Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Ιθάκη [16ο Συμπόσιο Ποίησης]

Να με κρατάς όταν θα πέφτω στο κενό
στων παραισθήσεων την κόλαση όταν μπω
σαν ακροβάτες π’ αγκαλιάζονται σφιχτά
ο ένας στον άλλο τη ζωή του όταν κρεμά.

Να μου μιλάς όταν θα φεύγω μακριά
να μου θυμίζεις απ’ τα χρόνια τα παλιά
μια κυριακάτικη που πήγαμε εκδρομή
και το ποδήλατο που βρήκα ένα πρωί.

Να μου θυμώνεις που δεν είμαι δυνατός
που δίνω μάχες για να μείνω καθαρός
με τρύπιες φλέβες και ψυχή που αιμορραγεί
βήμα το βήμα τη ζωή μου απ’ την αρχή.

Να’σαι η μάνα που μου φώναζε «ΜΠΟΡΕΙΣ!»
να’σαι στο πλάι μου να νιώθω νικητής
να’σαι η Ιθάκη μου για να’χω προορισμό
στο γήπεδό μου οπαδός φανατικός.

Να’σαι εδώ για να προλάβω να σου πω
όσα δεν τόλμησα ως τώρα «ευχαριστώ»
μ’ αδέξια χέρια να μας φτιάξω ζωγραφιά
ένα παιδάκι με τον ήλιο αγκαλιά.

Είμαι εδώ σ’ ένα χορό κυκλωτικό
κι έχω ένα χρόνο που ξεκίνησα να ζω
«είμ’ ο Νικόλας σου και είμαι καθαρός!»
να φέρει ο αέρας τη φωνή μου ως εκεί
και να φουσκώσει της ζωής μου το πανί…

Αφιερωμένο σ’ όλα τα παιδιά που αναζητούν την προσωπική τους Ιθάκη, με την ευχή να πιάσουν γρήγορα λιμάνι…
Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου την ακούραστη οικοδέσποινα του συμποσίου και όλους τους φίλους που συντρόφευσαν με την παρουσία τους τις ποιητικές μας απόπειρες.

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Σύνοδος κορυφής στον Ψηλορείτη











Γεια και χαρά σας σύντεκνοι, σας πέμπω ένα βουργιάλι
μη με θωρείτε ανήσυχοι δεν ήρθα για κακό
κέρασα τα κοπέλια σας μεζέ και κοτσιφάλι,
γραβιέρα, μαραθόπιτα κι απάκι σφακιανό.

Στην αίθουσα του γιούρογκουπ κάνουμε γαλαρία
σπρώξτε στην άκρη τα χαρτιά και βάλτε μια ρακή
εγώ χρωστώ στην τράπεζα κι εσείς στην ιστορία
πόσο λογάται επαέ η ανθρώπινη ζωή;

Μπορεί να είμαι κουζουλός και να μην έχω κρίση 
ας δούμε τα τεφτέρια μας, ποιανού χρωστάει ποιος
εσείς με αυστηρότητα μ’ έχετε γα...λουχήσει:
“η δόση, το αντάλλαγμα, η ρήτρα κι ο θεσμός”.

Στον τόπο μου το χρέος σας απλήρωτο ακόμα:
χωριά που αφανίσατε και τάφοι ομαδικοί
κειμήλια που κλέψατε, μωρά που εκτελέσατε,
κορίτσια που χαλάσατε, γέροντες που ντροπιάσατε,
λάδι και τόνους τρόφιμα, κοπάδια που ρημάξατε,
νοικοκυριά που κάψατε,
ομήρους που εκτοπίσατε, γη που λεηλατήσατε,
κάσες που φυγαδεύσατε μ’ αρχαία απ’ την Κνωσσό
ο χρόνος τα σεβάστηκε, μα όχι ο “θεσμός”…

Σας προσκαλώ στα μέρη μου να κάνουμ’ ένα μίτινγκ
στα σύννεφα που υψώνονται αντίκρυ στον Θεό
σ’ ένα μητάτο απόκρημνο στη γη του Ψηλορείτη
εκειά που αγγελοσκιάζεσαι και κάμεις το σταυρό.

Κι απέ να ξεγιαλίσουμε στης θάλασσας τις στράτες
ν’ ανοίξουν τα πνευμόνια σας στο κύμα αναμεσίς
«Ανέ νογάτε πείτε μου που είστε τεχνοκράτες
ποιος είναι που ζημιώθηκε και ποιος ο μπαταξής;»

[πρώτη δημοσίευση: 09/07/ 2015,  στο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας]

Ερμηνείες λέξεων: βουργιάλι: σακίδιο κρητικό, κοτσιφάλι: ποικιλία κρασιού, αγγελοσκιάζομαι: σκιάζομαι απ’ τον άγγελό μου, ξεγιαλίζω: ανοίγομαι στο πέλαγος, ανέ: εάν, νογώ: αντιλαμβάνομαι, μπαταξής: αυτός που εξαπατά]
Για την ιστορία: Σαν σήμερα, στις 20 Μάη 1941 ξεκινάει η ηρωική μάχη της Κρήτης. Παρά τα σχέδια της ναζιστικής μηχανής για εύκολη πρόσβαση και κατάκτηση του νησιού, η μάχη της Κρήτης έμελε να χαρακτηριστεί σαν η πιο σημαντική και καθοριστική για την έκβαση της γερμανικής επέλασης, μάχη στην ιστορία του Β’ παγκόσμιου πολέμου.
Φωτογραφίες απ’την εκτέλεση αμάχων στο χωριό Κοντομαρί Χανίων.  Οι Γερμανοί όρμησαν στα σπίτια, έβγαλαν όλο τον κόσμο έξω, ξεχώρισαν τους άνδρες και τους εκτέλεσαν σε παρακείμενο ελαιώνα.

Ο υπολοχαγός  Horst Trebes, επικεφαλής της τιμωρητικής αποστολής, παρασημοφορήθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα απ’ τον Γκαίριγκ για τη γενναιότητά του, με τον Σταυρό των Ιπποτών. Τρία χρόνια αργότερα, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Νορμανδία.
Ο στρατηγός Kurt Student, υπαίτιος για όλα τα αίσχη που έγιναν στην Κρήτη - όπως η σφαγή στην Κάνδανο και στο Κοντομαρί - μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη από τους Βρετανούς και τον Μάιο του 1947 προσήχθη ενώπιον βρετανικού δικαστηρίου με τις κατηγορίες της δολοφονίας και κακομεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου στην Κρήτη. Το αίτημα της Ελλάδας για έκδοσή του, απορρίφθηκε. Τελικά, κρίθηκε ένοχος για τις τρεις από τις οκτώ κατηγορίες και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση. Ωστόσο, αποφυλακίστηκε για ιατρικούς λόγους το 1948. Ο Student δεν δικάστηκε ποτέ για εγκλήματα εναντίον πολιτών.

Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν απ’ τον Franz Peter Weixler, πολεμικό ανταποκριτή της Βέρμαχτ (ανταποκριτής προπαγάνδας), που φωτογράφισε την εκτέλεση και κράτησε τα αρνητικά, τα οποία με κάποιο τρόπο κατάφερε να τα διοχετεύσει σε έναν φίλο του στην Αθήνα,  παρ' όλο που το φιλμ κατασχέθηκε από τους ανωτέρους του και αναγκάστηκε να υπογράψει μία δήλωση σύμφωνα με την οποία δεν είχε κρατήσει αντίγραφα.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ένα έγκλημα καταστρέφει την Αττική ~ [Ενιαία Κίνηση Bloggers]


Στεκόμαστε στο πλευρό των κατοίκων του Δήμου Μαραθώνα και υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά τους να προστατεύσουν τη ΒΑ Αττική και όχι μόνο, από την καταστροφή, που θα επιφέρει ο ΧΥΤΥ Μαραθώνα. 

ΔΕΝ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΙΩΠΗΛΟΙ σε μια σειρά παράλογων και παράνομων ενεργειών που γίνονται, με πρώτο το σημείο που κατασκευάζεται. Βρίσκεται σε βουνό το οποίο εξαφανίστηκε σταδιακά για τη δημιουργία του, μια ανάσα απ’ τη θάλασσα. Στο σημείο βρίσκονται πηγές και ρέματα τα οποία καταλήγουν στις κοντινές παραλίες στον Ευβοϊκό (Μαραθώνα, Σχοινιά, Ν. Μάκρη, Σέσι) και ήδη με μια μικρή μπόρα κατεβαίνει λάσπη σε όλη την ακτογραμμή. Φανταστείτε να κατεβαίνουν τοξικά υπολείμματα. Με τη λειτουργία του θα μολυνθεί όχι μόνο η ακτογραμμή αλλά και η θάλασσα, θέτοντας σε κίνδυνο την αλιεία και το κολύμπι. Παίρνουμε θέση και ψηφίζουμε εδώ

ΔΕΝ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΙΩΠΗΛΟΙ ΟΤΑΝ θα επηρεαστεί άμεσα ο υδροφόρος ορίζοντας όπως συμβαίνει στη Φυλή, που σύμφωνα με την έκθεση του καθ. Γεωλογίας & Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Λέκκα, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα". Μεταξύ άλλων ο κ. Λέκκας αναφέρει: "το... μαύρο υγρό των αποστραγγισμάτων των σκουπιδιών - τα επικίνδυνα δηλαδή "κατακάθια" των απορριμμάτων - εξαπλώνεται με εντυπωσιακό τρόπο. Από την Ελευσίνα και τον Ασπρόπυργο ως τις παρυφές της Φυλής και των Αχαρνών, όλες οι μετρήσεις σε βάθος 20, 50, 70 και 100 μέτρων ανίχνευσαν κάδμιο, αρσενικό, κυάνιο, μόλυβδο και ψευδάργυρο». Το υπέδαφος μιας ολόκληρης περιοχής θεωρείται πλήρως κατεστραμμένο. «Σε όλη αυτή την έκταση δεν μπορεί να γίνει καμία γεώτρηση, ενώ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η επιφάνεια για καλλιέργειες. Όσο πιο κοντινές στη χωματερή ήταν οι περιοχές από όπου είχαν ληφθεί τα δείγματα, τόσο οι ρύποι ανιχνεύονταν ακόμα και σε μηδενικό βάθος, στην επιφάνεια του εδάφους". 
Στα παραπάνω προστίθεται και το ενεργό σεισμικό ρήγμα του Ωρωπού, που βρίσκεται στο σημείο, καθώς και η μικρή απόσταση από τη λίμνη του Μαραθώνα η οποία χρησιμοποιείται για πότισμα στις καλλιέργειες της περιοχής, η καταστροφή του δάσους που αποτελεί ένα από τους λίγους πνεύμονες που έμειναν στην Αττική, η ατμοσφαιρική ρύπανση. Και αναρωτιόμαστε πώς γίνεται η Πολιτεία να απαγορεύει σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων από τη λίμνη, την οικοδόμηση κατοικιών και επιτρέπει την οικοδόμηση ΧΥΤΥ!!!


Γι’ αυτούς τους λόγους και όχι μόνο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απεντάξει διαπαντός το έργο από τη χρηματοδότηση ως περιβαλλοντικά επιζήμιο (αφού δεν πληροί τις προϋποθέσεις) και κρατά την υπόθεση ανοιχτή σε ό,τι αφορά τη διερεύνηση παράνομων ενεργειών που έγιναν.


Το επιχείρημα πως ο ΧΥΤΥ Μαραθώνα, θα δέχεται μόνο υπολείμματα είναι ακόμα χειρότερο αφού σ’ αυτά περιλαμβάνονται τα πιο τοξικά και επικίνδυνα για την υγεία, υλικά που δεν ανακυκλώνονται οπότε η μόλυνση θα είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη!
Παίρνουμε θέση και ψηφίζουμε εδώ… 

Οι bloggers ενώνουμε τη φωνή μας με την φωνή των κατοίκων για να αποτρέψουμε αυτή την οικολογική βόμβα να εκραγεί!

Γιατί ο τόπος που ζούμε ανήκει στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές.
Έχουμε χρέος να τον προστατεύσουμε!!
Ο ΧΥΤΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!
ΔΕΝ ΣΙΩΠΟΥΜΕ – ΔΙΑΔΙΔΟΥΜΕ - ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Ένα νούμερο μεγαλύτερο


“Ένα νούμερο μεγαλύτερο, να’χει περιθώριο που θα ψηλώσεις”.

Όλα ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερο. Τα ρούχα, τα παπούτσια και η αγάπη σου.
Βιαζόμουν λοιπόν να μεγαλώσω, να ξηλώσουμε το στρίφωμα, να ψηλώσω κι άλλο, να ξαναβγούμε χεράκι-χεράκι στα εμπορικά. Για να σ’ ακούω να λες με νόημα στην πωλήτρια “Ένα νούμερο μεγαλύτερο”. Δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω τη φράση σου τότε. Νόμιζα πως ήταν μια μικρή σπονδή στα ουράνια, να μεγαλώνω διαρκώς και να είμαι καλά. Μέχρι που έγινα κι εγώ μάνα κι άκουσα τον εαυτό μου να λέει την ίδια φράση στο εγγόνι σου: “Ένα νούμερο μεγαλύτερο”. Κι ήταν εκείνη η στιγμή που συνειδητοποίησα τι έκρυβε αυτή η φράση.

Ξενύχτια, αγωνίες, θερμόμετρα, κούραση, εμπύρετα βράδια, αντιβίωση κάθε έξι ώρες και πορτοκαλάδες και σορόπια και μουρουνέλαια.

Χάδια, παραμύθια με χασμουρητά και μαύρους κύκλους στα μάτια σου, κουρασμένες καληνύχτες κι ασημένιες εικονίτσες κρεμασμένες στο κρεββάτι να φυλάνε σαν κέρβεροι τα όνειρά μου.

Μαθήματα να γράφω και να διαβάζω, να κολυμπάω στα βαθιά, να κρατάω τις ανάσες μου, να βαδίζω στητά και να κάνω το σταυρό μου στα δύσκολα.

Δυο τσακισμένα χέρια μετά τη δουλειά, να καταθέτουν στα πόδια μου σακούλες με ψώνια και μεταμεσονύχτια μαγειρέματα, με το μάτι να υγραίνει απ’ την κόπωση της μέρας, να πέφτει το δάκρυ στην κατσαρόλα και να χυλώνει το φαγητό, να γίνεται πεντανόστιμο, με τη γεύση σου να με κυνηγάει ισοβίως.

Κι άγριες εφηβείες και λεονταρισμοί και μια δρομολογημένη επανάσταση, που ξεκίναγε απ’ την πόρτα ασφαλείας μου, για να καταλήξει στο -ένα νούμερο μεγαλύτερο- ρούχο μου. Ήξερα πως πάντα υπάρχει στο στρίφωμά μου, γερά γαζωμένη και αιώνια διαθέσιμη, η αγάπη σου…

Η πόρτα ασφαλείας άνοιξε και δεν παίρνω πια μπόι.

Ό,τι φοράω, είναι ακριβώς στα μέτρα μου. Ευθύνη μου να διαλέγω το σωστό νούμερο. Να μετράω με ακρίβεια τραπεζίτη τα αποθέματά μου και να ισοσκελίζω τις λαχτάρες του με τα κουμάντα μου. Να καμαρώνω που ψηλώνει και ν’ αγωνιώ πως στο τέλος του καλοκαιριού θα θέλει καινούργια παπούτσια.

Και κάθε φορά που τον περιμένω να βγει από ένα δοκιμαστήριο, ν’ ακούω τη φωνή σου σα βαλσαμωμένη μνήμη: “Ένα νούμερο μεγαλύτερο γιατί θα ψηλώσεις”…

Πρώτη δημοσίευση: 10/05/2015
Για την ιστορία: Η γιορτή της μητέρας εμπνεύστηκε από την Αnna Jarvis, μια γυναίκα που δεν έκανε ποτέ δικά της παιδιά, αλλά στιγματίστηκε απ’ την απώλεια της δικής της μητέρας που  είχε έντονη εθελοντική δράση το 1850 στη δυτική Βιρτζίνια.

Η Jarvis βρήκε τον τρόπο να την τιμά ισοβίως ξεκινώντας με τον πρώτο εορτασμό για την «Ημέρα της Μητέρας» το 1908. Καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης από τις γυναίκες που είχαν χάσει τα παιδιά τους στον πόλεμο και θέλησαν να δώσουν έμφαση στην αξία της ειρήνης. Η απόλυτη επιτυχία της γιορτής αμαυρώθηκε στα μάτια της Anna Jarvis όταν άρχισε να αποκτά καθαρά εμπορικό χαρακτήρα. Την εμφάνισή τους έκαναν οι ευχετήριες κάρτες, τα ιδιαίτερα γλυκίσματα και η αγορά λουλουδιών, γεγονός που έθλιβε βαθύτητα την Jarvis. Απείλησε με μηνύσεις, οργάνωσε μποϊκοτάζ, δεν δίστασε να επιτεθεί και στη Πρώτη Κυρία Έλινορ Ρούσβελτ επειδή χρησιμοποίησε την «Ημέρα της Μητέρας» για να συγκεντρώσει φιλανθρωπίες. Δεν μπορούσε να ανεχτεί τον «ευτελισμό» της επετείου που με τόσο κόπο είχε καταφέρει να καθιερώσει και που τα αρχικά της κίνητρα ήταν η αγνή αγάπη για τη μητέρα. Μάλιστα το 1925 συνελήφθη για διατάραξη κοινής ησυχίας όταν διαμαρτυρήθηκε έντονα σ’ ένα συνέδριο για την αλλοίωση της επετείου. Διέθεσε την τεράστια κληρονομιά της προκειμένου να καταργήσει την εμπορική πλευρά της ημέρας.
Η Anna Jarvis, πέθανε το 1948 σ’ ένα σανατόριο της Βιρτζίνιας πάμπτωχη. «Αυτή η γυναίκα, που πέθανε απένταρη σ’ ένα σανατόριο σε κατάσταση άνοιας, ήταν μια γυναίκα που θα μπορούσε να είχε ωφεληθεί από την Ημέρα της Γυναίκας, αν το ήθελε. Αλλά εναντιώθηκε σε όσους το έκαναν, κι αυτό της κόστισε τα πάντα, οικονομικά και σωματικά».... 

χρόνια πολλά στις γυναίκες που τιμούν το ρόλο της μάνας, είτε στα δικά τους παιδιά, είτε φροντίζοντας παιδιά απ' τα "αζήτητα"... 

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Οι αναμνήσεις μιας σερβάντας [Παίζοντας με τις λέξεις #11]

-      Πήρες το χάπι της πίεσης;
-      Το πήρα.
-      Πάω να φέρω το γιαουρτάκι μας… μα τι κοιτάς τόση ώρα στη σερβάντα χριστιανέ μου;
-      Τη φωτογραφία του γάμου μας… θυμάσαι ρε Χαρικλάκι;
-      Ξεχνιούνται αυτά μωρέ Θόδωρε;
-      Τα ξεθωριάζει λίγο η αχλή του χρόνου, μα εμείς αφήκαμε τις υποθήκες μας Χαρικλάκι μου… θυμάσαι που σε κρυφοκοίταζα κάθε πρωί στο παραθύρι σας κι αγκομαχούσα σαν το γκαζοζέν στο Χασάνι;
-      Εμ, γιατί νομίζεις πως στηνόμουν σα θαλαμοφύλακας πίσω απ’ την κουρτίνα; Περίμενα να φανείς στην άκρη του δρόμου, με τις μπατανόβουρτσες και τους τενεκέδες με τους ασβέστες…θυμάσαι το χάρτινο καπέλο που’χες φτιαγμένο μ’ εφημερίδες;
-      Και με παίρνει πρέφα ο γέρος σου μια μέρα και μ’ αρχίζει στο κυνήγι… «Ρε σατανά, με το Ρίζο στο κεφάλι κυκλοφορείς;…ρε να μας κάψεις θέλεις;…πανάθεμά σε!»
-      Σ’ εκτιμούσε ο σχωρεμένος…μα τι νά’κανε; Έτρεμε τη σκιά του ο φουκαράς… παντού χαφιέδες στη γειτονιά, σαν τις κατσαρίδες βγαίνανε απ’ τα λαγούμια τους οι άτιμοι…
-      Δεν στο’χα πει τότε να μην σε πικράνω, μα τον έπιασα ένα ξημέρωμα στο καρβουνιάρικο του Πολυχρόνη και τον φοβέρισα πως αν δεν σε πάρω, θα πέσω απ’ το βράχο στ’ Ασβεστοκάμινα και το κρίμα στο λαιμό του!
-      Κι εγώ σου΄κρυψα κάτι τότες για να μη στεναχωρεθείς...
-      Τι πράμα ρε Χαρικλάκι;
-      Σίγουρα το πήρες το χαπάκι ε;
-      Εδωνά είν’ το πακέτο, πες εσύ κι αν χρειαστεί παίρνω ολάκερη την καρτέλα.
-      Θυμάσαι τη μαντάμ Ζωρζέτ που δούλευα στο ραφτάδικό της;… ένα πρωινό πριν φύγω απ’ το σπίτι, του λέω αποφασισμένη: «Πατέρα, αν δε δώκεις την ευκή σου να στεφανωθώ το Θόδωρο, φεύγω για το βουνό». Αφήνιασε ο χριστιανός: «Μωρή με τους κατσαπλιάδες θα πας;… θα σας κρεμάσουν με συρματόσχοινο οι χωροφυλάκοι… και τη φαμίλια σου δε τη σκέφτεσαι;… αν γλυτώσουμε τ’ απόσπασμα, θα τό’βρουμε απ’ το κονσερβοκούτι!»
-      Ρε τον άτιμο το γέρο!... ώστε γι αυτό μου’ρθε με την ουρά στα σκέλια κείνο το βράδυ; «Θοδωρή παιδί μου, κοίτα ν’ αλλάξεις μυαλά γιατί σας βλέπω για γαμήλιο ταξίδι στον Άη-Στράτη...άμε τώρα να κονομήσεις κουστουμιά και κάνα μπαλωμένο πατούμενο κι έλα σπίτι να τήνε ζητήσεις σαν άντρας».
-      Αλήθεια βρε Θόδωρε, πώς το ξετρύπωσες κείνο το φράκο με το ημίψηλο;
-      Θυμάσαι τον ξάδερφο που γυρνούσε με τα μπουλούκια στα χωριά, παριστάνοντας τον Μέγα Μάγο; Μέγας πειναλέος ο φουκαράς, είχε  φάει το λαγό, κάτι περιστέρια που τα’βγαζε απ’ το ημίψηλο, παραλίγο να φάει και το καπέλο στο τέλος…του ξηγήθηκα λοιπόν λίγο χαρουπάλευρο  και μια χούφτα σταφίδες, με τη συμφωνία να μου δανείσει τη στολή του για ένα βράδυ.
-      Ώστε έτσι λοιπόν...εσύ με δανεικό φράκο κι εγώ με τη χασεδένια κουρτίνα που βρήκα στο μπαούλο της μάνας μου και την έραψα νυφικό σ’ ένα βράδυ...
-      Ξέχασες την προίκα μας Χαρικλάκι, τη γκαζιέρα και τη μπακιρένια μπραγάτσα… θυμάσαι το τραπέζι του γάμου μας;
-      Πώς δε θυμάμαι!... με το φράκο και το ημίψηλο, να ρουφάς τη μπομπότα με ριζάρια και κρεμμυδόφυλλα!...
-      Και δεν υπήρχαν και κολονάτα τότες… σήμερα που τα’χουμε, σκονίζονται στη σερβάντα… 


Η σερβάντα του Θοδωρή και της Χαρίκλειας, είχε την τιμή να φιλοξενηθεί στον 11ο κύκλο του "Παίζοντας με τις λέξεις" στο ζεστό στέκι της Μαρίας μας (mytripsonblog). 
Η ιστορία του ζευγαριού, είναι φτιαγμένη από μικρά κομμάτια αληθινών ιστοριών• από αφηγήσεις συγγενών και φίλων για τ’ άγρια χρόνια που πέρασαν.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως, παρά τα πέτρινα χρόνια που βίωσαν, τα λόγια τους πάντα διανθίζονται με χιούμορ, έστω και πικρό• είναι όλοι τους με γαληνεμένη τη μνήμη, καθαρή τη συνείδηση και τακτοποιημένο το θυμό τους.
Τα εισιτήρια δηλαδή για την αθανασία.

Ευχαριστώ πολύ την Μαρία μας για τις φροντίδες της κι όλους τους φίλους που συμμετείχαν, αξιολόγησαν και συντρόφευσαν.
Στο επανιδείν κι ας μην αφήνουμε κανέναν να μας κλέψει τo γέλιο μας! 

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Όταν η δημοκρατία πέθανε στην κοιτίδα της (*)

«Καλωσήρθατε στο Νταχάου της Αθήνας»
Το καλωσόρισμα στο κολαστήριο της ΕΑΤ-ΕΣΑ στο πάρκο Ελευθερίας απ’ τον πρόεδρο του ΣΦΕΑ (Συνδέσμου Φυλακισθέντων Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974) Κώστα Μανταίου. Η βαριά ξύλινη πόρτα ανοίγει και μας αποκαλύπτει τους χώρους «φιλοξενίας» των πολιτικών κρατουμένων που πέρασαν απ’ αυτό το κολαστήριο. Η εμβληματική προτομή του αγωνιστή Σπύρου Μουστακλή στον προαύλιο χώρο, μας είχε ήδη προετοιμάσει ψυχολογικά γι αυτά που θα αντικρίζαμε. Τα δωμάτια βασανισμού, οι κατάλογοι ονομάτων, οι νεκροί, πρωτοσέλιδα από εφημερίδες εποχής, οι τοίχοι που έχουν ακόμα φυλαγμένες τις μαρτυρικές ανάσες των ηρώων στις ρωγμές τους, τα αντικείμενα που έφτιαχναν οι εξόριστοι, τα γράμματα στους δικούς τους, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα, μπροσούρες, πολύγραφοι και παράνομα έντυπα.

Το Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης,  επισκέπτονται σχολεία –κυρίως στην επέτειο του Πολυτεχνείου- αλλά στην πλειοψηφία τους τα παιδιά δεν γνωρίζουν τίποτα γι αυτή τη μαύρη περίοδο της ιστορίας μας. Όπως μας είπε ο κ. Μανταίος, έχουν γίνει αλλεπάλληλα αιτήματα στο υπουργείο παιδείας, να προστεθούν κεφάλαια με ιστορικό υλικό στα σχολικά βιβλία. Μάταια όμως. Με το πρόσχημα να μην πυροδοτούμε τα παλιά μας εθνικά μίση, είναι προτιμότερο να μην αναμοχλεύουμε την ιστορία. Μ’ αυτή τη λογική, ας μην μαθαίναμε για την  επανάσταση του ’21 ή το ένδοξο έπος του ’40 (που κι αυτό στρεβλά το διδαχτήκαμε).

«Μετά από 128 μέρες στην απομόνωση, γυρίζοντας πίσω στη φυλακή νόμιζα πως λευτερώθηκα. Μου’φερνε λίγο φαγάκι η μάνα μου και δε μπορούσα να το φάω, το χάιδευα συγκινημένος, γιατί ήταν απ’ τα χεράκια της. Έβλεπα απ’ το παράθυρο της φυλακής τη γειτονιά μου, τους δρόμους που παίζαμε, θυμόμουν τους παλιούς έρωτες στα φοιτητικά χρόνια κι έτσι κρατήθηκα όρθιος…» μας διηγήθηκε βουρκωμένος ο κ. Μανταίος.

Για την ιστορία: απ’ το κτίριο αυτό «πέρασαν» χιλιάδες αγωνιστές, που αφού βασανίστηκαν βάναυσα και ανακρίθηκαν, παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο κι από εκεί στις φυλακές ή τις εξορίες. Ανάμεσά τους επώνυμοι και ανώνυμοι αγωνιστές, στρατιωτικοί και πολίτες, άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και επαγγέλματος. Τα κτίρια του πρώην στρατοπέδου Ε.Α.Τ.-Ε.Σ.Α. έχουν παραχωρηθεί, ως προς την χρήση, στον Σ.Φ.Ε.Α. 1967-1974, στο Δήμο Αθηναίων και στο Μουσείο «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

Με την ευχή να μην γκρεμιστεί άλλο ιστορικό μνημείο όπως έγινε με το περίφημο Εφηβείο Αβέρωφ –προορισμένο αρχικά για την αναμόρφωση ανηλίκων- μετέπειτα Φυλακές Αβέρωφ· στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο Άρειος Πάγος, όπου μόνο μια λιτή μαρμάρινη στήλη στο προαύλιο θυμίζει ότι «Στο χώρο αυτό λειτούργησαν επί δεκαετίες οι Φυλακές Αβέρωφ. Αιωνία η μνήμη στου Έλληνες και Ελληνίδες που κρατήθηκαν και θυσιάστηκαν στις Φυλακές».
Γιατί εκτός απ’ τα αρχαία μας μνημεία που μας κάνουν υπερήφανους, υπάρχουν και τα μαύρα κληροδοτήματα της σύγχρονης ιστορίας μας. Πέρα απ’ την κατάφορη προσβολή των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, τις διώξεις και τα εγκλήματα, κληρονομήσαμε μνημεία σαν τη θρυλική ταράτσα της Μπουμπουλίνας, τα νησιά εξορίας, τους τοίχους εκτελέσεων και τα μπουντρούμια της απομόνωσης και των βασανιστηρίων. Κληρονομήσαμε και την προδοσία της Κύπρου που ακόμα βολοδέρνει στα σαλόνια των ευρωπαϊκών χωρών χωρίς ουσιαστικές προοπτικές για την οριστική λύση του προβλήματος.

Επίσης για την ιστορία: Μετά την πτώση της χούντας κατατέθηκαν μηνύσεις εναντίον 150 αστυνομικών-βασανιστών. Ωστόσο το μαχαίρι της αποχουντοποίησης δεν έφτασε στο κόκκαλο και τελικά στο εδώλιο του κατηγορουμένου οδηγήθηκαν μόλις 16. Απ’ αυτούς, άλλοι αθωώθηκαν απ’ τα Εφετεία και άλλοι καταδικάστηκαν για απλές σωματικές βλάβες, ενώ τους επιβλήθηκαν εξαγοράσιμες ποινές. Ακόμη και τα ηγετικά μέλη της ΕΣΑ (Χατζηζήσης, Θεοφιλογιαννάκος, Πέτρου) που δικάστηκαν από στρατοδικείο και καταδικάστηκαν, δεν εξέτισαν το σύνολο της ποινής τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη διάρκεια των δικών τους οι βασανιστές αντέκρουσαν όλες τις κατηγορίες και δήλωσαν ότι έκαναν απλά το καθήκον τους. Παρά τις μαρτυρίες των θυμάτων, κανένας αστυνομικός της Ασφάλειας δεν έδειξε μετανοημένος. Ούτε ένας δεν παραδέχτηκε έστω μια πράξη βίας. «Τα βασανιστήρια είναι απαραίτητα για την προστασία του πολιτισμού μας» δήλωνε σε δικηγόρο της Διεθνούς Αμνηστίας ένας από τους ηγέτες της Χούντας, η οποία, σύμφωνα με στρατηγό του αμερικάνικου Πεντάγωνου, «ήταν, που να πάρει ο διάολος, η καλύτερη κυβέρνηση μετά τον Περικλή!».


(* Τίτλος άρθρου του e-περιοδικού Spiegel, με την ευκαιρία συμπλήρωσης μισού αιώνα απ’ το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967)

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Με δανεικό βεγγαλικό

Γι αυτούς που η νηστεία είναι από ανάγκη κι όχι από θρησκευτική επιλογή…
Γι αυτούς που καθόλου δεν ανησυχούν μην βάλουν παραπανίσια κιλά την περίοδο των γιορτών…
Γι αυτούς που δεν θα ζήσουν -ίσως ποτέ- μια εορταστική απόδραση στο γραφικό Γαλαξίδι ή σ’ ένα κυκλαδίτικο νησί…
Γι αυτούς που δεν αγωνιούν πόσα μποφόρ θα φυσάει στο Αιγαίο τις παραμονές των γιορτών ή αν εξελίσσεται ομαλά η κίνηση στις εθνικές οδούς…
Γι αυτούς που αδιαφορούν για τις τιμές του οβελία ή της γαλοπούλας ή το κόστος του γιορταστικού τραπεζιού…
Γι αυτούς που δουλεύουν ανήμερα του Πάσχα για να πάρουν το επιπλέον 75% του ημερομισθίου τους…
Ή γι αυτούς που δουλεύουν σ’ όλα τα ανήμερα γιατί πρέπει να εξυπηρετήσουν τους υπόλοιπους που απολαμβάνουμε τις αργίες…
Γι αυτούς που σηκώνουν ισοβίως το σταυρό της επιβίωσης, δίχως να ελπίζουν σε κάποια επικείμενη Ανάσταση…
Γι αυτούς που τα πυροτεχνήματα μιας Ανάστασης ή μιας Πρωτοχρονιάς, ηχούν σαν ανελέητοι βομβαρδισμοί στα μοναχικά τους σπίτια, ή στα δωμάτια που φιλοξενούν τις κουρασμένες τους υπάρξεις…
Γι αυτούς που σπρώχνουν ευγενικά τις γιορτές απ’ το κατώφλι τους, γιατί οι γιορτές θέλουν στολίδια και δώρα, θέλουν τις κατσαρόλες γεμάτες και τους φούρνους να ψήνουν αφράτα τσουρεκάκια και θέλουν και παιδάκια χαρούμενα να πλάθουν κουλουράκια με τις μαμάδες τους, θέλουν σπίτια να μυρίζουν ήλιο κι αλεύρι για όλες τις χρήσεις και θέλουν καινούργια παπούτσια και κάρτες αλλαγής και λαμπαδόκουτα και σακούλες γεμάτες να πηγαινοέρχονται στους δρόμους, θέλουν, και τι δε θέλουν οι άτιμες…

Κι άντε να εξηγήσεις στο Λενάκι να μην ανησυχεί, γιατί βγαίνουμε σταδιακά απ’ την κρίση και πως το χρέος είναι ένα τικ βιώσιμο, σε αντίθεση με τον μπαμπά που έσκασε απ’ τη στεναχώρια του γιατί έμεινε άνεργος και πως η μαμά δε γινόταν να είναι κοντά της το βράδυ της Ανάστασης γιατί είχε βάρδια λάντζα στην οικογενειακή ταβέρνα «Η ωραία Ελλάς» και πως τα βεγγαλικά που άκουγε μοναχή της τα μεσάνυχτα απ’ την κοντινή εκκλησία, ήταν για μια Ανάσταση που δεν την αφορά ακόμα…
Και πως το δικό της βεγγαλικό, θέλει πολλές σταυρώσεις ακόμα για να λάμψει.

«Χρόνια πολλά κοριτσάκι μου, να προσέχεις μέχρι να γυρίσω… θα φέρω και λίγη μαγειρίτσα να φάμε παρέα το πρωί… σ’ αφήνω, έχω πολλή δουλειά απόψε… σ’ αγαπώ πολύ…»

Ένα κοριτσίστικο βλέμμα κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου. Ο ουρανός να σκίζεται από πολύχρωμα βεγγαλικά κι οι καμπάνες να παιανίζουν χαρμόσυνα την ανάσταση του Χριστού.

Καρφώνει τα μάτια της ψηλά. «Να έχω κι εγώ ένα βεγγαλικό σε παρακαλώ; Μόνο ένα…»

φωτογραφία: https://birdemetutopya.tumblr.com/

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Η θυσία [Πασχαλινή ιστορία]

Μια φορά κι έναν καιρό –πάνε τώρα χρόνια– μια σκοτεινή κι αλλόκοτη βραδιά, ο Χριστός κατέβηκε στον κόσμο. Πρώτη φορά κατέβαινε στη γη, και μοναχός Του βάδιζε στην τύχη· ήταν ένα βράδυ ζεστό και τρυφερό, ένα δρομάκι ήσυχο φαι­νότανε μπροστά Του, ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει. και καθώς πήρε το δρομάκι εκείνο, βγήκε προς τη μεριά της Ιουδαίας. Φορούσε ρούχα ταπεινά κι απλά, κι ακουμπούσε μαλακά σ’ ένα κλαρί, που μόλις το ’χε κόψει μέσ’ στο δάσος· δε μπορούσε κανείς να Τον γνωρίσει κι από τίποτα, εξόν απ’ τα μεγάλα Του τα μάτια, που φέγγανε γλυκά μέσ’ στο σκοτάδι, σα δυο μεγάλα σιωπηλά φεγγάρια· έμοιαζε τώρα σαν προσκυνητής, από κείνους που ξεκινάν για τόπους μακρινούς, και ζούνε διακονεύ­οντας στο δρόμο το ψωμί τους. Τα ρόδα τ’ ανοιξιάτικα μοσκοβολούσαν τώρα. Γύρω ήταν απλω­μένη ησυχία· τ’ άστρα φεγγοβολούσανε ψηλά, με τα γλυκά τρεμου­λιαστά τους φώτα.

Κι έτσι που περπατούσε αφαιρεμένος, βυθισμένος πάντα μέσ’ στις σκέψεις Του, είδε άξαφνα, στο στρίψιμο του δρόμου, ένα πλήθος άλλα φώτα που βαδίζανε, και φτάναν τώρα όλα μαζί, σαν ένα μεγάλο αστερισμό· τράβηξε τότε προς αυτά τα φώτα, μαντεύοντας πώς σίμωνε σε κάποια πολιτεία. Κι αληθινά, εκεί, σ’ αυτό το μέρος, ήτανε μια μεγάλη πολιτεία που, καθώς πλησίαζε, μεγάλωνε, κι άρχιζε πια να ξεχωρίζει και τα σπίτια της: ήταν όλα γύρω φωτισμένα κι ήταν παντού η ίδια φωταψία, σάμπως να γινόταν πανηγύρι· ερχό­ταν, όσο σίμωνε, στ’ αυτιά Του, το βουητό και των ανθρώπων οι φωνές. Κι όταν έφτασε ακόμα πιο σιμά, είδε να προβάλουν από πέ­ρα, ένα πλήθος άνθρωποι που φώναζαν, και βαστούσαν πέτρες και κοντάρια, κι αναμ­μένους κόκκινους δαυλούς· ήταν άντρες, γυ­ναίκες και παιδιά, και φώναζαν μαζί, και βλαστημούσαν, και χτυπούσαν τον αέρα με τις βέργες, σκούζοντας ώρες-ώρες σαν τρελοί.
Κι όταν άρχισε να βλέπει πιο καλά, είδε, μπροστά, να περπατάνε στρατιώτες, με λόγχες, με λοφία και με κράνη· κι είχανε στη μέση κάποιον άνθρωπο· κι ο άνθρωπος αυ­τός ήταν ξυπόλητος, όλο κουρέλια γύρω κι ελεεινός· στα μαλλιά του είχανε βάλει ένα στεφάνι αγκάθια και τσουκνίδες, και κουβαλούσε μ’ αγωνία κάποιο ξύλο.

Τα μάγουλα του ήταν γδαρμένα κι όλο αίματα, γιομάτα χώματα, φτυσιές κι ακαθαρσίες. Και το πλήθος γύρω του βοούσε, σα θά­λασσα φριχτή κι ανταριασμένη. Και των πυρσών οι κόκκινες αν­ταύγειες, φωτίζανε παράξενα τα σπίτια, κι έκαναν να χορεύουν οι σκιές, μεγαλωμένες των ανθρώπων οι σκιές, στους φωτισμένους τοίχους, γύρω-γύρω. Τότε ο Χριστός, σπρωγμένος απ’ το πλήθος, πήγε σ’ έναν άνθρωπο σιμά, που πήγαινε κι αυτός μαζί, τραβών­τας τα μαλλιά του, –και γύρεψε να μάθει τι συμβαίνει.

Κι αυτός Του είπε, σκύβοντας στ’ αυτί του:
"Είν’ ένας προφήτης –δεν τον ξέρεις;– είν’ ένας προφήτης ξακουστός: ήρθε στον κόσμο για να φέρει την αγάπη· μ’ αυτοί δεν τον κατάλαβαν διόλου, γιατί μιλούσε λόγια των Αγγέλων. Κι οι βασιλιάδες οι τρανοί τον φοβηθήκανε, και δώσαν προσταγή να τον κρεμάσουν· και τώρα πάνε για να τον κρεμάσουν…"

Και καθώς μιλούσε φοβισμένα, τα δάκρυά του τρέχανε ποτάμι.
Κι ο Χριστός, μπήκε τότε μέσ’ στο πλήθος, και θέλησε να ιδεί στο πρόσωπό του· και καθώς πήγαινε να στρίψει στη γωνία, μπό­ρεσε μια στιγμή και τον αντίκρισε. Και κείνος τότε σήκωσε τα μάτια και Τον κοίταξε.

Κι όλος ο κόσμος έσβησε τριγύρω κι ο Χριστός, τίποτ’ άλλο πια δεν έβλεπε, παρά τα φοβερά εκείνα μάτια. Και μοιάζανε σα δυο λυγμοί χαράς. Και λέγανε τα μάτια εκείνα τώρα: «Είμαστε το τραγούδι της Αγάπης, και το τραγούδι της Αθανασίας -και δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο- τίποτ’ άλλο, παρά Καλοσύνη· τίποτ’ άλλο, παρά Καλοσύνη!»  Κι αυτά τα μάτια δε σφαλνούσανε ποτέ, κι έλαμπαν απ’ το φως τού μαρτυρίου…

Κι ο προφήτης σκόνταψε και τρέκλισε, γιατί και κείνος γνώρισε τα μάτια του Χριστού, κι έπεσε χάμου, με τα μούτρα μέσ’ στο χώμα. Και καθώς τον έσπρωχναν οι άλλοι, και τον τραβούσαν για να σηκωθεί –μέσ’ στις φωνές και μέσ’ στη φασαρία– βρήκε την ευκαιρία ο Χριστός, και παίρνοντας στην πλάτη του το ξύλο, μπήκεν Αυτός στη θέση του προφήτη. Κι επειδή κανένας δεν τον ήξερε, εμψυχωμένος απ’ τη μέθη της Θυσίας –τράβηξεν ίσια για να σταυρωθεί…

Και κατόπι απ’ την Ταφή κι απ’ την Ανάσταση –καθώς τη διετήρησε η παράδοση κι οι μαρτυρίες των τεσσάρων Αποστόλων– ο Χριστός, τυλιγμένος σ’ ένα σύννεφο, γύρισε ξανά στον ουρανό, πήγε κατευθείαν στον Πατέρα Του, και τον βρήκε που μιλούσε μ’ έναν Άγγελο.
-        Γιατί το έκανες αυτό; του λέει τότε εκείνος αυστηρά.
-        Δεν ξέρω αποκρίθηκε θλιμμένα και δειλά.

Και δυο μεγάλα δάκρυα λαμπρά, ήταν έτοιμα να στάξουν απ’ τα μάτια Του.
-        Θα μου κάνεις άλλοτε τη χάρη, να μην ανακατώνεσαι διόλου στις μικροϋποθέσεις των ανθρώπων του ξαναείπε πάλι ο Θεός. Αυτές οι καλοσύνες να σου λείπουν…
Και γύρισε ξανά κι εξακολούθησε την κουβέντα που είχε με τον Άγγελο.

 Πασχαλινό διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, δημοσιευμένο στις 19 Απριλίου 1925 στο ποιοτικό περιοδικό ποικίλης ύλης «Μπουκέτο», με το οποίο συνεργαζόταν ο Λαπαθιώτης εκείνη την περίοδο.

Εύχομαι ειλικρινά να μην χρειαστεί να Τον ξανασταυρώσουμε για να γιορτάζουμε αργότερα την Ανάστασή Του. Τον προσωπικό μας «μάρτυρα», «προφήτη», καλό ή κακό εαυτό, τον εχθρό ή το φίλο μας, όποιον συναντήσουμε τέλος πάντων στην προσωπική μας διαδρομή και κουβαλάει ένα σταυρό στην πλάτη του. Κι αν ακόμα αποδειχτεί πως δεν είναι σταλμένος εξ ουρανού, εμείς ωστόσο θα έχουμε βάλει ένα χεράκι να καθαριστούν και αναπλαστούν οι σύγχρονοι «Γολγοθάδες».

Με γαλήνη και αγάπη να περάσουν κι αυτές οι γιορτές!

[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Μαγιάπριλο στο περβάζι

«Να σας ζήσει
Γλυκοκελάηδησε ο σπουργίτης
στο περβάζι της κουζίνας
γαντζωμένος ώρα πολλή στην πύλινη γλάστρα
μέχρι να ξεμυτίσουν  τα πρωτότοκα
του βασιλικού βλαστάρια
φύλακας-άγγελος
να προσέχει τούτη τη γέννα
της μάνας γης...

Κι έτσι φτιάχνονται οι εποχές
και κυλάει αρμονικά το τσέρκι στο χρόνο
λίγα ψίχουλα στο περβάζι
να βρει τροφή το ξενιτεμένο μας
γλάστρες που κυοφορούν ρίζες στα σπλάχνα τους
ώσπου να’ρθει πάλι ο ήλιος ο ταξιδευτής
ερεβοκτόνος και στρατηλάτης
να παιανίζει τα λάβαρά του
το φως και τη ζέστα του...

Αχ πάμε μια βόλτα
αχνοροδίζει έξω η άνοιξη
να μυρίσουμε τους νερατζανθούς
και να μερεμετίσουμε τη χελιδονοφωλιά στο μπαλκονάκι μας
να καταχωνιάσουμε στα τρίσβαθα του παταριού
τις χνουδάτες μεγαλοϊδέες μας
τα κατσιασμένα μας «Εγώ» και  τα ξεχειλωμένα «Έχω» μας
και το αχολόϊ και τα «Αμάν» μας...

και να ξεθάψουμε τις πάνινες λέξεις μας τις ξεχασμένες
“κλαίω - γελάω
ελπίζω - συγχωράω
νιώθω - αντιστέκομαι
συμπάσχω και εμπνέομαι
πέφτω και σηκώνομαι
ζω!

Να τις λιάσουμε σαν ασπρόρουχα
να ξετσαλακωθούν επιτέλους
να ξαναμπούν σπίτι μας
παρέα να κάτσουμε στο τραπέζι
να κόψουμε της ζωής το πρόσφορο
«Από καρπού σίτου, οίνου και ελαίου αυτών ενεπλήσθημεν ...» [*]

Στα καρφάκια που έχουμε μπηγμένα κατάκαρδα
να κρεμάσει ξανά η μάνα τα υφαντά μπρισίμια της
«Κι αυτό θα περάσει»
και να φυτέψει την ευχή της
στη μέση μιας αυλής
σπορά για τους επόμενους
σπουργίτες”...
Το 15ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας μας, καλωσόρισε την άνοιξη με την πιο ωραία λέξη: ΖΩΗ. Την ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου για τη φιλοξενία του Μαγιάπριλου, καθώς και όλους τους φίλους που συμμετείχαν και σ’ αυτό το Συμπόσιο.


[* ]απόσπασμα προσευχής για το δείπνο
Φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο