταλέντο και της έδωσε το ρόλο της κορυφαίας του χορού, αλλά και όλα τα χορικά των «Τρωάδων».




Χτυπημένη από αρθρίτιδα και σάκχαρο, αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια την οικονομική της δυστοκία και κλείστηκε στο άβατο της μοναξιάς της. Σ’ ένα τραπεζάκι κάποιου καφενείου, καπνίζοντας τα τσιγάρα της, ή κλεισμένη στο μικρό διαμέρισμα που κάποιος άγνωστος θαυμαστής πλήρωνε το ενοίκιο, έμεινε μόνη ως το τέλος της ζωής της. Καθισμένη στην καρέκλα της, με την τηλεόραση να παίζει ως την ώρα που τη βρήκαν, διέγραψε αθόρυβα και καρτερικά τη μοναχική της τροχιά προς τον ουρανό.




Άφησε πίσω της στοίβες από άδεια χαρτοκούτια, πολλά καπέλα και φορέματα με βούλες απ’ τα καψίματα των τσιγάρων. Όπως εκμυστηρευόταν σε επιστήθιο φίλο της: “ έχω στην κουζίνα, από δω το ψυγείο, από κει ένα τραπέζι και στη μέση μια καρέκλα. Κάθομαι να καπνίσω ένα τσιγάρο και ξημερώνομαι ως το πρωί εκεί”...




Δεν παντρεύτηκε ποτέ, αφού όπως είχε εμπιστευτεί στους πολύ κοντινούς της, ο μοναδικός μεγάλος της έρωτας,  ήταν έναν νεαρός αντάρτης. Η φλογερή τους σχέση διακόπηκε νωρίς γιατί ο νεαρός έφυγε για το βουνό και αργότερα συνελήφθη.  Η Σαπφώ έχασε για πάντα τα ίχνη του.

Στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Κυριακάτικο Ξύπνημα», η Σαπφώ γνωρίστηκε με το Γιάννη Τσαρούχη. Μια μέρα ο Τσαρούχης την πλησίασε και της εξομολογήθηκε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Μάλιστα της είπε ότι οι δυο τους θα μπορούσαν να κάνουν ένα παιδί. Εκείνη πίστεψε ότι επρόκειτο για πλάκα με συνένοχους, τους συναδέλφους της Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη. Η Σαπφώ όχι μόνο απέρριψε τον Τσαρούχη, αλλά τον έβρισε με το γνωστό της ταπεραμέντο. Όταν κάποια χρόνια μετά οι δυο τους θυμήθηκαν το περιστατικό, ο Τσαρούχης επέμεινε ότι η πρότασή του ήταν αληθινή και καθόλου φάρσα. Η Σαπφώ τότε κατάλαβε ότι μιλούσε σοβαρά και κατέρρευσε με την αποκάλυψη. Ήταν κι ο τελευταίος ανεκπλήρωτος έρωτας...