Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Οικογενειακές [εμπριμέ] ιστορίες

Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια στο τραπέζι, όπως παλιά. Και το εμπριμέ τραπεζομάντηλο το άφθαρτο, που πάντα το έπλενες  στους σαράντα βαθμούς για να διατηρηθούν τα χρώματά του ζωηρά.
«Πάλι λαδερό ρε μάνα;»
«Κάντε και κάνα σταυρό ρε παιδιά και πείτε κι ένα δόξα τω Θεώ!»

Με τα χρόνια, πέφτανε σα λεκέδες οι κουβέντες πάνω στο εμπριμέ. Κι έγιναν τρία τα σερβίτσια κι έφυγε ο μεγάλος γιατί τον έπνιγε λέει ο τόπος και τα λαδερά φαγητά σου. Κι έμεινε η μικρή που θα φύγει κι αυτή όταν το τραπεζομάντηλο θ’ αρχίσει να ξεθωριάζει απ’ τ’ απανωτά πλυσίματα και τις τραχιές κουβέντες.

Στα δυο σερβίτσια, το εμπριμέ τραπεζομάντηλο παροπλίστηκε κι έδωσε τη θέση του σε δύο πλαστικά σουπλά.
«Άιντε ρε γυναίκα, να κάμουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, βαρέθηκα να σε βλέπω να πλένεις και να σιδερώνεις».

Θα ζοριστείς να συνηθίσεις το ερημωμένο τραπέζι και το ίδιο λαδερό κάθε μέρα, μέχρι ν’ αδειάσει η κατσαρόλα. Κι αυτή η νεκρική σιγή την ώρα του φαγητού θα σε ξεκουφαίνει• δίχως γκρίνιες και ξινισμένες γκριμάτσες, γέλια και πειράγματα και τσακωμούς και συγνώμες και δάκρυα και φωνές και αγριάδες. Όλα τυλιγμένα κυλινδρικά στο τραπεζομάντηλο μαζί με τα ψίχουλα, να τα τινάζεις μακριά. Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο, ώσπου απόμειναν δυο ζευγάρια χέρια μοναχά πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή αντικριστά, ξεμαθημένα να μη σέρνουν βάρη και να ματώνουν, δύσκαμπτα, φοβισμένα, άνευρα, παραδομένα• που με τον καιρό όμως γαλήνεψαν, συνήθισαν στην άδεια φωλιά, αγαπήθηκαν ξανά, ήρθαν κοντά και σφίχτηκαν δυνατά. Όχι για πολύ...

«Η γριά δε πάει καλά, πάλι παραισθήσεις είχε».
Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια. Θα στρώσεις και το τραπεζομάντηλο το εμπριμέ, γιατί δώσατε όρκο πως θα συναντηθείτε στο τραπέζι ξανά. Θα κατηφορίσει νωρίς το απόγευμα να πιείτε το καφεδάκι σας, να κουτσομπολέψετε και να βάλετε παρέα το φαϊ στη φωτιά. Τα παιδιά είναι έξω για παιχνίδι• ξαφνικά θα μπουκάρουν βρώμικα κι αναψοκοκκινισμένα στην κουζίνα να πιουν παγωμένο νερό, ρουθουνίζοντας τον ατμό και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην κατσαρόλα για να μαντέψουν τι μαγειρεύεις. Θα τα δεις να μεγαλώνουν απόψε, να γίνονται ενήλικες, να ερωτεύονται, να παντρεύονται και να γίνονται κι αυτά γονείς.

Κι όση ώρα τσακώνονται πάνω απ’ το εμπριμέ τραπεζομάντηλο, για το «Ποιος θα προσέχει τώρα τη γριά;», εσύ θα έχεις γίνει ήδη αθάνατη κι αλέκιαστη. Άφθαρτη κι ανάλαφρη σαν ένα παλιό τραπεζομάντηλο που τέλειωσε οριστικά τη θητεία του κι αφήνεται στο κενό σαν πένθιμη σημαία που υποστέλλεται.



Κανείς δεν θα σκεφτεί ποτέ πως μέσα στην παραζάλη σου για τις προετοιμασίες του τελευταίου τραπεζιού, όλα τ’ άκουγες κι όλα τα καταλάβαινες. Κι αυτή η λέξη «γριά», ήταν ο ύστατος λεκές πάνω σου. Τα εύσημα θα περιμένουν σε κάποιο γραφείο απολεσθέντων κι εσύ θα τους δίνεις την ευχή σου περπατώντας ήδη στο κρηπίδωμα κάποιου παραδείσου.









Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Παραλειπόμενα διακοπών και γενέθλια

Πριν από τρεις Αύγουστους, φυτεύτηκαν οι πρώτοι σπόροι. Ήμουν τυχερή γιατί το περβάζι αυτό, είχε απάγκιο και καθάριο φως απ’ τους ανθρώπους που το τίμησαν με την παρουσία τους. Είχε φροντίδα και δυναμωτικό έδαφος για να ευδοκιμήσει και ν’ απλώσει τα κλαράκια του. Κάνοντας τον απολογισμό της τριετίας που πέρασε, μόνο καλές στιγμές και  δυνατές συγκινήσεις μπορώ να καταγράψω. Και δώρα φίλων, γνωριμίες και σμιξίματα, ταχυδρομικά πακέτα, μηνύματα, τηλέφωνα, ευχές, μια γλυκιά προσδοκία για ν’ ανταμώσουμε, ανησυχίες και στεναχώριες που μοιράστηκαν ρεφενέ στην παρέα, εμψυχωτικά λόγια, να συντροφεύει ο ένας τον άλλο, να γινόμαστε μια μικρή κοινωνία ανθρώπων με κοινές ανησυχίες και ανάγκες, να γεφυρώνουμε αποστάσεις και να παραχωρούμε, να νοιαζόμαστε, να μοιραζόμαστε και να κατανοούμε τη διαφορετική άποψη και την αξία του διαλόγου. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους σας, απ’ την καρδιά μου και με όλη μου την αγάπη! Και μια ευχή· να είμαστε όλοι καλά και να γίνουν τα βασιλικά μας διπλά και τρίδιπλα!

 Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν σ’ ένα περβάζι παραδοσιακού καφενείου στη Χώρα της Σκύρου. Πέρα απ’ τη φυσική ομορφιά, την υποδειγματική τάξη και καθαριότητα του νησιού και τη ζεστή φιλοξενία των ντόπιων, κράτησα κάτι μικρά ενσταντανέ που με εντυπωσίασαν.

Το έξυπνο χιούμορ τους:

[Ένα παραθαλάσσιο beach bar στο χωριό Ασπούς]

Από μια βραδινή βόλτα στο λιμάνι της Λιναριάς:

 [Υπόκλιση στον ευφάνταστο ιδιοκτήτη του οχήματος με τις …βλεφαρίδες]

Το πλοίο  «Αχιλλέας» ανήκει σε μια εταιρεία λαϊκής βάσης (Σκύρος Ναυτική Εταιρεία), με 2.000 μετόχους, ντόπιους και φίλους του νησιού. Σε κάθε είσοδο και απόπλου απ’ το λιμάνι της Λιναριάς, η μουσική απ’ το παρακείμενο μπαράκι στον Κάβο σταματάει και παίζει δυνατά το θρυλικό κομμάτι «Zarathoustra» του Strauss. Αν είναι βράδυ, οι θαμώνες ανάβουν σπινθιρίζοντα κεράκια και δημιουργείται μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα καλωσορίσματος του βαποριού στο λιμάνι.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε με διακριτικότητα, την ώρα που το ζευγάρι των ψαράδων ξέμπλεκαν τα δίχτυα στο καΐκι τους. Στον αντίποδα και λίγα μέτρα πιο πέρα, στην κεντρική μαρίνα του λιμανιού που φιλοξενεί τα ιδιόκτητα σκάφη, στο εξωτερικό σαλόνι ενός πολυτελέστατου καταμαράν, το προσωπικό ετοίμαζε πυρετωδώς το τραπέζι του δείπνου. Λευκά τραπεζομάντηλα, πορσελάνινα σερβίτσια και κρυστάλλινα κηροπήγια. Ασημένιες σαλατιέρες, ασορτί αλατοπιπεριέρες, σπάτουλες, ανοξείδωτες πένσες για τους αστακούς, λαβίδες, ραβιέρες, τυριέρες, καράφες κι όλο το τζάντζαλο της οικουμένης. Κρίμα τόσος κόπος, γιατί στο τέλος του δείπνου οι συνδαιτυμόνες το έσκασαν με ελαφρά απ’ το φωταγωγημένο σκάφος, για να βολτάρουν στο λιμάνι, να απολαύσουν το γεμάτο φεγγάρι και να φωτογραφήσουν το ζευγαράκι της ψαρόβαρκας που κολάτσιζε ψωμοτύρι και τάιζε με ψαροκέφαλα το γατομάνι που είχε συρρεύσει στην προβλήτα.

Πως το είχε πει κάποτε ο Ωνάσης;

"Όσο πιο πολλά έχεις, τόσο περισσότερο ξέρεις, ότι δεν έχεις"


Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Στις γειτονιές της Παναγιάς

Στήνονται πανηγύρια με λαϊκές ορχήστρες στα χωριά, οι τοίχοι γεμίζουν αφίσες με τις εκδηλώσεις και τους καλλιτέχνες που θα πλαισιώσουν το γιορταστικό πρόγραμμα του Δεκαπενταύγουστου, οι πλανόδιοι μικροέμποροι τακτοποιούν τους πάγκους με την πραμάτεια τους, στα κεφαλοχώρια ντανιάζουν  τις πλαστικές τραπεζοκαρέκλες κι  οι σούβλες καθαρίζονται και λαδώνονται για να υποδεχτούν τα σφαχτάρια. Οι πλατείες σημαιοστολίζονται, οι αιωνόβιοι κορμοί απ’ τα γέρικα πλατάνια ασβεστώνονται, γυαλίζουν οι μπουρμάδες και τα πλακόστρωτα σοκάκια απ’ την πάστρα, και μόνο κάτι αποκομμένα ανθάκια βουκαμβίλιας στροβιλίζονται πέρα-δώθε κατά τη φορά του αέρα, οι εκκλησιές αστράφτουν σαν κατάλευκες νυφούλες στο μπλε χαλί του Αιγαίου και τα μικρά απόκρημνα ξωκλήσια ανοίγουν τα μανταλωμένα πορτόφυλλα τους, αχνοφέγγουν ταπεινά τα καντηλάκια τους μέχρι να φανούν οι λίγοι μα θαρραλέοι προσκυνητές που θα φτάσουν στα πιο δύσβατα σημεία του νησιού,  για ν’ ανάψουν ένα κερί στο τσίγκινο μανουάλι  και να προσευχηθούν στη χάρη Της. Εδώ δεν έχει πρόναο και κυρίως ναό, Ωραία Πύλη, άμβωνες και περίτεχνα τέμπλα. Δεν ανθίζουν βασιλικοί και μαντζουράνες στον περίγυρο, μόνο αγριάδες και πουρνάρια που τα τρώει η αρμύρα και τ’ αγιάζι του χειμώνα. Εδώ δεν σερβίρονται γιορταστικά γεύματα με τοπικές κουζίνες, δεν φτάνουν οι ήχοι απ’ τα βιολιά και τα νταούλια  που παίζουν στους μόλους και στις πλατείες και κανένα ιδιωτικό σκάφος δεν θα τολμήσει να δέσει σ’ αυτά τα καθόλου ευλίμενα νερά.
Ίσως από δω πάνω, να έχει καλύτερο σήμα προς τον ουρανό. Ανοίγουν τα πνευμόνια στον καθαρό αέρα, ξεδιπλώνεται το βλέμμα στον αχανή ορίζοντα, γαληνεύει η σκέψη στην απεραντοσύνη της θάλασσας και οι ήχοι της φύσης συνθέτουν την πιο κατανυκτική ψαλμωδία. Τα κύματα που σκάνε αφρίζοντας πάνω στα βράχια, μικρά σμήνη από  περαστικά θαλασσοπούλια κι ο βόμβος μιας ψαρόβαρκας που αργοκαλάρει μεσοπέλαγα.

 Εδώ δεν έχει τάματα κι ασήμια. Το αλισβερίσι γίνεται μόνο με καθαρή ψυχή και  ιερή προσευχή. Σε κάθε εκπνοή και μια ικεσία: «Βοήθα Παναγιά μου!... Να έχεις όλα τα παιδιά καλά, να προστατεύεις  τους αδύναμους και τους φτωχούς, να μας φυλάς απ’ τ’ άδικο, να έχουμε καλές θάλασσες κι απάνεμα λιμάνια και ειρήνη σ’ όλες τις γειτονιές του κόσμου». Κάποιοι θαλασσινοί λένε πως εκεί που ματίζει η θάλασσα με τον ουρανό,  ανοίγουν ξαφνικά οι ουράνιες πύλες πίσω απ’ τα  σύννεφα και ξεπροβάλλει η αγκαλιά της ορθάνοιχτη και προστατευτική.

 Η Μεγαλόχαρη, η Παναγιά η Θαλασσινή, η Οδηγήτρια, η Εκατονταπυλιανή, η Παναγιά του Κάστρου και η Πορταϊτισσα, η Φανερωμένη και η Παναγιά η Ερυθιανή.  Όπως κι αν την έχουν ορίσει οι λογικές του κλήρου και της ανθρωπογεωγραφίας, Εκείνη είναι το πανανθρώπινο σύμβολο της Μάνας, το φυλαχτό μας στις φουρτούνες της ζωής και το πρότυπο της μητρικής αγάπης και της αληθινής ιεροσύνης.


Καλή Παναγιά σ’ όλους και Χρόνια Πολλά σ’ όσους γιορτάζουν σήμερα!

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Η χαμένη σαγιονάρα και η αυλαία ενός καλοκαιριού

Εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα, πήραμε φιρμάνι για έκτακτη σύνοδο κορυφής. Tο ραντεβού μας ήταν στο ασβεστωμένο ταρατσάκι του Στράτου, στο πιο υπερυψωμένο σημείο της γειτονιάς. Το λέγαμε συνθηματικά και «Μικρή Επίδαυρο» γιατί εκεί δίναμε κάτι θεατρικές παραστάσεις της συμφοράς, για να κάνουμε το κέφι μας και να μαζέψουμε και κανένα γερό χαρτζιλίκι. Μόλις έκλειναν τα σχολεία, σκαρώναμε ένα πλαίσιο απ’ τα δοκάρια που περίσσευαν στο ξυλουργείο του θείου του και  ρίχναμε κι ένα αραχνοΰφαντο διπλοσέντονο για αυλαία. Με την καθοδήγηση του Γιάννου που είχε αναλάβει τη διανομή των ρόλων και τη σκηνοθεσία, κάναμε εντατικές πρόβες στα λόγια και παίζαμε από Τσιφόρο μέχρι αυτοσχέδια σκετσάκια επιθεώρησης. Οι εισπράξεις βέβαια σπάνια ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες μας, αφού οι περισσότεροι θεατρόφιλοι γείτονες, μας πλήρωναν σε είδος. Μπισκότα Παπαδοπούλου ανάμικτα στο τσίγκινο κουτί, παγωτό κασάτο ή σοροπιασμένο ρεβανί απ’ τα χέρια της κυρίας Δανάης, ένα κουτί νουαζέτες ή σοκολατάκια-μαργαρίτες, απ’ αυτά που υπήρχαν πάντα στις πορσελάνινες φοντανιέρες των σπιτιών μας. «Για τους αναπάντεχους επισκέπτες», έλεγε η μάνα. Ήταν τότε που υπήρχε ακόμα η καλή εκδοχή του αναπάντεχου. Κι οι φοντανιέρες φιλοξενούσαν σοκολατάκια, αντί για αποδείξεις και λογαριασμούς.

 Υπήρχαν βέβαια και οι μη θεατρόφιλοι γειτόνοι, που γκρίνιαζαν για τη φασαρία και απειλούσαν πως θα κουβαλήσουν τους χωροφυλάκους να μας μπουζουριάσουν για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Ο πιο σκληροπυρηνικός αντίπαλός μας ήταν ο κυρ-Αρίστος. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης που χήρεψε νέος κι απόμεινε μοναχός με τις ιδιοτροπίες και τ’ αλλοπρόσαλλα ξεσπάσματά του. Ένα βράδυ μάλιστα, την ώρα που κορυφωνόταν η παράσταση κι οι θεατές γελούσαν δυνατά με τις ατάκες του έργου, ο κυρ-Αρίστος τράβηξε τη μπαλαντέζα που φωταγωγούσε το ταρατσάκι και μας άφησε σύξυλους στο σκοτάδι. Ευτυχώς ήταν η πανσέληνος που φώτιζε σαν πολυέλαιος τη σκηνή, αλλά και η ετυμολογία του Ανέστη που έσωσε την παράσταση. Κι έτσι όπως ήταν σκυφτός πάνω απ’ το υποτιθέμενο πτώμα της Ελλάδας, σήκωσε τη ματιά του στον ουρανό κι αυτοσχεδίασε: «Ω, τι συμφορά! Η οργή του Δία μας βύθισε στα μαύρα σκοτάδια της κολάσεως!» Αποτελειώσαμε κακήν-κακώς την παράσταση και υποκλιθήκαμε στο κοινό μας αμήχανοι, αλλά και ανακουφισμένοι απ’ την απρόσμενη τροπή που πήρε ο επίλογος.

 Εκείνο το κάλεσμα του Στράτου, όλοι μας αντιληφθήκαμε πως δεν ήταν για καλό. Είχε κλείσει άδοξα κι η θεατρική σεζόν, μετά τον άγριο τσακωμό μας στο τελευταίο ντέρμπυ που παίξαμε στην αλάνα του καρβουνιάρικου και δεν υπήρχε καμιά διάθεση να στήσουμε ξανά θίασο. Ο Στράτος βέβαια ήταν ο πιο σεβαστός φίλος κι όσο κι αν είχαμε χωριστεί σε δύο ποδοσφαιρικά στρατόπεδα, παραμερίσαμε τα φαρμάκια μας κι ανταποκριθήκαμε σύσσωμοι στην πρόσκλησή του.

Σουρούπωνε γλυκά η μέρα, όταν καθίσαμε σιωπηλοί ο ένας πλάι στον άλλο, στο χαμηλό στηθαίο της ταράτσας με τους ασπρισμένους τσιμεντόλιθους και τους φορτωμένους με γαζίες και γιασεμιά γκαζοντενεκέδες.  Η μάνα του μας κέρασε παγωμένη λεμονάδα και φέτες ψωμιού με λάδι κι αλάτι και αποχώρησε, σέρνοντας δύσθυμα τις σαγιονάρες της ως τη σιδερένια σκάλα. Ο Στράτος στήθηκε στο κέντρο της ταράτσας, μπροστά απ’ το ξύλινο απομεινάρι που είχαμε για σκηνικό, με φόντο την απλωμένη μπουγάδα στα συρματόσχοινα και πέρασε τη ματιά του εξεταστικά απ’ όλους μας.

 Κρεμόντουσαν στον αέρα τα ποδάρια μας, όλα γρατζουνισμένα και πασαλειμμένα με βάμμα ιωδίου κι ανέμιζαν πέρα-δώθε με νευρικότητα μέχρι ν’ ακούσουμε το λόγο αυτής της σύναξης.

«Mάγκες την προσοχή σας! Έμαθα πως ο κυρ-Αρίστος είναι βαριά άρρωστος».

«Τι έχει δηλαδή;» ρώτησε ο μικρότερος της παρέας κι απ’ την ταραχή του, έπεσε η σαγιονάρα του στο μικρό ακάλυπτο πίσω απ’ το ταρατσάκι.
«Εσύ τράβα πιάσε το παντόφλι σου κι άσε εμάς τους μεγάλους να τα βρούμε... άντε τράβα, γιατί θα στ’ αρπάξει κανένα σκυλί και θα γυρνάς ξυπόλητος!»

Βεβαιώθηκε πως ο μικρός κατέβαινε τη σιδερένια σκάλα και γύρισε σοβαρός προς το μέρος μας.
«Ψήνεται στον πυρετό εδώ και μέρες και είναι ολομόναχος»…
«Έτσι όπως μας έψηνε τόσα χρόνια, ας ψηθεί κι αυτός να δει τη γλύκα!» αναφώνησε με άχτι ο Ανέστης, ψάχνοντας ανάμεσά μας να βρει υποστηρικτές.
Και να θέλαμε να τον σιγοντάρουμε στο εκδικητικό του κρεσέντο, ήταν η αυστηρή ματιά του Στράτου που μας κάρφωνε σαν ταβανόπροκα στο δόξα πατρί.

«Και το πάει η καρδιά σας βρε ρεμάλια να τον αφήσουμε αβοήθητο γέρο άνθρωπο;»
«Και τι να κάνουμε δηλαδή ρε Στρατή; Τις αδερφές νοσοκόμες;»
«Αντί να κοπροσκυλιάζουμε ολημερίς στην αλάνα, να κάνουμε βάρδιες και να πηγαίνουμε να του κρατάμε συντροφιά. Η μοναξιά τον ρήμαξε τον κυρ-Αρίστο… αν του σταθούμε τώρα που το έχει ανάγκη, μπορεί και να συνέλθει εντελώς».
«Ναι, και να μας αρχίσει πάλι τα καψόνια! Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται!...»
«Δεν θα σας παρακαλέσω κιόλας! Όποιος δέχεται, να σηκώσει το χέρι του εδώ και τώρα! Να ορίσουμε μια επιτροπή απόψε κι αύριο το πρωί να του πάμε πεσκέσι μια γαλατόπιτα που φτιάχνει η μάνα μου. Οι μεγάλοι θα συγυρίσουμε το σπίτι και θα ποτίσουμε το μποστάνι του, τα κορίτσια και οι μικρότεροι θα του κάνουν συντροφιά να ξελεγράρει ο άνθρωπος που μπάφιασε τόσες μέρες μοναχός. Τι λέτε;»

Ένα χεράκι υψώθηκε δειλά στους πίσω τσιμεντόλιθους, κάτω απ’ τα απλωμένα ασπρόρουχα  της κυρα-Βασιλικής. Ύστερα κι άλλο… κι άλλα, γέμισε η ταράτσα σηκωμένες παλάμες, στην αρχή αμήχανα και υποτονικά και στο τέλος τεντωμένες σαν ατσάλινα ελατήρια. Ο Ανέστης μας κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα απ’ την έκπληξη, έφερε μια γύρα τη ματιά του στο σμήνος απ’ τα σηκωμένα χέρια και υποχώρησε ντροπιασμένος. 

«Έτσι και μας αρχίσει πάλι τις φάπες, το κρίμα στο λαιμό σας πάντως!» μονολογούσε, καθώς σήκωνε απρόθυμα το χέρι του.
Απ’ τη σιδερένια σκάλα, ακουγόταν η λαχανιασμένη ανεβασιά του μικρού Θανασάκη.
«Τι έγινε ρε παιδιά; Γιατί σηκώνετε τα χέρια σας; Σ’ ότι παίζετε, είμαι κι εγώ μέσα ε;»
«Τη βρήκες τη σαγιονάρα σου βρε απολειφάδι;» τον πείραξε ο Στράτος συγκινημένος.

Το τέλος του καλοκαιριού αυτού, μας βρήκε ν’ ανεβάζουμε το τελευταίο μας θεατρικό της σεζόν, αλλά και ολάκερης της ζωής μας. Ο κυρ-Αρίστος καθόταν μπροστά, στις θέσεις των επισήμων. Απ’ την ξύλινη σεζ-λονγκ με το κόκκινο καραβόπανο, έσκυβε κάθε τόσο προς το μέρος μας και μας ενθάρρυνε με κινήσεις και αθόρυβα παλαμάκια που σχημάτιζαν τα παραμορφωμένα απ’ την αρθρίτιδα ακροδάχτυλά του. Έλαμπαν τα γέρικα μάτια του από χαρά, υγραίνανε τα βλέφαρά του απ’ τα δάκρυα και το χαμόγελό του είχε φτάσει ως τις παρυφές των αυτιών του. Ο Ανέστης είχε αναλάβει το ρόλο του αφηγητή, γιατί όπως έλεγε ο κυρ-Αρίστος: «Αυτό το παιδί έχει βελουδένια φωνή». Κι όσο διάβαζε ένα απόσπασμα απ’ τα «Παιδιά της Πιάτσας» του Νίκου Τσιφόρου, ο Γιάννος έπαιζε λυπητερά τη φυσαρμόνικά του, σιγοντάροντας το δράμα του Σπόρου και του Χιωτάκη που τα τσάκωσε ένας πολιτσμάνος στον Περαία:
«Tα δείρανε τα μικρά στο Τμήμα και πέσανε στη μολόγα. Νάσου λοιπόν κάτι ανακριτές δυσκοίλιοι, νάσου κι ένας σαγγελέας στεγνός σαν παστόψαρο, που μιλήσανε "περί της νεολαίας, ήτις διαφθείρεται και δημιουργεί την σεσηπυΐαν κοινωνίαν της αύριον", τα μπουζουριάσανε και τα δυο και τα κλείσανε στ' ανήλικα, κούρεμα το μαλλί με τη ψιλή, πειθαρχία, αγγαρείες, ένας παπάς πούλεγε μπούρδες περί Παράδεισο, αφού βρισκόντουσαν μες στη Κόλαση, κάτι φύλακες όλο με τ' άγριο και κάτι άλλα παιδάκια συγκρατούμενα, που βρωμάγανε πάνω τους τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Τα βραδάκια έχει μια βούτα μες στο θάλαμο και σβήνουνε το φως από νωρίς καθόσον η υγιεινή της νεότητος είναι να τουφιάζει από τις οχτώ για να χωνεύει το πατατόνερο που το λένε σούπα και βοηθάει πολύ να πούμε, στην ανάπτυξη της αδενοπάθειας…»


Λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι της νέας σχολικής χρονιάς, ο κυρ-Αρίστος αποχώρισε οριστικά μαζί με το καλοκαίρι, αφήνοντάς μας τις ευχές του και όλα του τα παλιά κειμήλια και τις πολύτιμες βιβλιοθήκες του.

«Να με σχωράτε για όσα σας έκανα παιδί μου…» είχε προλάβει να ψιθυρίσει στον Ανέστη που ήταν βάρδια εκείνο το πρωινό στο σπίτι του. Ο Ανέστης ειδοποίησε τον Θανασάκη που έπαιζε πεντόβολα στο περβολάκι του κυρ-Αρίστου κι εκείνος με τη σειρά του ξεχύθηκε στα σοκάκια της γειτονιάς να μας προλάβει τα νέα. Εκείνη τη μέρα, ο Θανασάκης έχασε ξανά απ’ την τρομάρα του την παιδική του σαγιονάρα κι εμείς την ανεμελιά της παιδικής μας ηλικίας.  




Φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο