Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Όταν η δημοκρατία πέθανε στην κοιτίδα της (*)

«Καλωσήρθατε στο Νταχάου της Αθήνας»
Το καλωσόρισμα στο κολαστήριο της ΕΑΤ-ΕΣΑ στο πάρκο Ελευθερίας απ’ τον πρόεδρο του ΣΦΕΑ (Συνδέσμου Φυλακισθέντων Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974) Κώστα Μανταίου. Η βαριά ξύλινη πόρτα ανοίγει και μας αποκαλύπτει τους χώρους «φιλοξενίας» των πολιτικών κρατουμένων που πέρασαν απ’ αυτό το κολαστήριο. Η εμβληματική προτομή του αγωνιστή Σπύρου Μουστακλή στον προαύλιο χώρο, μας είχε ήδη προετοιμάσει ψυχολογικά γι αυτά που θα αντικρίζαμε. Τα δωμάτια βασανισμού, οι κατάλογοι ονομάτων, οι νεκροί, πρωτοσέλιδα από εφημερίδες εποχής, οι τοίχοι που έχουν ακόμα φυλαγμένες τις μαρτυρικές ανάσες των ηρώων στις ρωγμές τους, τα αντικείμενα που έφτιαχναν οι εξόριστοι, τα γράμματα στους δικούς τους, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα, μπροσούρες, πολύγραφοι και παράνομα έντυπα.

Το Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης,  επισκέπτονται σχολεία –κυρίως στην επέτειο του Πολυτεχνείου- αλλά στην πλειοψηφία τους τα παιδιά δεν γνωρίζουν τίποτα γι αυτή τη μαύρη περίοδο της ιστορίας μας. Όπως μας είπε ο κ. Μανταίος, έχουν γίνει αλλεπάλληλα αιτήματα στο υπουργείο παιδείας, να προστεθούν κεφάλαια με ιστορικό υλικό στα σχολικά βιβλία. Μάταια όμως. Με το πρόσχημα να μην πυροδοτούμε τα παλιά μας εθνικά μίση, είναι προτιμότερο να μην αναμοχλεύουμε την ιστορία. Μ’ αυτή τη λογική, ας μην μαθαίναμε για την  επανάσταση του ’21 ή το ένδοξο έπος του ’40 (που κι αυτό στρεβλά το διδαχτήκαμε).

«Μετά από 128 μέρες στην απομόνωση, γυρίζοντας πίσω στη φυλακή νόμιζα πως λευτερώθηκα. Μου’φερνε λίγο φαγάκι η μάνα μου και δε μπορούσα να το φάω, το χάιδευα συγκινημένος, γιατί ήταν απ’ τα χεράκια της. Έβλεπα απ’ το παράθυρο της φυλακής τη γειτονιά μου, τους δρόμους που παίζαμε, θυμόμουν τους παλιούς έρωτες στα φοιτητικά χρόνια κι έτσι κρατήθηκα όρθιος…» μας διηγήθηκε βουρκωμένος ο κ. Μανταίος.

Για την ιστορία: απ’ το κτίριο αυτό «πέρασαν» χιλιάδες αγωνιστές, που αφού βασανίστηκαν βάναυσα και ανακρίθηκαν, παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο κι από εκεί στις φυλακές ή τις εξορίες. Ανάμεσά τους επώνυμοι και ανώνυμοι αγωνιστές, στρατιωτικοί και πολίτες, άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και επαγγέλματος. Τα κτίρια του πρώην στρατοπέδου Ε.Α.Τ.-Ε.Σ.Α. έχουν παραχωρηθεί, ως προς την χρήση, στον Σ.Φ.Ε.Α. 1967-1974, στο Δήμο Αθηναίων και στο Μουσείο «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

Με την ευχή να μην γκρεμιστεί άλλο ιστορικό μνημείο όπως έγινε με το περίφημο Εφηβείο Αβέρωφ –προορισμένο αρχικά για την αναμόρφωση ανηλίκων- μετέπειτα Φυλακές Αβέρωφ· στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο Άρειος Πάγος, όπου μόνο μια λιτή μαρμάρινη στήλη στο προαύλιο θυμίζει ότι «Στο χώρο αυτό λειτούργησαν επί δεκαετίες οι Φυλακές Αβέρωφ. Αιωνία η μνήμη στου Έλληνες και Ελληνίδες που κρατήθηκαν και θυσιάστηκαν στις Φυλακές».
Γιατί εκτός απ’ τα αρχαία μας μνημεία που μας κάνουν υπερήφανους, υπάρχουν και τα μαύρα κληροδοτήματα της σύγχρονης ιστορίας μας. Πέρα απ’ την κατάφορη προσβολή των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, τις διώξεις και τα εγκλήματα, κληρονομήσαμε μνημεία σαν τη θρυλική ταράτσα της Μπουμπουλίνας, τα νησιά εξορίας, τους τοίχους εκτελέσεων και τα μπουντρούμια της απομόνωσης και των βασανιστηρίων. Κληρονομήσαμε και την προδοσία της Κύπρου που ακόμα βολοδέρνει στα σαλόνια των ευρωπαϊκών χωρών χωρίς ουσιαστικές προοπτικές για την οριστική λύση του προβλήματος.

Επίσης για την ιστορία: Μετά την πτώση της χούντας κατατέθηκαν μηνύσεις εναντίον 150 αστυνομικών-βασανιστών. Ωστόσο το μαχαίρι της αποχουντοποίησης δεν έφτασε στο κόκκαλο και τελικά στο εδώλιο του κατηγορουμένου οδηγήθηκαν μόλις 16. Απ’ αυτούς, άλλοι αθωώθηκαν απ’ τα Εφετεία και άλλοι καταδικάστηκαν για απλές σωματικές βλάβες, ενώ τους επιβλήθηκαν εξαγοράσιμες ποινές. Ακόμη και τα ηγετικά μέλη της ΕΣΑ (Χατζηζήσης, Θεοφιλογιαννάκος, Πέτρου) που δικάστηκαν από στρατοδικείο και καταδικάστηκαν, δεν εξέτισαν το σύνολο της ποινής τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη διάρκεια των δικών τους οι βασανιστές αντέκρουσαν όλες τις κατηγορίες και δήλωσαν ότι έκαναν απλά το καθήκον τους. Παρά τις μαρτυρίες των θυμάτων, κανένας αστυνομικός της Ασφάλειας δεν έδειξε μετανοημένος. Ούτε ένας δεν παραδέχτηκε έστω μια πράξη βίας. «Τα βασανιστήρια είναι απαραίτητα για την προστασία του πολιτισμού μας» δήλωνε σε δικηγόρο της Διεθνούς Αμνηστίας ένας από τους ηγέτες της Χούντας, η οποία, σύμφωνα με στρατηγό του αμερικάνικου Πεντάγωνου, «ήταν, που να πάρει ο διάολος, η καλύτερη κυβέρνηση μετά τον Περικλή!».


(* Τίτλος άρθρου του e-περιοδικού Spiegel, με την ευκαιρία συμπλήρωσης μισού αιώνα απ’ το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967)

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Με δανεικό βεγγαλικό

Γι αυτούς που η νηστεία είναι από ανάγκη κι όχι από θρησκευτική επιλογή…
Γι αυτούς που καθόλου δεν ανησυχούν μην βάλουν παραπανίσια κιλά την περίοδο των γιορτών…
Γι αυτούς που δεν θα ζήσουν -ίσως ποτέ- μια εορταστική απόδραση στο γραφικό Γαλαξίδι ή σ’ ένα κυκλαδίτικο νησί…
Γι αυτούς που δεν αγωνιούν πόσα μποφόρ θα φυσάει στο Αιγαίο τις παραμονές των γιορτών ή αν εξελίσσεται ομαλά η κίνηση στις εθνικές οδούς…
Γι αυτούς που αδιαφορούν για τις τιμές του οβελία ή της γαλοπούλας ή το κόστος του γιορταστικού τραπεζιού…
Γι αυτούς που δουλεύουν ανήμερα του Πάσχα για να πάρουν το επιπλέον 75% του ημερομισθίου τους…
Ή γι αυτούς που δουλεύουν σ’ όλα τα ανήμερα γιατί πρέπει να εξυπηρετήσουν τους υπόλοιπους που απολαμβάνουμε τις αργίες…
Γι αυτούς που σηκώνουν ισοβίως το σταυρό της επιβίωσης, δίχως να ελπίζουν σε κάποια επικείμενη Ανάσταση…
Γι αυτούς που τα πυροτεχνήματα μιας Ανάστασης ή μιας Πρωτοχρονιάς, ηχούν σαν ανελέητοι βομβαρδισμοί στα μοναχικά τους σπίτια, ή στα δωμάτια που φιλοξενούν τις κουρασμένες τους υπάρξεις…
Γι αυτούς που σπρώχνουν ευγενικά τις γιορτές απ’ το κατώφλι τους, γιατί οι γιορτές θέλουν στολίδια και δώρα, θέλουν τις κατσαρόλες γεμάτες και τους φούρνους να ψήνουν αφράτα τσουρεκάκια και θέλουν και παιδάκια χαρούμενα να πλάθουν κουλουράκια με τις μαμάδες τους, θέλουν σπίτια να μυρίζουν ήλιο κι αλεύρι για όλες τις χρήσεις και θέλουν καινούργια παπούτσια και κάρτες αλλαγής και λαμπαδόκουτα και σακούλες γεμάτες να πηγαινοέρχονται στους δρόμους, θέλουν, και τι δε θέλουν οι άτιμες…

Κι άντε να εξηγήσεις στο Λενάκι να μην ανησυχεί, γιατί βγαίνουμε σταδιακά απ’ την κρίση και πως το χρέος είναι ένα τικ βιώσιμο, σε αντίθεση με τον μπαμπά που έσκασε απ’ τη στεναχώρια του γιατί έμεινε άνεργος και πως η μαμά δε γινόταν να είναι κοντά της το βράδυ της Ανάστασης γιατί είχε βάρδια λάντζα στην οικογενειακή ταβέρνα «Η ωραία Ελλάς» και πως τα βεγγαλικά που άκουγε μοναχή της τα μεσάνυχτα απ’ την κοντινή εκκλησία, ήταν για μια Ανάσταση που δεν την αφορά ακόμα…
Και πως το δικό της βεγγαλικό, θέλει πολλές σταυρώσεις ακόμα για να λάμψει.

«Χρόνια πολλά κοριτσάκι μου, να προσέχεις μέχρι να γυρίσω… θα φέρω και λίγη μαγειρίτσα να φάμε παρέα το πρωί… σ’ αφήνω, έχω πολλή δουλειά απόψε… σ’ αγαπώ πολύ…»

Ένα κοριτσίστικο βλέμμα κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου. Ο ουρανός να σκίζεται από πολύχρωμα βεγγαλικά κι οι καμπάνες να παιανίζουν χαρμόσυνα την ανάσταση του Χριστού.

Καρφώνει τα μάτια της ψηλά. «Να έχω κι εγώ ένα βεγγαλικό σε παρακαλώ; Μόνο ένα…»

φωτογραφία: https://birdemetutopya.tumblr.com/

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Η θυσία [Πασχαλινή ιστορία]

Μια φορά κι έναν καιρό –πάνε τώρα χρόνια– μια σκοτεινή κι αλλόκοτη βραδιά, ο Χριστός κατέβηκε στον κόσμο. Πρώτη φορά κατέβαινε στη γη, και μοναχός Του βάδιζε στην τύχη· ήταν ένα βράδυ ζεστό και τρυφερό, ένα δρομάκι ήσυχο φαι­νότανε μπροστά Του, ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει. και καθώς πήρε το δρομάκι εκείνο, βγήκε προς τη μεριά της Ιουδαίας. Φορούσε ρούχα ταπεινά κι απλά, κι ακουμπούσε μαλακά σ’ ένα κλαρί, που μόλις το ’χε κόψει μέσ’ στο δάσος· δε μπορούσε κανείς να Τον γνωρίσει κι από τίποτα, εξόν απ’ τα μεγάλα Του τα μάτια, που φέγγανε γλυκά μέσ’ στο σκοτάδι, σα δυο μεγάλα σιωπηλά φεγγάρια· έμοιαζε τώρα σαν προσκυνητής, από κείνους που ξεκινάν για τόπους μακρινούς, και ζούνε διακονεύ­οντας στο δρόμο το ψωμί τους. Τα ρόδα τ’ ανοιξιάτικα μοσκοβολούσαν τώρα. Γύρω ήταν απλω­μένη ησυχία· τ’ άστρα φεγγοβολούσανε ψηλά, με τα γλυκά τρεμου­λιαστά τους φώτα.

Κι έτσι που περπατούσε αφαιρεμένος, βυθισμένος πάντα μέσ’ στις σκέψεις Του, είδε άξαφνα, στο στρίψιμο του δρόμου, ένα πλήθος άλλα φώτα που βαδίζανε, και φτάναν τώρα όλα μαζί, σαν ένα μεγάλο αστερισμό· τράβηξε τότε προς αυτά τα φώτα, μαντεύοντας πώς σίμωνε σε κάποια πολιτεία. Κι αληθινά, εκεί, σ’ αυτό το μέρος, ήτανε μια μεγάλη πολιτεία που, καθώς πλησίαζε, μεγάλωνε, κι άρχιζε πια να ξεχωρίζει και τα σπίτια της: ήταν όλα γύρω φωτισμένα κι ήταν παντού η ίδια φωταψία, σάμπως να γινόταν πανηγύρι· ερχό­ταν, όσο σίμωνε, στ’ αυτιά Του, το βουητό και των ανθρώπων οι φωνές. Κι όταν έφτασε ακόμα πιο σιμά, είδε να προβάλουν από πέ­ρα, ένα πλήθος άνθρωποι που φώναζαν, και βαστούσαν πέτρες και κοντάρια, κι αναμ­μένους κόκκινους δαυλούς· ήταν άντρες, γυ­ναίκες και παιδιά, και φώναζαν μαζί, και βλαστημούσαν, και χτυπούσαν τον αέρα με τις βέργες, σκούζοντας ώρες-ώρες σαν τρελοί.
Κι όταν άρχισε να βλέπει πιο καλά, είδε, μπροστά, να περπατάνε στρατιώτες, με λόγχες, με λοφία και με κράνη· κι είχανε στη μέση κάποιον άνθρωπο· κι ο άνθρωπος αυ­τός ήταν ξυπόλητος, όλο κουρέλια γύρω κι ελεεινός· στα μαλλιά του είχανε βάλει ένα στεφάνι αγκάθια και τσουκνίδες, και κουβαλούσε μ’ αγωνία κάποιο ξύλο.

Τα μάγουλα του ήταν γδαρμένα κι όλο αίματα, γιομάτα χώματα, φτυσιές κι ακαθαρσίες. Και το πλήθος γύρω του βοούσε, σα θά­λασσα φριχτή κι ανταριασμένη. Και των πυρσών οι κόκκινες αν­ταύγειες, φωτίζανε παράξενα τα σπίτια, κι έκαναν να χορεύουν οι σκιές, μεγαλωμένες των ανθρώπων οι σκιές, στους φωτισμένους τοίχους, γύρω-γύρω. Τότε ο Χριστός, σπρωγμένος απ’ το πλήθος, πήγε σ’ έναν άνθρωπο σιμά, που πήγαινε κι αυτός μαζί, τραβών­τας τα μαλλιά του, –και γύρεψε να μάθει τι συμβαίνει.

Κι αυτός Του είπε, σκύβοντας στ’ αυτί του:
"Είν’ ένας προφήτης –δεν τον ξέρεις;– είν’ ένας προφήτης ξακουστός: ήρθε στον κόσμο για να φέρει την αγάπη· μ’ αυτοί δεν τον κατάλαβαν διόλου, γιατί μιλούσε λόγια των Αγγέλων. Κι οι βασιλιάδες οι τρανοί τον φοβηθήκανε, και δώσαν προσταγή να τον κρεμάσουν· και τώρα πάνε για να τον κρεμάσουν…"

Και καθώς μιλούσε φοβισμένα, τα δάκρυά του τρέχανε ποτάμι.
Κι ο Χριστός, μπήκε τότε μέσ’ στο πλήθος, και θέλησε να ιδεί στο πρόσωπό του· και καθώς πήγαινε να στρίψει στη γωνία, μπό­ρεσε μια στιγμή και τον αντίκρισε. Και κείνος τότε σήκωσε τα μάτια και Τον κοίταξε.

Κι όλος ο κόσμος έσβησε τριγύρω κι ο Χριστός, τίποτ’ άλλο πια δεν έβλεπε, παρά τα φοβερά εκείνα μάτια. Και μοιάζανε σα δυο λυγμοί χαράς. Και λέγανε τα μάτια εκείνα τώρα: «Είμαστε το τραγούδι της Αγάπης, και το τραγούδι της Αθανασίας -και δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο- τίποτ’ άλλο, παρά Καλοσύνη· τίποτ’ άλλο, παρά Καλοσύνη!»  Κι αυτά τα μάτια δε σφαλνούσανε ποτέ, κι έλαμπαν απ’ το φως τού μαρτυρίου…

Κι ο προφήτης σκόνταψε και τρέκλισε, γιατί και κείνος γνώρισε τα μάτια του Χριστού, κι έπεσε χάμου, με τα μούτρα μέσ’ στο χώμα. Και καθώς τον έσπρωχναν οι άλλοι, και τον τραβούσαν για να σηκωθεί –μέσ’ στις φωνές και μέσ’ στη φασαρία– βρήκε την ευκαιρία ο Χριστός, και παίρνοντας στην πλάτη του το ξύλο, μπήκεν Αυτός στη θέση του προφήτη. Κι επειδή κανένας δεν τον ήξερε, εμψυχωμένος απ’ τη μέθη της Θυσίας –τράβηξεν ίσια για να σταυρωθεί…

Και κατόπι απ’ την Ταφή κι απ’ την Ανάσταση –καθώς τη διετήρησε η παράδοση κι οι μαρτυρίες των τεσσάρων Αποστόλων– ο Χριστός, τυλιγμένος σ’ ένα σύννεφο, γύρισε ξανά στον ουρανό, πήγε κατευθείαν στον Πατέρα Του, και τον βρήκε που μιλούσε μ’ έναν Άγγελο.
-        Γιατί το έκανες αυτό; του λέει τότε εκείνος αυστηρά.
-        Δεν ξέρω αποκρίθηκε θλιμμένα και δειλά.

Και δυο μεγάλα δάκρυα λαμπρά, ήταν έτοιμα να στάξουν απ’ τα μάτια Του.
-        Θα μου κάνεις άλλοτε τη χάρη, να μην ανακατώνεσαι διόλου στις μικροϋποθέσεις των ανθρώπων του ξαναείπε πάλι ο Θεός. Αυτές οι καλοσύνες να σου λείπουν…
Και γύρισε ξανά κι εξακολούθησε την κουβέντα που είχε με τον Άγγελο.

 Πασχαλινό διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, δημοσιευμένο στις 19 Απριλίου 1925 στο ποιοτικό περιοδικό ποικίλης ύλης «Μπουκέτο», με το οποίο συνεργαζόταν ο Λαπαθιώτης εκείνη την περίοδο.

Εύχομαι ειλικρινά να μην χρειαστεί να Τον ξανασταυρώσουμε για να γιορτάζουμε αργότερα την Ανάστασή Του. Τον προσωπικό μας «μάρτυρα», «προφήτη», καλό ή κακό εαυτό, τον εχθρό ή το φίλο μας, όποιον συναντήσουμε τέλος πάντων στην προσωπική μας διαδρομή και κουβαλάει ένα σταυρό στην πλάτη του. Κι αν ακόμα αποδειχτεί πως δεν είναι σταλμένος εξ ουρανού, εμείς ωστόσο θα έχουμε βάλει ένα χεράκι να καθαριστούν και αναπλαστούν οι σύγχρονοι «Γολγοθάδες».

Με γαλήνη και αγάπη να περάσουν κι αυτές οι γιορτές!

[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Μαγιάπριλο στο περβάζι

«Να σας ζήσει
Γλυκοκελάηδησε ο σπουργίτης
στο περβάζι της κουζίνας
γαντζωμένος ώρα πολλή στην πύλινη γλάστρα
μέχρι να ξεμυτίσουν  τα πρωτότοκα
του βασιλικού βλαστάρια
φύλακας-άγγελος
να προσέχει τούτη τη γέννα
της μάνας γης...

Κι έτσι φτιάχνονται οι εποχές
και κυλάει αρμονικά το τσέρκι στο χρόνο
λίγα ψίχουλα στο περβάζι
να βρει τροφή το ξενιτεμένο μας
γλάστρες που κυοφορούν ρίζες στα σπλάχνα τους
ώσπου να’ρθει πάλι ο ήλιος ο ταξιδευτής
ερεβοκτόνος και στρατηλάτης
να παιανίζει τα λάβαρά του
το φως και τη ζέστα του...

Αχ πάμε μια βόλτα
αχνοροδίζει έξω η άνοιξη
να μυρίσουμε τους νερατζανθούς
και να μερεμετίσουμε τη χελιδονοφωλιά στο μπαλκονάκι μας
να καταχωνιάσουμε στα τρίσβαθα του παταριού
τις χνουδάτες μεγαλοϊδέες μας
τα κατσιασμένα μας «Εγώ» και  τα ξεχειλωμένα «Έχω» μας
και το αχολόϊ και τα «Αμάν» μας...

και να ξεθάψουμε τις πάνινες λέξεις μας τις ξεχασμένες
“κλαίω - γελάω
ελπίζω - συγχωράω
νιώθω - αντιστέκομαι
συμπάσχω και εμπνέομαι
πέφτω και σηκώνομαι
ζω!

Να τις λιάσουμε σαν ασπρόρουχα
να ξετσαλακωθούν επιτέλους
να ξαναμπούν σπίτι μας
παρέα να κάτσουμε στο τραπέζι
να κόψουμε της ζωής το πρόσφορο
«Από καρπού σίτου, οίνου και ελαίου αυτών ενεπλήσθημεν ...» [*]

Στα καρφάκια που έχουμε μπηγμένα κατάκαρδα
να κρεμάσει ξανά η μάνα τα υφαντά μπρισίμια της
«Κι αυτό θα περάσει»
και να φυτέψει την ευχή της
στη μέση μιας αυλής
σπορά για τους επόμενους
σπουργίτες”...
Το 15ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας μας, καλωσόρισε την άνοιξη με την πιο ωραία λέξη: ΖΩΗ. Την ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου για τη φιλοξενία του Μαγιάπριλου, καθώς και όλους τους φίλους που συμμετείχαν και σ’ αυτό το Συμπόσιο.


[* ]απόσπασμα προσευχής για το δείπνο
Φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Το pin της γιαγιάς

«Να ξετελέψω δα τα χορταρούδια και θα σας εκάμω πιταράκια που σας αρέσουνε». 
Τα χορταρούδια της γιαγιάς που τότε τα περιφρονούσαμε και ψάχναμε ευκαιρίες να πάρουμε στη ζούλα κανένα σουβλάκι απ’ το λιμάνι, εκτιμήθηκαν δεόντως με τα χρόνια κι η διατροφική τους αξία αναγνωρίστηκε πανηγυρικά. Αν η γιαγιά βλέπει από κει πάνω  τα πιάτα της  να διαπρέπουν σήμερα σαν γκουρμεδιές στο εξωτερικό, θα σφίγγει το κεφαλομάντηλό της χαμογελαστή και θα μας κατακεραυνώνει με τη στεντόρεια φωνή της: «Θωρείτε  βρε κοπέλια που σας τα’λεγα τοτεσάς;»

Η γιαγιά δεν είχε χρυσούς σκούφους και καριέρα στην τηλεόραση, ούτε γράμματα  ήξερε, ούτε συνταγές και πάγκους παρασκευής διέθετε. Τα χόρτα του τόπου της, ήταν αυτά που κράτησαν ταϊσμένη την οικογένεια στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, συνοδευόμενα σπανίως με κανένα καρβέλι που φυγάδευε με χίλιους κινδύνους κάποιο απ’ τα εννιά παιδιά της και που αν δεν ήταν η πείνα να τους έχει κάνει αγριμοπόδαρους, οι γερμαναράδες θα τους είχαν στήσει στο εκτελεστικό με συνοπτικές διαδικασίες. Από τότε, τα χόρτα και τα βοτάνια της Κρήτης γινήκανε αγαπημένη συνήθεια και μ’ αυτά γιατροπόρεψε και ανάστησε παιδιά και εγγόνια.

Τα χορταρούδια της γιαγιάς, απόκτησαν με το χρόνο πολυδιάστατες χρήσεις και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Τα αγριόπρασσα, οι καυκαλήθρες και τα μυρώνια, για τσιγαριαστά τσικάλια με κατσικάκι. Ο στύφνος, οι βρούβες, τα σταμναγκάθια και οι ασκόλυμπροι, βρασμένα με λαδάκι και μπόλικο λεμόνι. Οι άγριες αγκινάρες, ωμές με ξυδάκι για τις νηστίσιμες μέρες της Μεγαλοβδομάδας. Αγριομάραθα, κουτσουνάδες και λάπαθα για πίτες και γιαχνιστά τσικάλια με χοχλιούς. Ασφόδελους, αμανίτες και σπαράγγια, για σφουγγάτα στη χόβολη. Και τα θρυλικά γυάλινα βαζάκια της με τα δίκταμα, τις μαλοτήρες, τ’ αρισμαρί και τα φασκόμηλα, αλφαδιασμένα στο μικρό ραφάκι της κουζίνας, με μια λευκή δαντελίτσα καρφωμένη στο γείσο, πάντα σ’ ετοιμότητα να προσφέρουν τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, συνοδεία θυμαρίσιου μελιού ή σιροπιού από πετιμέζι. Η “αντιβίωση” της γιαγιάς αποδείχτηκε αλάνθαστη και αποτελεσματικότατη.

Στα χρόνια της ευδαιμονίας και της πολυφαγίας, η γιαγιά έμεινε πιστή στις παραδόσεις της. Τα πιάτα της μας περίμεναν πάντα αχνιστά και μοσχομυριστά, αραδιασμένα πάνω στο λινό τραπεζομάντηλο, όσο αυτή μας καλωσόριζε με τα χέρια της ορθάνοιχτα στην αυλόπορτα. Η μερίδα της ήταν πάντα λιγοστή, μα καλοχόρταινε να μας παρατηρεί να γεμίζουμε τις αισθήσεις και το στομάχι μας με τις λαχταριστές μαγεριές της. Ένα τσούρμο παιδιά τότε, με τις φανέλες μας ιδρωμένες απ’ το παιχνίδι και τα μάγουλά μας γδαρμένα απ’ την αλισάχνη, γεμίζαμε τις αποσκευές μας με εικόνες, τρυφερές στιγμές κι αληθινό νοιάξιμο· η συρμαγιά μας για το μέλλον, που τότε δεν μπορούσαμε να την εκτιμήσουμε ως της άξιζε.

Κάθε σούρουπο, καθώς η νύχτα σκέπαζε τρυφερά με το σεντόνι της την πόλη, με προβολέα το φεγγάρι να φωτίζει το ενετικό κάστρο και υπό την πολύβουη ορχήστρα των τζιτζικιών, η αυλή της γιαγιάς  γινόταν ιερή τράπεζα κι εμείς μύστες μιας πανάρχαιας τελετής που υμνούσε την αγάπη, το φιλότιμο, την καθαρή ματιά και το στητό περπάτημα. Κατέβαινε κι ο παππούς απ’ το ουράνιο μεϊντάνι του, παρέα με τον Φουσταλιέρη που έπαιζε το μπουλγαρί του και πλάι απ’ το πιθάρι με τη βυσσινιά βουκαμβίλια, χόρευε ο πατέρας με τα χέρια του ανοιγμένα σαν το Χριστό πάνω στο σταυρό του, με τα βυζαντινά του μάτια δακρυσμένα απ’ την κατάνυξη «Όσο βαρούν τα σίδερα / αμάν-αμάν βαρούν τα μαύρα ρούχα…»

Ζωντάνευαν οι διηγήσεις της γιαγιάς για τις παλιές αποσπερίδες, τότε που σχημάτιζαν μικρούς πύρινους κύκλους από παρέες κι αυτοσχέδια γλέντια, για να ξορκίζουν τον πόνο τους και να μένουν ενωμένοι σα μια γροθιά απέναντι στον κατακτητή. Με μοναδικά όπλα το σεβασμό στις ρίζες τους  και την επίγνωση του χρέους τους.  Παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν κι έντιμοι με την ιστορία που άφηναν πίσω τους.

Η γιαγιά έφυγε στα βαθειά της γεράματα, έχοντας τη συνείδησή της εναργή και σε πλήρη λειτουργία. Πριν απαντηθεί με το σύντροφό της στο μπεντένι του Θεού, μας εμπιστεύτηκε τον κωδικό πρόσβασης στην ευζωία: «Να μη τρώτε μπουνταλές, αμέ μόνο ό,τι σας πέμπει η μάνα-γη… γιάε, τα χορταρούδια και τα μάθια σας! Ούλα σας τα ορμήνεψα, ξα σας τώρα!»

Τη γιαγιά τη βλέπουμε τακτικά να ξεκορφίζει με το κρητικό μαχαίρι και το υφαντό της βουργιάλι τους μπαξέδες του παραδείσου, να στήνει βεγγέρες με το παρεάκι της και να ροζωνάρει με τους αγγέλους. Εκεί που τελειώνει η θάλασσα κι αρχινάει η γραμμή τ’ ουρανού,  στο φαράγγι των νεκρών στο Ζάκρο, στις χαραυγές του Φραγκοκάστελου παρέα με τους Δροσουλίτες, στα γκρέμια του Ψηλορείτη συντροφιά με τους Κουρήτες που φυλάνε ακόμα τα περάσματα των θεών ως το ξωκλήσι της Παναγιάς στην αετοφωλιά του Μέρωνα, εκεί που δραπετεύουν οι θνητοί αφήνοντας πίσω τις πολύτιμες κληρονομιές τους.

Ένα κερί αναμμένο στη μνήμη τους να σιγοκαίει την προσδοκία μας. Πως θα μυρίζουν βασιλικούς και μαντζουράνες οι χειμώνες μας, πως θ’ ακούγονται τα βήματά τους στα κεφαλόσκαλα, πως τα λόγια τους θ’ ανθίζουν στους χωματένιους δρόμους, θα βγάζουν αγριοφράουλες και δυόσμους και θα καθόμαστε αντάμα στα γιορτινά τραπέζια, να υψώνουμε ποτήρια και να καλοπιάνουμε τα σύννεφα στ’ Αστερούσια, να παραμερίζουν για λίγο τα περάσματά τους, να κοινωνούμε μαζί τους το πρώτο κρασί του βαρελιού και τα καζανέματα και τα γλέντια στις απάνω γειτονιές. 

[Φιλοξενήθηκε στο ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ του Γιώργου Ιατρίδη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά!]


Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι απ’ το διαδίκτυο

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο νικητής του Survivor

Έχει Άγιο Δομίνικο το Σχιστό;
Έχει και παραέχει.
Και παίκτες έχει, απ’ αυτούς του ορίτζιναλ όμως, που δεν τραβαγιάρουν για μια τηλεθέαση, αλλά για ένα μεροκάματο.
Κυριακή πρωί στο παζάρι του Σχιστού.  Ένα εμπριμέ ποτάμι από ανθρώπους, πάγκους και πραμάτειες. Ένας δρόμος που μετράει σχεδόν τρία χιλιόμετρα, με κάθε λογής προϊόντα προς πώληση. Από αυτοκίνητα μέχρι ωδικά πτηνά. Απ’ την αρχή της διαδρομής, ακουγόταν πίσω μας  μια στεντόρεια  φωνή που τραγουδούσε λαϊκά τραγούδια, συνοδευόμενη από ένα ακορντεόν.  Ο νεαρός κάτοχος της φωνής, διέσχιζε με σταθερό βηματισμό το δρόμο, παίζοντας ασταμάτητα τις νότες του και  τραγουδώντας το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Έκανα στην άκρη για να περάσει, όταν διαπίστωσα πως βάδιζε σαν κουρντισμένος σε μια τυφλή ευθεία και ξαφνιάστηκα στη δεύτερη διαπίστωση· είχε πρόβλημα όρασης, ωστόσο περιδιάβαινε με άνεση το παζάρι σαν να ήξερε με ακρίβεια τη διαδρομή, τραγουδώντας ασταμάτητα και συγκρατώντας στο ένα του χέρι ένα πλαστικό ποτηράκι για τα κέρματα. Ήταν μια αλλόκοτη σκηνή, σαν αυτές που νιώθεις πως είσαι σε λάθος διάσταση, πως αυτό που βλέπεις  κι ακούς, θα ταίριαζε σε μια μουσική σκηνή κι όχι στους δρόμους ενός παζαριού. Όχι πως είχε ανάγκη το μικρόφωνο, ο άνθρωπος ήταν μια κινητή ορχήστρα από μόνος του και η φωνή του ήταν σκάλες καλύτερη από επαγγελματίες τραγουδιστές που απολαμβάνουν την άνεση της πίστας και την αποθέωση του κοινού τους.
 Στην επιστροφή τον συναντήσαμε σε μια υπαίθρια ψησταριά, να δέχεται τα κεράσματα μιας παρέας. Με το βλέμμα του υψωμένο στον ουρανό κι ένα γαλήνιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης, σήκωνε το ποτήρι του προς όλες τις κατευθύνσεις . Ύστερα από λίγο ζαλώθηκε τ’ ακορντεόν  και πριν πιάσει πάλι τις νότες του, μας άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα της ψυχής μας  για να μπει το φως του:  «Παιδιά… την υγειά μας να’χουμε κι όλα θα γίνουν!..»

Ψάχνοντας αργότερα στο διαδίκτυο, βρήκα τον Αντώνη τον Μερακλή, που βλέπει  όσα δεν μπορούμε να δούμε όλοι εμείς οι ανοιχτομάτηδες· που σπούδασε μουσική και διαβάζει βιβλία, που οργώνει τις αγορές για να κερδίσει αξιοπρεπώς ένα μεροκάματο, που θαυμάζει τον Γονίδη και ονειρεύεται τη μέρα που θα παρατήσει το δρόμο και θα  βρεθεί σε μια μουσική σκηνή. Αξίζει το χρόνο και τον κόπο μας αυτό το σύντομο βίντεο, με μια συνέντευξή του σε πρωινή εκπομπή. Προσέξτε την αντίδρασή του όταν ερωτάται πώς θα νιώσει την πρώτη μέρα που θα βρεθεί σ’ ένα μουσικό στέκι…
 Παρά τις υποσχέσεις της παρουσιάστριας βέβαια, ο Αντώνης συνεχίζει να παίζει στους δρόμους και να χαραμίζει το καταπληκτικό του ταλέντο, την ψυχή και το πάθος που έχει για το τραγούδι. Υπάρχουν κι άλλα βίντεο με τον Αντώνη, σ’ ένα απ’ αυτά τον επισκέπτεται σπίτι του το ίνδαλμά του ο Γονίδης και του κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Ίσως να έχει ήδη καταφέρει να έρθει πιο κοντά στο όνειρό του, ίσως και όχι. Όπως κι ίδιος έχει διαπιστώσει άλλωστε, η πίστα σήμερα θέλει τσαχπινιά και καλή εμφάνιση, η φωνή και το ταλέντο δεν αρκούν.  Εκείνο που δεν μπορούμε όλοι εμείς να καταλάβουμε, είναι τι χρώμα έχουν τα όνειρά του.  Ίσως και να είναι λιγότερο γκρίζα απ’ τα δικά μας…
 Στην προσωπική μου κλίμακα, αυτό το παιδί είναι ο απόλυτος νικητής του ριάλιτι που λέγεται ζωή και ανθρώπινη δύναμη. Ο Ιρλανδός συγγραφέας C. Lewis είχε πει: «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που λένε στο Θεό “γενηθήτω το θέλημά σου” κι αυτοί που τους λέει ο Θεός “καλά, κάνε ό,τι νομίζεις”. Κι ο Αντώνης κάνει αυτό που γουστάρει. Και το κάνει έντιμα και παλληκαρήσια.  Μπορεί να μην κατακτήσει ποτέ τη showbiz, αλλά έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Να μας ξεναγεί στα  δικά του φωτεινά μονοπάτια, αυτά που ούτε καν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπάρχουν.


Περισσότερα, στη σελίδα του στο fb: https://www.facebook.com/AntonesMerakles/

H φωτογραφία είναι της Ασπασίας Κουλύρα

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Σ’ αυτόν τον τόπο όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι… [Γιώργος Σεφέρης]

Ευγένιος Ντελακρουά, Επεισόδιο του ελληνικού αγώνα, λάδι σε μουσαμά
 Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη,
Αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.

Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το
 21,
Αλλά ο νους σου θα πάει στην
 Ορίτζιναλ.

Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα
Τι να λένε σε σένα; Σε σένα που βιάζεσαι να φύγεις.
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.

Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο
και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω για αλλού...
Σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία,
ή και περισσότερα χρόνια…

Θα σου µιλήσω σταράτα,
για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.

Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις,
οι µαθητές που δίδαξα φέτος
στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεβάστηκαν,
αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.

Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές
δε µε σεβάστηκαν, µε προσέβαλαν κατ' επανάληψη.
Με έργα, µε λόγια, µε ύβρεις.
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος
που µε σόκαρε, που µε έβαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει
πως κάτι σάπιο υπάρχει σ’ αυτό το σχολείο.
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος
το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά
και στο ηθικοπλαστικό του έργο,
στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.

Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία
είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας,
των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε
πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση.
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα,
θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,
θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,
θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,
θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όµως θέλετε µια συµβουλή από ένα δάσκαλο,
σκεφτείτε το παράδειγµα του
 Μακρυγιάννη,
που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν,
για να καταλάβει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια
ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.
Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο
και έµαθε πέντε κολλυβογράµµατα,
για να µας πει την ιστορία του βίου του,
το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.

Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,
και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη
να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε,
το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας,
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από
τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον
 Γιώργη Καραϊσκάκη.
Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς,
αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά µάθαµε σαν µπέσα.
Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.
Να αναλαµβάνετε τις ευθύνες σας.
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον.
Να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του
ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου,
του
 Νικηταρά.
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,
συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του
κι έπειτα
 φυλακίστηκε,
για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά,
σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειμμένος απ’ όλους.
Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα
κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει
από την κυβέρνηση µια πλούσια σύνταξη,
απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείβει πολύ καλά,
λέγοντας ψέµατα, για να µην προσβάλει την πατρίδα του.


Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.
Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,
μπορείτε ν’ ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας,
να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα
για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που
αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαµβάνοµαι.
Πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική,
όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,
της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.

Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της.
Περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά
και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους
σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή µας
να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση,
να ξεψυχά απ’ την τηλεοπτική ανία,
να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας…

Μόνο σ’ εσάς ελπίζω,
στην ειλικρινή σας διάθεση
ν' αγωνιστείτε,
ν’ αντισταθείτε,
να πολεµήσετε,
να νικήσετε.

Μη µας απογοητεύσετε.

[Οµιλία Δασκάλου για την επέτειο της 25ης Μαρτίου - 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών]



«Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου”, καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄” – εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Τρικολόρε

[η μαύρη εκδοχή]
«Μη περιμένεις την ευτυχία να σου χτυπήσει την πόρτα», μου λέγαν οι μεγάλες.
«…κυνήγα τη μοίρα σου μη σε κυνηγήσει εκείνη!»
Ήμουν η μικρότερη βλέπεις και μου το παίζανε άνετες κι ωραίες. Αυτές είχανε πάντα την πρωτοκαθεδρία στο σπίτι. Καινούργια ρούχα, μοντέρνα παπούτσια, εξόδους κι εκδρομές με τις παρέες τους. Εγώ μια ζωή έμενα πίσω γιατί δεν καταδεχόντουσαν να με παίρνουν μαζί τους. «Τι να το κάνουμε το μυξιάρικο μαζί μας;» λέγανε στη μάνα κάθε φορά που στολιζόντουσαν για να βγουν. Χτυπιόμουν να με πάρουν έστω μια φορά μαζί τους στα πάρτι που πηγαίνανε, έκλαιγα γοερά στην εξώπορτα κι αυτές εκεί… πείσμα και ξιπασιά. Ποτέ δεν μου ψώνισαν δικά μου ρούχα, ποτέ δεν απόκτησα τα παιχνίδια που λαχταρούσα· με τ’ αποφόρια τους με ντύνανε και τα στραπατσαρισμένα τους παπούτσια, όταν τα βαριόντουσαν και τα είχαν για πέταμα. Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ για πέταμα ήμουν, αφού ένα βράδυ πήρε τ’ αυτί μου τη μεγάλη να λέει στη μάνα μας «το μικρό κατά λάθος το κάνατε ε;». Έφαγε κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα που ακούστηκαν ως το πίσω δωματιάκι που ήμουν χωμένη και διάβαζα. Το φχαριστήθηκα πολύ εκείνο το ξυλοφόρτωμα, ως το επόμενο πρωί που την είδα πρησμένη, με τα μάγουλά της μελανιασμένα. Διαμιάς τα ξέχασα όλα κι έτρεξα να την αγκαλιάσω και να την παρηγορήσω στην αγκαλιά μου. Έκλαψα τόσο πολύ εκείνη τη μέρα, σαν να τις είχα φάει εγώ απ’ τη μάνα. Καλύτερα να’ δερνε εμένα η συγχωρεμένη, λιγότερος θα ήταν ο πόνος…

[η κόκκινη εκδοχή]
Μια ζωή, παραγκωνισμένη ήμουν. Τα καλύτερα τα είχε η πρωτότοκη, αφού ήταν και το πρώτο τους παιδί· «η μικρή πριγκίπισσα», έτσι τη φώναζε ο μπαμπάς. Ζούσανε ακόμα η γιαγιά κι ο παππούς και δεν της αφήνανε χατίρι που να μην της το κάνουνε. Αυτή είχε τις καλύτερες κούκλες, τα πιο φανταχτερά ρούχα και τα πιο ακριβά λουστρινάκια. Καιρό τους παρακάλαγα να μου πάρουν ένα ποδήλατο με καλαθάκι μπροστά που το λαχταρούσα τόσο και λέγανε πως δεν τους φτάνουν τα λεφτά γιατί περιμέναμε κι άλλο αδερφάκι. Και μόλις ήρθε κι η μικρή, πάει… με ξεχάσανε εντελώς εμένα. Μόνο να ξεσκατίζω και να βοηθάω τη μάνα με το μωρό με είχανε. Κι επειδή ήταν καλύτερη μαθήτρια στο σχολείο, δεν έχαναν αφορμή να μου το κοπανάνε. Μια ζωή να με συγκρίνουν με τη μικρή που είναι άριστη στα μαθήματα και με τη μεγάλη που είναι σωστή κούκλα· «…ίδια η γιαγιά η Θεανώ η αρχόντισσα, που στα νιάτα της είχε ξεσηκώσει τις γύρω συνοικίες στη Σμύρνη μαζί με τους τουρκομαχαλάδες…». Κι έτρεχα εγώ, πότε να μοιάσω της μιας στη γραμματοσύνη και πότε στην καπατσοσύνη και στο σκέρτσο της μεγάλης. Και τι κατάλαβα; Μια μαντηλοδεμένη γεροντοκόρη θα καταντήσω στο τέλος…

 [η γκρι εκδοχή]
Αυτές είναι μικρές ακόμα, έχουν καιρό να βρουν τις τύχες τους. Η μικρή καλά τα κατάφερε, σπούδασε κι είναι ανεξάρτητη. Βέβαια, ας μην ήμουν εγώ να τη φροντίζω και να βοηθάω τους γονείς μας με τις δουλειές στο σπίτι και θα’ βλεπα τα καζάντια της. Τυχερή που ήρθε τελευταία, γιατί ήταν στο επίκεντρο της προσοχής μας. Όλοι την είχαμε σαν τη μικρή μας προστατευόμενη. Και τη μεσαία εγώ τη μεγάλωσα, κι ας ήμουν μικρό κοριτσάκι ακόμα. Μου φόρτωσαν  την ευθύνη της δίχως να ρωτήσει κανείς τους αν άντεχα τόσο βάρος στις πλάτες μου. Καλά που είχα τις φίλες μου και ξεδίναμε λίγο τα βράδια γιατί θα είχα τρελαθεί με τόσες υποχρεώσεις πάνω μου. Μικρομέγαλο με φωνάζανε γιατί ντυνόμουν σαν τη μαμά και μου άρεσαν τα λούσα. Μεγάλωσα πριν της ώρας μου και φταίνε όλοι τους που έχασα την παιδική μου ηλικία. Εγώ να τρέχω στο σχολείο να παίρνω τους ελέγχους τους, εγώ στις γιορτές τους, εγώ να τις παρηγορώ όταν πρωτοείδανε το πρώτο αίμα στο βρακί τους. Η μαμά μόνο να ξενοδουλεύει για να μη μας λείψει τίποτα. Κι όταν χήρεψε να μου λένε όλοι πως -σαν πιο μεγάλη που είμαι- πρέπει να τη βοηθάω να μην πάθει τίποτα γιατί «τι θ’ απογίνετε μοναχά σας τρία κορίτσια;»… Κουράστηκα μωρέ. Θέλω να κατέβω απ’ τα ψηλά τακούνια που φοράω από μικρή. Ας είχα την τύχη της μικρής μας και τι στον κόσμο!

 [Επίλογος]
«Τελούμε ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη της πολυαγαπημένης μας μητέρας Αγγελικής…
οι κόρες Θεανώ, Θεοδοσία και Δόμνα…»

Μέχρι να ψάλλει το «Δι’ ευχών» ο παπά-Τιμόθεος δεν είχαν ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Είχαν να ειδωθούν καιρό και στο τελευταίο τους σμίξιμο ειπώθηκαν βαριές κουβέντες. Λες και το φευγιό της μάνας τους, άνοιξε διάπλατα τη στρόφιγγα στις ψυχές τους κι όλα τα φαρμάκια που είχαν φυλαγμένα μέσα τους, ξεχύθηκαν με ορμή δυνατού χειμάρρου. Βάδισαν σκυφτές κι απόμακρες ως το μνήμα της, η καθεμιά μ’ ένα μπουκετάκι λουλούδια στο ένα χέρι κι ένα μουσκεμένο μαντήλι στο άλλο. Τρεις σκυφτές μαυροφορεμένες φιγούρες σε διαφορετικά μονοπάτια η καθεμιά, μα με απόλυτο συγχρονισμό στις περπατησιές τους ·λες και κάποιος τους βαστούσε το μέτρο. Η κυρά-Αγγελική τις παρακολουθούσε βουβή μέσα απ’ την ξεθωριασμένη φωτογραφία στο μαρμάρινο σταυρό, καθώς η φλογίτσα απ’ το καντήλι τρεμόπαιξε για λίγο κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα ακούστηκε από ψηλά. Η μικρή καθώς λιβάνιζε σκόνταψε σε μια προεξοχή του διπλανού τάφου και σχεδόν αυτόματα η μεγάλη την αγκάλιασε προστατευτικά, ενώ ταυτόχρονα η μεσαία έσκυψε στα πόδια της να δει πού χτύπησε. Όλες μαζί ένα ανθρώπινο κουβάρι, αγκαλιάστηκαν κάτω απ’ το θεόρατο κυπαρίσσι με τον ασπρισμένο κορμό. Ένα λυγισμένο κλαράκι λευτερώθηκε απ’ το  βάρος του πουλιού που καθόταν στην άκρη του κι ορθώθηκε ξανά στην επουράνια κορυφογραμμή· σαν μια ιερή ευχαριστία για το άχθος που έφυγε και την ελπίδα που ζωγράφιζε το χρυσό φως του ήλιου.