Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Καλή Πρωτοχρονιά κυρ-Βασίλη

Παραμονή πρωτοχρονιάς. Από μακριά ακούγεται ο βόμβος από παιδικές φωνές «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά»... Κάθε χρόνο γίνεται και πιο απόμακρος, σαν θλιβερό ντεκρεσέντο στη γιορτινή κλίμακα.

Οι φωνές πλησιάζουν στο μικρό τσιμεντένιο χωριό.
Μια παρέα πιτσιρικιών χτυπάει τα κουδούνια της πολυκατοικίας.

Κάποιος τους ανοίγει και σε δευτερόλεπτα οι διάδρομοι και το κλιμακοστάσιο αντηχούν τριγωνάκια και παιδικό σούσουρο. Σαν να λευτερώνονται άξαφνα λευκά περιστέρια απ’ το καπέλο ενός μάγου και φτερουγίζουν δυνατά προς όλες τις κατευθύνσεις. Οργανώνονται και χαρτογραφούν την περιοχή. Ξεκινούν απ’ το ισόγειο. Κινούνται πόρτα-πόρτα, παρατάσσονται ανά ύψος λίγο πίσω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας και ρίχνουν μια τελευταία ματιά μεταξύ τους, σαν την ορχήστρα που ετοιμάζεται να ξεκινήσει το σόλο της.



Οι δυο ψηλοί της παρέας έχουν σχηματίσει ένα γάντζο με τον αριστερό τους δείκτη κι έχουν κρεμασμένα τα τρίγωνα, ο μεσαίος με τις φακίδες και τα μυωπικά γυαλιά κρατάει το ταμείο -ένα μεταλλικό κουτί από μπισκότα βανίλια- κι ένα κορίτσι με γυαλιστερά μαύρα μαλιά και ζωηρά μάτια έχει κολλήσει μια μελόντικα στα χείλια της και περιμένει τον μαέστρο να δώσει το σύνθημα. Στον πυρήνα της παρέας, ένα μικρόσωμο κοριτσάκι που για να το προσέξεις πρέπει να σκύψεις το κεφάλι. Είναι εμφανές ότι είναι η μικρή αδερφή του κοριτσιού με τη μελόντικα, γιατί μοιάζουν θεαματικά αλλά και γιατί την έχει κολλήσει προστατευτικά πάνω της και την κοιτάει διαρκώς, εμψυχώνοντας την να μη ντρέπεται. Η μικρή έχει αναλάβει το άνοιγμα της παράστασης. “Να τα πούμε;” λέει με την αγαπησιάρικη φωνή της, κουνώντας δώθε-πέρα το κορμάκι της και διασταυρώνοντας από αμηχανία τα κουτουπιέ των λουστρινιών της. Όσο περιμένουν το άνοιγμα της πόρτας, οι μπαρέτες χοροπηδάνε απ’ το χτύπημα των νεύρων στα ποδαράκια της.

Αμηχανία και προσμονή. Ένα δειλό επαναληπτικό χτύπημα στο εσωτερικό κουδούνι… ψίθυροι «Δεν είναι κανείς μέσα, πάμε να φύγουμε»... άλλη μια απέλπιδα προσπάθεια «Κάτσε να χτυπήσω και την πόρτα, μπορεί να μη λειτουργεί το κουδούνι»... Αν είναι κάποιος πίσω απ’ την κλειστή πόρτα, μπορεί με ευκρίνεια ν’ ακούσει τον ήχο της ανάσας τους. Το καπάκι κλείνει πίσω απ’ το ματάκι με τον ευρυγώνιο φακό και βήματα σέρνονται εντός και εκτός της πόρτας.

“Τα κάλαντα μας λείπανε τώρα... Δεν μας φτάνει το χάλι μας”...
“Πάμε στον τέταρτο, εκεί μένει ένας παππούς και μας ανοίγει κάθε χρόνο... μας δίνει    γλυκά και γερό χαρτζιλίκι”...



Η μικρή με το πολυεστερικό ροζ μπουφάν, πατάει πρώτη στο τέταρτο πάτωμα. Ξοπίσω καταφτάνουν σα λαχανιασμένοι ορειβάτες οι υπόλοιποι. Με το κεφάλι και το ηθικό τους πεσμένο απ’ τις κλειστές πόρτες, κατευθύνονται κατευθείαν στη γνώριμη πόρτα του παππού. Η μικρή τεντώνει το χεράκι της, που ως τώρα κρυβόταν κάτω απ’ το μακρύ μανίκι του μπουφάν της. Είναι εμφανές ότι το ρούχο ανήκει στην αδερφή της και, αν και πλέει μέσα του, “είναι ένα πρώτης τάξεως ζεστό μπουφάν”, όπως είπε η μαμά της. Η μικρή είναι μαθημένη να ντύνεται τα αποφόρια της αδερφής της και δεν δυσανασχετεί. Κάποιες φορές μόνο ζηλεύει και το εκφράζει με άξαφνους θυμούς και γκρίνιες, αλλά μπροστά στη θέα της μάνας της, υποχωρεί στη στιγμή.

Βασίλης Αγγέλου” ... ντρρρριιιιν
Ησυχία.
Οι πρώτοι ψίθυροι και μια νότα ανησυχίας, διάχυτη:
“Τι γίνεται τώρα;”…. “Ξέρω γω; Δεν ακούω τίποτα”…. “Σσσσς κάντε ησυχία ρε παιδιά, ν’ ακούσουμε αν είναι μέσα”...

Άχνα. Μόνο μια υποψία μουσικής, ένα ρυθμικό βαλσάκι που μάλλον αναδύεται από κάποια χοάνη ή χαρτονένιο χωνί, απόμακρο όμως, μπλεγμένο με βραχνά ψιθυρίσματα και ξέπνοους αναστεναγμούς, που αιωρούνται σα χνούδια που τα παρασέρνει ο αέρας… “Aς ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ, να γεμίσεις με φως, το φριχτό μου σκοτάδι...”
Δίχως να προηγηθούν βήματα, η πόρτα ανοίγει αργόσυρτα.

Ο μεγάλος της παρέας δεν περιμένει να δει ποιος ανοίγει κι αναφωνεί ενθουσιασμένος:
“Καλημέρα κυρ-Βασίλη και χρόνια πολλά... Να τα πούμε;”


Στο απέναντι τσιμεντένιο χωριό, ένα νεαρό ζευγάρι που χουχουλιάζει αγκαλιασμένο στον καναπέ του καθιστικού του, παρατηρεί μιαν ασυνήθιστη κινητικότητα στο διαμέρισμα του ηλικιωμένου. Τα φώτα στο θεοσκότεινο μέχρι πρότινος σαλόνι ανάβουν μεμιάς, ακούγονται φωνές χαρούμενες, γέλια και χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Ο κυρ-Βασίλης τραβάει τις κουρτίνες των παραθύρων και σουλατσάρει διαρκώς στο σαλόνι, με χειρονομίες και γκριμάτσες ανθρώπου που τον βρήκε μια αναπάντεχη καλοτυχία.

*********

Tις επόμενες μέρες, oι μαγαζάτορες της περιοχής θα διαπιστώσουν πως ο κυρ-Βασίλης εμφανίστηκε και πάλι στη γειτονιά, ευδιάθετος κι ευθυτενής, τυλιγμένος στο φθαρμένο κασμιρένιο παλτό του, ευχήθηκε σ’ όλους τους περαστικούς και ψώνισε τα φάρμακά του, λίγα τρόφιμα απ’ το μπακαλικάκι στη γωνία, μια γενναιόδωρη μερίδα κρέας απ’ το χασάπικο και λίγα γλυκίσματα απ’ το γλυκοπωλείο που άνοιξε πρόσφατα ένα νεαρό ζευγάρι, στην πλατεία του τσιμεντένιου χωριού.

“Kαλημέρα παιδιά μου, καλορίζικο το μαγαζάκι σας και πάντα γλυκαμένοι να είστε στη ζωή σας!”

“Κυρ-Βασίλη τι γίνατε; Σας χάσαμε τον τελευταίο καιρό. Ευτυχώς που είδαμε φως στο διαμέρισμά σας την παραμονή, γιατί είχαμε αρχίσει ν’ ανησυχούμε πολύ. Είχατε επισκέψεις ε; Τα εγγόνια σας;”

“Μπααα... δεν αξιώθηκα για εγγόνια κορίτσι μου... Ήρθαν απρόσμενα τ’ αγγελάκια μου, απάνω που είχα απελπιστεί και έκαμα άσχημες σκέψεις... Τους καλούς καιρούς τους άνοιγα πάντα την πόρτα μου και τα υποδεχόμουν με την καρδιά μου ανοιχτή. Ήταν για μένα η οικογένεια που δεν είχα, μια ψευδαίσθηση πως ήταν και δικοί μου απόγονοι. Γυρίσανε οι καιροί όμως, μου κόψανε και τη σύνταξη και τα φάρμακα και όλα... Στριμώχτηκα πολύ παιδιά μου. Κλείστηκα στον ευατό μου και ντρεπόμουν πολύ... Κι ήρθαν εφέτος πάλι τα πουλάκια μου κι αντί να τους δώσω εγώ το χαρτζιλικάκι τους, μου προσφέρανε αυτά τις οικονομίες τους. “Για να περάσω ανθρώπινες γιορτές και να μη λείψει τίποτα απ’ το τραπέζι”, μου είπαν τ’ αγγελάκια μου... "

Το νεαρό ζευγάρι αλληλοκοιτάζεται συνωμοτικά, προφανώς δεν πιστεύουν λέξη απ’ τη διήγηση του ηλικιωμένου, αλλά παραξενεύονται όταν διαπιστώνουν πως το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα που τους έδωσε ο κυρ-Βασίλης, αναδύει μιαν απαλή μυρωδιά από μπισκότα βανίλια.



Παραμονή πρωτοχρονιάς. Φεύγοντας απ’ το τσιμεντένιο χωριό, τα πρόσωπά τους είναι ξαναμένα και κατακόκινα. Με τα ψιλά που έχουν απομείνει στο τσίγκινο κουτί, αποφασίζουν ομόφωνα και ενθουσιωδώς να πάνε στο κοντινό λούνα παρκ, να πάρουν ποπ-κορν και να παίξουν σ’ όσες πίστες αντέχουν τα οικονομικά τους. Με προτεραιότητα στο πολύχρωμο καρουσέλ, που είναι κι ο καημός της μικρής. Το σούρουπο τους βρίσκει ξεθεωμένους στο ξύλινο έλκηθρο, που στριφογυρίζει ασταμάτητα την πόλη και μοιράζει δώρα στους μοναχικούς Αγιο-Βασίληδες.

Τα δελτία ειδήσεων το βράδυ, έχουν πρώτη είδηση τις εκλογές στο Καλικαντζαροχωριό.
Κίσσες, ερπετά και αλεπούδες, ακονίζουν τα νύχια τους και κάνουν πρόβες ορθοκραξίας.
Κρίμα που κανείς παραμυθάς δεν θα διαδώσει τα καλά νέα στο τσιμεντένιο κεφαλοχώρι.
Κι έτσι οι πόρτες θα μένουν κλειστές, κάποια κάλαντα δεν θ’ ακουστούν ποτέ και κάποιοι αφελείς χωρικοί θα συνεχίσουν να πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι αήττητοι.


Καλή Χρονιά! Κι αν δεν μας βγει, ας την κάνουμε μόνοι μας!

Το κείμενο φιλοξενείται στο Εβδομαδιαίο Περιοδικό Πολιτισμού 

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Οι Άνθρωποι-Λιμουζίνες

"Είναι η χειρότερη Βουλή που έχει υπάρξει ποτέ 
γιατί δεν υπάρχει πολιτισμός, δεν υπάρχει ευγένεια και λογική. 
Υπάρχει τσογλανιά" 
[Ελένη Γερασιμίδου]



Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι-λιμουζίνες!

Αστραφτεροί και πολύτιμοι. 

Τα γιούχα και οι απειλές δεν τους αφορούν. Δεν έχουν οφειλές με τη συνείδησή τους.

Το ηθικό τους μητρώο λευκό. 

Σε καιρούς πολλά υποσχόμενους για επίδοξους ψηφο-πωλητές, εκείνοι τραβάνε κατά την έρημο.

Η σωτηρία της ψυχής έχει μόνο ένα προαπαιτούμενο. 
Να τιμάς την ιδεολογία σου.

Για την ιστορία: Η κυρία Ελένη Γερασιμίδου, βουλευτής του ΚΚΕ, περιμένει στη στάση του λεωφορείου, λίγο μετά τη δεύτερη ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ.



Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ρε Χριστιανέ μου!...

«Το κλάμα της Ελληνίδας και της αλλοδαπής μάνας που θα δουν το παιδί τους πνιγμένο στη θάλασσα δεν διαφέρει».
Παπα-Στρατής Δήμου


Η Φάτνη είναι διαχρονική αξία. Όσο υπάρχουν Ηρώδηδες, εκείνη μεταναστεύει και κάνει στάσεις σε πλατείες, χωριά και μεγαλουπόλεις. Μην παριστάνεις πως αναζητάς εναγωνίως το πνεύμα των γιορτών. Δεν υπάρχει πλοηγός Χριστουγέννων. Το υπέρλαμπρο άστρο δεν ξεχωρίζει σε υπερ-φωταγωγημένες περιοχές. Αν ακολουθήσεις την τροχιά απ’ τα φωτάκια, δεν θα βρεις την προσωπική σου Βηθλεέμ. Το πολύ να καταλήξεις προσκυνητής στο κοντινότερο πολυκατάστημα. Κι όμως. Μπροστά σου αναβοσβήνει ένα υπέρλαμπρο βέλος με εκτυφλωτικό φως που ουρλιάζει σα σειρήνα πολέμου. «Απόδειξε πως δεν είσαι ρομπότ» και ακολούθησέ το. Απ’ την Βηθλεέμ ως την Αθήνα, μια αγιογραφία δρόμος. Διαλέγεις προσκυνητάρι και σκύβεις να μεταλάβεις το Ανθρώπινο Δράμα. 



Για να μην σε ξανακούσω να ψάχνεις εναγωνίως ουράνιους σωτήρες και επίγειους ήρωες. Ρωτώντας και μοιρολογώντας, δεν βρίσκεις τη σωτηρία. Το πολύ να καταλήξεις ικέτης στο προσωπικό σου ναυάγιο. Απ’ τη ζεστασιά της οικογενειακής εστίας ως τη σχεδία διάσωσης, μια χώρα δρόμος. Η γέννηση του Χριστού, σηματοδοτεί το άνοιγμα της αγκαλιάς μας στον Συνάνθρωπο. Ο Άη-Βασίλης γέρασε πια. Αν μπορούσε, θα μας έγραφε εκείνος ένα γράμμα.
«Μη με περιμένετε να έρθω στην καμινάδα σας. Ψάξτε με στη διπλανή πόρτα, στη γειτονιά, στον άστεγο, στον άνεργο, στον περιπλανώμενο μετανάστη που έχει ανάγκη λίγη ελπίδα για την επόμενη μέρα… Να γίνετε εσείς οι ίδιοι Μάγοι! Σειρά σας!...»



Για την ιστορία: Η Συρία καταγράφει ήδη 2,8 εκατομμύρια πρόσφυγες και άλλους τόσους εσωτερικά εκτοπισμένους. Μόνο μέσα στο 2014 περισσότεροι από 100.000 Σύριοι πρόσφυγες καταγράφονται στις γειτονικές χώρες κάθε μήνα. Ο συνολικός αριθμός των προσφύγων αναμένεται να φτάσει τα 3,6 εκατ. ως το τέλος του χρόνου.


«…Προσπαθώ να κάνω τη σκηνή να μοιάζει με σπίτι. Την έχω διακοσμήσει με ζωγραφιές των παιδιών. Τους ράβω κούκλες και τις ντύνω με κουρέλια για να έχουν κάτι να παίζουν. Αν είσαι αδύναμη, τελείωσες. Πρέπει να είσαι δυνατή για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου και τα παιδιά σου…»

Για όσους θεωρούν τις «σκηνές» αυτές εντελώς αταίριαστες στην ευρωπαϊκή μας σαλοτραπεζαρία, ξέρετε… νύχια, μαλλί, λακ, σέλφις με τον συνθετικό τάρανδο και αχαχούχα!... 
Επιβάλλεται να πούμε Καλά Χριστούγεννα! Τι Χριστιανοί είμαστε άλλωστε; 


Πηγές φωτογραφιών

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

My secret Santa

Kαλοί μου άνθρωποι, ξέρετε από φωτογραφία;


Πώς ήταν ο αξέχαστος Βέγγος στην ταινία «Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης» όταν ανέλαβε καθήκοντα φωτογράφου; Στην ίδια κατάσταση βρίσκομαι κι εγώ. Είχα την τύχη να παραλάβω τα δώρα μου απ’ το μυστικό μου ταίρι στην ανταλλαγή δώρων που οργάνωσε η Μαριλένα μας. Ένα πακέτο γεμάτο εκπλήξεις, χειροποίητες κατασκευές και ζεστές ευχές. To ταίρι μου δεν είναι άλλη απ’ τη Μαρία μας, με το blog: mytripssonblog.

Για όσους την ξέρουν, καταλαβαίνουν το φορτίο ευθύνης που ανέλαβα. Η Μαρία είναι –εκτός όλων των άλλων- μια εξαιρετική φωτογράφος. Μέσα απ’ τις θεματικές της ενότητες “Photoaday”, μας παρουσιάζει απλά, δίχως πολύπλοκες φόρμες και τεχνοτροπίες, φωτογραφίες με περιεχόμενο, που μεταδίδουν συναισθήματα. Τολμάει να κάνει «κλικ» στην καθημερινότητα, αναδεικνύοντας τις ομορφιές της φύσης, αλλά και τις απλές λεπτομέρειες που περνούν απαρατήρητες στη διάρκεια μιας μέρας. Κάθε της ανάρτηση κι ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους και κάθε της ματιά, ένας μικρός φόρος τιμής στην ποικιλότητα και γοητεία που μας περιβάλλει. Αξίζει μια μικρή περιήγηση στα γοητευτικά μονοπάτια της. Κυρίως για όσους είμαστε εγκλωβισμένοι σ’ ένα γραφείο κι αναζητάμε λίγο οξυγόνο, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις παραδεισένιες λήψεις της.

Εγώ: Λοιπόν! Όλοι ακίνητοι, έτσι;
Κασκόλ: Μια στιγμή κύριε φωτογράφε! Να παραμείνω ένα απαθές κασκόλ, ή να μειδιώ;
Εγώ: Τώρα να παραμείνεις απαθές, γιατί όταν δεις τις φωτογραφίες θα βάλεις τα κλάματα!



Λοιπόν, κάνω απογραφή. Ένα χειροποίητο κέντημα με χριστουγεννιάτικο θέμα, που έγινε μια πανέμορφη κάρτα με συγκινητικές ευχές στο εσωτερικό της. Ένα υπέροχο κασκόλ, με αγαπημένα χρώματα και αφράτη πλέξη. Ένα απαλόχρωμο ελατάκι με κορμό-κουβαρίστρα και ιριδίζουσες αποχρώσεις στα κλαδιά του. Ένα πακέτο που μυρίζει γιορτές, νοιάξιμο και φροντίδα.

Οι φωτογραφίες αδικούν κατάφορα την πραγματικότητα.
Μαράκι, ζητώ την κατανόησή σου…
Και σ’ ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου για το πολύτιμο δέμα σου!

Κασκόλ: Μα τι είναι αυτά κύριε φωτογράφε; Τι θέλει η γκουμούτσα δίπλα μας;
Eγώ: Α, το φωτιστικό; Μη φοβάσαι δεν θα βγει. Το θέλω για το μέτρημα, για να κρατήσω τα γράδα…

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Το τζαμάκι δεν έσπασε

Το τρίτο πακέτο στήριξης κατέφτασε προχτές.
Η θηλυκή έκδοση του Άη-Βασίλη, έστειλε πεσκέσι απ’ τον Πύργο και με συγκίνησε πολύ. Αν δεν έχετε λάβει πακέτο απ’ την Αριστέα, δεν έχετε νιώσει την ιεροτελεστία του ανοίγματος και τη μαγευτική διαδρομή μέχρι να φτάσετε στο εσωτερικό του.

Χαρτόκουτο διακοσμημένο με νιφάδες χιονιού, καλλιγραφικά γράμματα και γραμματόσημα κολλημένα σε απόλυτη στοίχιση στην άκρη του κουτιού.

Ακολουθούν αναλυτικές οδηγίες για το ξεπακετάρισμα…




Με τέτοια ποσότητα προστατευτικού πλαστικού, η έννοια «εύθραυστο» δεν υφίσταται καν… Η χαρά της φυσαλίδας λέμε…

Η αναπαλαιωμένη κορνίζα είναι ένα χειροποίητο αριστούργημα.

Μια καλαίσθητη κάρτα, με τη δαντέλα της, τα χάρτινα λουλουδάκια της και ευχές χαραγμένες στο εσωτερικό της… με κάτι απ’ αυτά τα ακαταλαβίστικα που μας λέει κατά καιρούς. Στένσιλ είναι, πάουερ.. κάτι είναι, θα σας γελάσω. Ό,τι και να’ναι, το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Και απόλυτα συγκινητικό.

Η ατραξιόν του πακέτου, είναι ένα σαπούνι ντεκουπαρισμένο. Για μένα, είναι ιστορία μυστηρίου να σχεδιάζεις πάνω στην επιφάνεια ενός σαπουνιού. Για την Αριστέα είναι υπόθεση ρουτίνας…



Ένα τεράστιο ευχαριστώ και δημόσια! Όχι μόνο για τις μερακλίδικες κατασκευές σου, αλλά κυρίως γιατί μαζεύεις, μοιράζεις, ανοίγεσαι και τολμάς! 
Το τζαμάκι μας δεν έσπασε τελικά… 
Κάποια πράγματα είναι ανθεκτικά. Κάποια άλλα, όχι...


Υστερόγραφον:




Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Radio Kourelaria

Αχ ρε μπάρμπα-Μιχάλη… με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και την ξεχασμένη χαίτη σου, που παραπέμπει στην ένδοξη εποχή του ογδόντα. Και πολύ σου βάζω…

Κρίμα τα πεντόκιλα κόκκινο-μαονί που ξόδεψες για να μας πείσεις πως είσαι ακόμα άγριο νιάτο. Άρπαξες το μικρόφωνο και βρωμίσαμε ναφθαλίνη. Λάβρος και ξαναμμένος έστειλες και διάγγελμα διαμαρτυρίας στον πρωθυπουργό "Αντουάν κάνε κάτι, βάλε κάποιον να λήξει το θέμα". Για την «κουρελαρία» που ενοχλεί την υψηλής αισθητικής οπτική σου. Για τους εξαθλιωμένους Σύριους πρόσφυγες που αγωνίζονται για μιαν αξιοπρεπή επιβίωση. Επιστήμονες οι περισσότεροι, γυναίκες με τα μωρά και τα μικρά τους παιδιά που πέρασαν ξυστά το θάνατο, νέα παιδιά με καθαρό βλέμμα και πείσμα να ζήσουν, ακρωτηριασμένοι άντρες, «άνθρωποι».. αν σου θυμίζει κάτι η λέξη.

Και δεν είχες τη στοιχειώδη μαγκιά να υποστηρίξεις αυτά που ξεστόμισες. Κάπου ανάμεσα στο σουξεδάκι της Lady Gaga και στην επιστημονική σου διατριβή περί συμπληρωμάτων διατροφής που αλλάζουν τη μυρωδιά στο αιδοίο, να βγεις και να πεις κατάμουτρα: «Η εκπομπή είναι αφιερωμένη στα φιλαράκια Άδωνη και Θάνο. Τους στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς και την αμέριστη συμπαράστασή μου στο δίκαιο αγώνα τους για μια πλατεία καθαρή». Αντ’ αυτού, μάζεψες πίσω τα προσωπικά σου κουρέλια, ως αγνή και άσπιλη παρθένα: «Δεν είμαι ρατσιστής. Πλάκα έκανα. Την εκπομπή μου κάθε πρωί την ακούν άνθρωποι, που ξυπνούν νωρίς και δίνουν καθημερινά τον αγώνα του μεροκάματου. Άνθρωποι που πηγαίνουν σε γραφεία, εργοστάσια, βιοτεχνίες, ή βρίσκονται πάνω στο τιμόνι. Μέσα σε αυτούς, είναι και πολλοί αλλοδαποί, που επικοινωνούν μαζί μου με μηνύματα»…

Αχ ρε μπάρμπα-Μιχάλη… Είναι κάτι συνομήλικοί σου, που αφήνονται γλυκά στο γήρας και στη σοφία που αυτό φέρνει. Που ισιώνουν την ψυχή τους αντί για το μαλλί τους. Που δίνουν μάχες με το σύστημα, κι όχι με το φριζάρισμα της τρίχας τους. Που δακρύζουν απ’ τον ανθρώπινο πόνο, κι όχι απ’ το οξυζενέ του ντεκαπάζ. Που η φωνή τους λειαίνεται και στρογγυλεύει με τα χρόνια και δεν κράζει σαν αρπαχτικό πάνω από αδύναμους ανθρώπους.



Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που μοίραζε μπισκότα στα παιδάκια και τα μάτια της τρέχανε δάκρυα. Ένας γέροντας που κουβάλαγε τσάντες με γάλατα και ψωμί… «Αχ Παναγιά μου, τα έζησα αυτά στα νιάτα μου και αξιώθηκα να τα ξαναδώ στα γεράματά μου…” μονολογούσε δακρυσμένος. Νέα παιδιά, φορτωμένα με εμφιαλωμένα νερά, καφάσια με φρούτα και παιδικά παιχνίδια.

Τιμής ένεκεν στις στυλιζαρισμένα φιλαριστές ρητορείες σου, το άρθρο του χρυσαυγίτικου τύπου. Τι να σου λέω τώρα; Εσύ, το νου σου στο μαλλί! Να το προσέχεις, γιατί έχει ξανοίξει στις «ρίζες». Λίγο ακόμα και θα ξεράσει τη μαυρίλα που κρύβει κάτω απ’ το δέρμα.




Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

"Ας λήξουν"

Ποίηση - Απαγγελία: Μανόλης Πολέντας


Επιτρέψτε μου να το μοιραστώ μαζί σας.
Αντί ευχών για την πρωτομηνιά...
Αντί στολισμών για τις επερχόμενες γιορτές...
Αντί για λαμπιόνια και γιρλάντες και "βιτρίνες" που στολίζονται με ψεύτικο χιόνι και χαμόγελα από φελιζόλ... 



...Τώρα ας ανθίσουν

οι φίλοι μου που συγκινούνται άνευ λόγου,
τα αγόρια που ερωτεύονται όλα τα κορίτσια
τα κορίτσια που ερωτεύονται όλα τα αγόρια
οι νευρικοί και οι εύθικτοι, οι ευερέθιστοι, οι κομψοί εξυβριστές
τώρα ξανά ας ανθίσουν
όσοι υποψιάστηκαν πως πάντα είχαν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του παρελθόντος
πως πάντα θα έχουν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του μέλλοντος...

[Ποίημα του Μανόλη Πολέντα, από την ποιητική συλλογή Evil I, Ταξιδευτής, 2012
Ο Μανόλης Πολέντας είναι ποιητής και διδάκτωρ της Αγγλικής Λογοτεχνίας. Δημοσιογράφος και παραγωγός στο ραδιόφωνο: 105,5 Στο Κόκκινο].



Για την ιστορία: Πέρυσι τέτοιες μέρες, έχασε τη ζωή της η 13χρονη Σάρα. Το κομμένο ρεύμα, ένα μαγκάλι, χίλια ευρώ χρέος στη ΔΕΗ, οι αναθυμιάσεις, η λιποθυμία, το μοιραίο... Ένα γνώριμο γαϊτανάκι λέξεων, που όμορφα τις ταιριάζουμε για να κλείσουμε το φάκελλο του εγκλήματος. 
Αν είναι να κάνουμε ευχές για τις μέρες που έρχονται, ας είναι όλες μια δυνατή προσευχή. Να δικαιωθούν οι ψυχούλες όλων όσων δεν άντεξαν την ασφυξία της "ανάπτυξης". 

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Η Αριστέα στο Μαξίμου (Διαγωνισμός Γέλιου, made by Aristea & Co.)


Αγαπητή Άϊρις,

Με λένε Αντώνη Βενιζέλο και είμαι φανατικός αναγνώστης σου. Δεν σου έχω σχολιάσει ως τώρα λόγω έλλειψης χρόνου, αφού το επάγγελμά μου απαιτεί πολλές υπερωρίες και εξουθενωτικά ωράρια. Είμαι αρχι-μεσάζοντας μιας γερμανικής αλυσίδας που εμπορεύεται χώρες. Τις παίρνουμε όσο-όσο, τις ντεκουπάρουμε και τις πουλάμε ξανά στα διεθνή πρατήρια σαν καινούργιες. Δεν πετάμε τίποτα! Ακόμα και κάτι παλιά κούτσουρα που είχαμε στην πυλωτή για προσάναμμα, τα πέρασα μια στρώση πάουερ-ρέιτζερ και τα έκανα υπουργούς. Απίστευτος δεν είμαι;

Προχτές το βράδυ σε είδα στον ύπνο μου. Συνήθως βλέπω τον Θεό, αλλά προχτές είδα εσένα. Παντρευτήκαμε που λες και την πρώτη νύχτα του γάμου μας, με πήρες στο κυνήγι μ’ ένα ξύλο κοπής, ντεκουπαρισμένο με shabby chic, γιατί πριν ξαπλώσουμε στη νυφική παστάδα, σε ρώτησα αν έχεις πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ. Έγινε της… φωτοσκίασης στην κρεβατοκάμαρα. Αφού μου έκανες το κεφάλι κρακελέ, με έβαλες να γράψω εκατό φορές με στένσιλ πάνω σε μια χαρτοπετσέτα: “Δεν θα ξανακόψω τις συντάξεις των ασφαλισμένων”. Με πήρε το ξημέρωμα να γράφω… Κι ύστερα ξύπνησα. Ωστόσο, μου άνοιξε την όρεξη το όνειρο και τηλεφώνησα στον Γκίκα και του είπα να μου στείλει μια μερίδα κοψίδια από συνταξιούχους. Απίστευτος δεν είμαι;

Χτες επικοινώνησε μαζί μου ο Θεός. Του είπα πως θέλω να ξεκινήσω εργασίες αναπαλαίωσης της Πολιτικής Άνοιξης, γιατί με τη Νέα Δημοκρατία δεν είδα χαΐρι και προκοπή. Μου σύστησε να καλέσω στο Μαξίμου έναν ειδικό στις πατίνες και στα ντεκουπάζ γιατί εμένα –λέει- δεν πιάνουν τα χέρια μου. Απίστευτος δεν είναι; “Τα δικά μου χέρια δεν πιάνουν;” του λέω. Που με το σούπερ-ντούπερ σφουγγαράκι μου (ελαφρώς νωπό), πέρασα με μαύρη ριπολίνη ολάκερη τη χώρα; Και τι ήταν για μένα; “A piece of cake” του είπα και τον τάπωσα. Πριν κλείσει το τηλέφωνο, μου είπε ότι θα μου στείλει μια “Μπλούζα-Ελικόπτερο”, γιατί θα τη χρειαστώ σύντομα. Τι αναιδής! Θα πω στον Γκίκα να του κόψει κανένα φόρο “Θεϊκής Περιουσίας”, για να μάθει να μου αντιμιλάει. Απίστευτος δεν είμαι;

Αγαπητή Άϊρις, καλού-κακού δεν έρχεσαι προς το Μαξίμου; Όχι ότι φοβάμαι τον Θεό, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω κάτι διάρροιες και διαρροές στο σπίτι. Μου ξεφεύγουν αέρια, βουλευτές κι ένα παλιόπαιδο, ο Αλέξης, μου πετάει συνεχώς σπόντες πως αλλάζω τα φώτα στη χώρα και πως στο τέλος θα μείνω μπουκάλα. Κι επειδή θαυμάζω απεριόριστα (εκτός από μένα) κι εσένα, ήθελα να σε παρακαλέσω να βάλεις ένα χεράκι να διακοσμήσουμε τη μπουκάλα μου και να την κάνουμε καινούργια. Να της κολλήσουμε με ατλακόλ βουλευτές και ψηφοφόρους, να βάλουμε δαντελίτσες και τσαχπινιές, να κοτσάρουμε και τίποτα χαρτοπετσέτες με παροχές στις τρύπες των ταμείων, τάχαμου πως δεν είναι πτώχευση, αλλά πτύχωση του υφάσματος. Πως δεν φταίει –και καλά- που τα έκανα κ@@ο με τα πινέλα, αλλά πως ευθύνεται η φωτοσκίαση… Τι λες; Σ’ αφήνω να το σκεφτείς, δεν σε πιέζω. Αλλά ως την ερχόμενη Τρίτη το αργότερο, να είσαι εδώ. Θα σε περιμένω στο σπίτι μου, θα το βρεις εύκολα. Άμα ρωτήσεις πού συχνάζουν κάτι τεμπελχανάδες που ολημερίς ξύνονται και λύνουν σταυρόλεξα στα έδρανα, θα στο δείξουν. Πάρε τελάρα, πινέλα, τζελ, ρελιέφ, δαχτυλοπατίνες, ξύλα, σανίδια, δίσκους, τενεκέδες (τέτοιους, έχω πολλούς στο μαγαζί) και… το τσιμπιδάκι σου μην ξεχάσεις.

Πρώτα ο Θεός, θα την κάνουμε τη χώρα Αntonis Company @ ΣΙΑ (Η ΣΙΑ θα είσαι εσύ). Εγώ θα είμαι ο Αντώνης. Πανέξυπνος δεν είμαι;

Φιλάκια πολλά και σε περιμένω στο εργαστήριό μου.

Αντώνης

Υ.Γ. Έχω κι ελικόπτερο. Άμα θες, πάμε μια βόλτα...


Η προσωπική επιστολή του Αντώνη, πήρε μέρος στο Διαγωνισμό Γέλιου της Αριστέας. Μεταφέρω τις προσωπικές ευχαριστίες του υπογράφοντα, καθώς και εκτενές φωτογραφικό ρεπορτάζ απ' τα παρασκήνια. 









(Σημείωση: Το κείμενο και οι φωτογραφίες, αποτελούν προϊόν επινόησης με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.)




Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Σαν τα στάχυα τα ψηλά οι αναμνήσεις...

(του Γιώργη Κάβουρα)


Με αφορμή ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα…

Με την ευθύνη και τη συγκίνηση που μπορεί να έχει ένας απλός αναγνώστης, όταν του εμπιστεύονται τα πρώτα απομαγνητοφωνημένα χειρόγραφα ενός τέτοιου έργου…

Δεν είναι σελίδες γραμμένες στην άνεση ενός γραφείου και δεν είναι προϊόν οίστρου και φαντασίας…

Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου μου. Η ζωή ενός αγωνιστή που δεν οραματίστηκε και δεν καρπώθηκε πολιτικά αξιώματα και κοινωνικά ανταλλάγματα. Ένας απ’ τους χιλιάδες ανώνυμους Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, που μέσα απ’ τις μικρές ιστορίες τους και την προσωπική τους αντίσταση, γράφτηκε ένα έπος.

Κάποιοι, απλά σπουδάζουν και αναλύουν την ιστορία,
καταγράφοντας ημερομηνίες, αριθμούς θυμάτων, οικονομικές συνέπειες και γεωγραφικούς επαναπροσδιορισμούς.

Κάποιοι άλλοι, τη βιώνουν και τη γράφουν οι ίδιοι…
Την ορίζουν με το αλφάδι της ψυχής τους, την κατακτούν και την υπερβαίνουν, τη ζυγιάζουν με το ανυπέρβλητο και την καταθέτουν με σεβασμό σε μικρά αυτοσχέδια θυσιαστήρια. Τα όπλα τους δεν έχουν σφαίρες, μόνο γνώση και σεβασμό στη ζωή και προσήλωση στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν και έντιμοι με την ιστορία που αφήνουν πίσω τους.


Το βιβλίο με τίτλο “Σαν τα στάχυα τα ψηλά οι αναμνήσεις” θα κυκλοφορήσει σύντομα και αποτελεί την αυτοβιογραφία του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Γιώργη Κάβουρα. Ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου, μου εμπιστεύτηκε ο γιος του Τάσος Κάβουρας και τον ευχαριστώ και δημόσια για την τιμή που μου έκανε. Απ’ την πρώτη κιόλας σελίδα, μεταφέρομαι στην καθημερινότητα της εποχής εκείνης. Μεγάλα ιστορικά γεγονότα που βίωσε ο πατέρας του, αποδίδονται με ρεαλισμό και ακρίβεια. Η διήγηση είναι καθηλωτική, γεμάτη δράση και πλοκή. Ένας 17χρονος έφηβος ξεκινά την πορεία του στον αντιστασιακό αγώνα και εξελίσσεται σε πρότυπο αγωνιστή ΕΑΜίτη που δεν διεκδικεί παρά το αυτονόητο. Μια καλύτερη ζωή δική του, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Η αφήγηση είναι αποτυπωμένη σε δώδεκα κασέτες, υπαγορευμένη απ’ τον ίδιο. Ο γιος του Τάσος Κάβουρας, ανέλαβε τη μορφοποίηση και τη δημιουργία του βιβλίου. Όπως λέει κι ο ίδιος, “Aν ζητήσεις απ’ τον πιο ευφάνταστο συγγραφέα να συνεχίσει την ιστορία, δεν νομίζω πως θα ξεπεράσει αυτά που έζησε ο πατέρας μου”…



Ο ΕΛΑΣ μπαίνει ελευθερωτής στη Τρίπολη το 1940
Ο ήρωας, γράφει στον πρόλογο του υπό έκδοση βιβλίου του:
«Το 1941-44 πολέμησα τους Γερμανούς κατακτητές ως αντάρτης του 11ου συντάγματος του ΕΛΑΣ στη Πελοπόννησο. Υπηρέτησα την στρατιωτική μου θητεία στα δύσκολα χρόνια 1946-1948.
Στον Δημοκρατικό Στρατό ήμουν εκπαιδευτής στην σχολή Αξιωματικών του Κώστα Κανελλόπουλου κι αξιωματικός στρατοπέδευσης του Επιτελείου του ΔΣΕ Πελοποννήσου.
Το 1951 ήμουν 27 χρονών κι είχα ζήσει τόσα πολλά που ένοιωθα ότι είχε περάσει από πάνω μου μια ολόκληρη ζωή. Πολλές φορές αντίκρισα τον θάνατο να περνάει δίπλα μου.

Η Πολιτεία με αναγνώρισε και με τίμησε ως αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και για τη περίοδο της Γερμανικής Κατοχής 1941-44 και κατά της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967-74. Επίσης με τίμησαν η μαρτυρική Βλαχέρνα, η Αντιπεριφέρεια Αρκαδίας και ο Δήμος Τρίπολης.

Όμως ένοιωσα εξαιρετικά ιδιαίτερα το 2013 όταν στην επίσημη από την Πολιτεία εορτή για τη μάχη της Βλαχέρνας εναντίον των Γερμανών κατακτητών, ο νεαρός ομιλητής μας απεκάλεσε ένθερμα ήρωες όλους εμάς που πολεμήσαμε και στο τέλος απάγγειλαν και ποιήματα γραμμένα για τον καθένα μας!

Αυτά είναι κομμάτια της ζωής μου...
Όμως,
...είναι φρικτό να ζεις τα νιάτα σου με προσκέφαλο ένα όπλο.
...είναι φρικτό να έχεις ως ανταπόδοση μεγάλων αγώνων διώξεις, φυλακές κι εξορίες.
Είναι εγκληματικό να μην μπορείς να ονειρευτείς στα 17 σου αλλά ούτε και στα 27 σου χρόνια.
Μια ζωή τόσο ταραγμένη μέσα σε μια εποχή ακόμη πιο ταραγμένη με χούντες, πολέμους, κατοχή, φυλακές, εξορίες...
...να σου επιβάλλουν για το υπόλοιπο του βίου σου να ζήσεις μια ζωή που δεν σου άξιζε, που δεν είχες προγραμματίσει»…

Ένα μικρό απόσπασμα απ’ το βιβλίο του Γιώργη Κάβουρα, σαν επίλογος. 

Οι Εγγλέζοι

Έπιασα δουλειά, βοηθός γκαρσόνι στου Κόντου, στην Ομόνοια. Δώρου 2. Διαμπερές μαγαζί από Ομόνοια μέχρι την οδό Πατησίων. Δύο όψεις, Ομόνοια ταβέρνα και Πατησίων εστιατόριο. Δουλεύαμε 9 άτομα. Τρία γκαρσόνια, δύο βοηθοί, ο μάγειρας, το αφεντικό και δύο γυναίκες λαντζέρησες.
Εκεί τα είδα και τα έζησα όλα από κοντά …



Πείνα. Να σου παίρνουν το ψωμί, μια μπουκιά, από τα χέρια. Την αγωνία του κόσμου, τον φόβο, τα αυτοκίνητα να μαζεύουν πεθαμένους καθημερινά από τους δρόμους. Τα παιδιά να ζητιανεύουν μία σταφίδα…

Κι η μαύρη αγορά οργίαζε. Μάζευαν από επαρχία μικρές ποσότητες από σιτάρι, αραποσίτι, καλαμπόκι, αλεύρι, φασόλια κι έρχονταν στην Αθήνα και τα μοσχοπουλούσαν. Τα ράλικα λεφτά δεν είχαν κάποια αξία αλλά με αυτά γίνονταν οι συναλλαγές. Σπάνια χρησιμοποιούσαν λίρες.

Στο μαγαζί μας σύχναζαν κάποιοι μαυραγορίτες. Όταν έβλεπα σακούλι, όλο και κάτι έπαιρνα… με όλο το θάρρος. Μια φέτα ψωμί, μια χούφτα φασόλια…

Το κράτος τότε για ένα διάστημα είχε βγάλει κι έδινε το συσσίτιο. Την λεγόμενη μερίδα ίσον 40 δράμια μπομπότα, αραποσίτινο ψωμί! Έπαιρναν όλοι. Ουρές ολόκληρες κάθε μέρα μπροστά στους φούρνους.


Από την ταβέρνα με έστελναν κάθε πρωί στο φούρνο, έπαιρνα την μερίδα μου κι άλλες 40 μερίδες. Πήγαινα πρώτα στην ταβέρνα, γαρνίριζα την δική μου μερίδα με λίγη σάλτσα, την έτρωγα κι έφευγα να πάω τις 40 μερίδες σε ένα σπίτι στην οδό Αχαρνών. Από Ομόνοια πήγαινα με τα πόδια. Οδός Γ’ Σεπτεμβρίου και μετά Αχαρνών. Είκοσι λεπτά περίπου.

Τα παρέδιδα σε ένα σπίτι που μου είχαν υποδείξει. Δεν είχε αριθμό. Κάθε πρωί στις 9 και μισή ήμουν εκεί με το φαγητό. Χτύπαγα το ρόπτρο (μάνταλο) της εξώπορτας της περιτοίχισης του οικοπέδου και πάντοτε ερχόταν μια κοπέλα, η Μυρσίνη, και της έδινα τις μερίδες. Αυτό γινόταν καθημερινά για τρεις μήνες περίπου.

Στις 25 Γενάρη 1942, του Αγίου Γρηγορίου, γιόρταζε ένα γκαρσόνι. Φτιάξαμε ένα φτωχικό τραπέζι στην ταβέρνα και καθίσαμε όλοι μαζί να πούμε τα χρόνια πολλά στον Γρηγόρη. Κάπως ξεχαστήκαμε. Χτύπησε το τηλέφωνο και κατάλαβα ότι ζητούσαν εμένα.

«Φύγε Γιώργη άργησες….», μου φώναξε ένα γκαρσόνι, ο Γιώργης ο Κοντόπουλος. «Πήγαινε στο φούρνο πάρε τις 40 μερίδες και την δική σου και πήγαινέ τες στο σπίτι. Την δική σου να την φας στο δρόμο....».

Με αργοπορία τουλάχιστον μίας ώρας έφτασα στο σπίτι στην οδό Αχαρνών.
Χτύπησα το ρόπτρο, φώναξα την Μυρσίνη όμως δεν πήρα καμία απάντηση.
Έσπρωξα την πόρτα κι αυτή άνοιξε.
Με γρήγορα βήματα διέσχισα την αυλή κι έφτασα μπροστά σε ένα σπίτι, κάτι σαν παλιό αρχοντικό, που φαινόταν ότι κάποτε εκεί πρέπει να ήταν πλουσιόσπιτο.
Χτύπησα την κεντρική πόρτα του κτιρίου, δεν πήρα απάντηση κι άρχισα να ανησυχώ.
Τι να κάνω το φαγητό, που να το αφήσω.
Έκανα τον κύκλο του σπιτιού. Ήταν καθαρό και με περιποιημένη την αυλή. Τα πίσω παράθυρα ήταν ανοικτά.

Στην πίσω πλευρά του σπιτιού βρήκα μία πόρτα ανοικτή. Μπήκα μέσα και κάπως διακριτικά φώναζα το όνομα της Μυρσίνης για να της παραδώσω τις μερίδες.

Προχώρησα στον διάδρομο. Ξαφνικά πάγωσα…
Δεξιά κι αριστερά ήταν δύο δωμάτια και μέσα ήσαν οκτώ άτομα με στρατιωτικές στολές.
«Εγγλέζοι … », μονολόγησα.


Τα’ χασα… Αυτοί με κοιτούσαν κι ένοιωθα ότι βρίσκονταν σε ετοιμότητα να τραβήξουν τα όπλα τους. Προσπάθησα κάτι να τους πω, αλλά ούτε κι εγώ καταλάβαινα τι έπρεπε να πω. Πίσω μου έντρομη κατέφθασε η Μυρσίνη κυριολεκτικά εξαγριωμένη.

Με άρπαξε από το μπράτσο, μου πήρε το φαγητό και τραβολογώντας με έφτασε στην εξώπορτα. Πριν την ανοίξει, με στρίμωξε πάνω στην πόρτα και με λόγια και κοφτές κινήσεις των χεριών της είπε,
«Δεν είδες τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα…».

«Ποιός με στέλνει, …από ποιόν έρχομαι εδώ;», την ρώτησα.
«Δεν ξέρεις τίποτα», μου ξαναείπε.

Με χαιρέτησε σαν να ένοιωθε ότι δεν θα ξαναπήγαινα πάλι εκεί.
Αναστατωμένος γύρισα σχεδόν τρέχοντας στην ταβέρνα. Με τα πρώτα λόγια που είπα έτρεξε κοντά μου ο Γιώργης ο Κοντόπουλος. Τον είχαν ειδοποιήσει ή μόνος του το κατάλαβε. Τι είχε συμβεί δεν ξέρω. Με τράβηξε στο βάθος του μαγαζιού.

«Άκου Γιώργη…. »,μου είπε. «Αυτοί που είδες είναι Εγγλέζοι που τους προωθούμε σαν οργάνωση στην Μέση Ανατολή… Αυτή είναι η τρίτη αποστολή… Φεύγει άμεσα. Όπως ξέρεις εγώ είμαι από την Μεσσηνία κι εσύ από την Αρκαδία. Εκεί έχει γεννηθεί η ελευθερία. Εκεί φούντωσε το 21…

Πριν λίγο καιρό, λίγους μήνες, μαζεύτηκαν πατριώτες που δεν αντέχουν τον κατακτητή κι έφτιαξαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ.
Είμαστε πολλοί. Στον λαό έχει μεγάλη απήχηση … Εξαπλώνεται παντού. Οργανωθήκαμε κι άλλοι και συντηρούμε Εγγλέζους.
Άλλοι έχουν την ευθύνη να τους μεταφέρουν στον Ωρωπό κι άλλοι στην Τουρκία κι από κει στην Μέση Ανατολή… Άλλοι μετέχουν και σε σαμποτάζ μέσα στην πόλη….».


«Γιατί με είχατε σε αποστολή δίχως να ξέρω τίποτα;», τον ρώτησα.
«Ήσουν πολύ μικρός», μου είπε… «Αν δεν θέλεις, δεν θα ξαναπάς… Πράγματι είναι πολύ επικίνδυνο!».

Είχα τρελαθεί με αυτά που άκουγα… Ένοιωθα ότι ζούσα ιστορικές στιγμές. Του ζήτησα να με γράψει στην οργάνωση κι ένοιωσα μια πρωτόγνωρη χαρά όταν τον είδα να μου απαντάει καταφατικά.

Δεν το συζήτησα καν να με αντικαταστήσουν στην καθημερινή μου αποστολή.
Όμως από εκείνη την ημέρα ήμουν πιο προσεκτικός.
«Τελικά μπήκες στην οργάνωση;», με ρώτησε την άλλη μέρα η Μυρσίνη.
Κι εγώ όμως ήθελα να την ρωτήσω αν το Μυρσίνη είναι το κανονικό της όνομα ή ψευδώνυμο. Δεν την ρώτησα ποτέ. Όμως θέλεις αυτή η σκέψη, θέλεις που ήμουν επηρεασμένος από τους Εγγλέζους άρχισα να ψάχνω για το δικό μου ψευδώνυμο. Κατέληγα κάπου στο Τζωρτζ…

Γνωρίστηκα γρήγορα με μερικούς συναγωνιστές κι είχα πάει σε λίγες συσκέψεις του ΕΑΜ σε σπίτια κοντά στην Ομόνοια. Συζητούσαμε για την οργάνωση του αγώνα και μας έκαναν μικρές ομιλίες εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα και τα υπόλοιπα μας τα έδιναν σε χαρτιά προκηρύξεων να τα διαβάζουμε. Κάθε σύσκεψη δεν ξεπερνούσε τα δεκαπέντε λεπτά γιατί υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι να μας συλλάβουν.


Σε μία από τις επόμενες αποστολές Εγγλέζων στρατιωτών, δεν σταθήκαμε τυχεροί. 
Μάθαμε εκ των υστέρων ότι είχε ετοιμαστεί μία αποστολή, να αναχωρήσουν πέντε Εγγλέζοι. Ένα πρωί ξεκίνησαν κρυμμένοι μέσα σε ένα φορτηγό με λάχανα.
Η διαδρομή ήταν από την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Έπεσαν πάνω σε ένα γερμανικό μπλόκο που τυχαία είχε στηθεί εκείνη την ώρα κι ο συναγωνιστής που προηγείτο του φορτηγού δεν το αντιλήφθηκε.
Τους σταμάτησαν κι άρχισαν τον έλεγχο. Ένας Άγγλος τράβηξε το πιστόλι του κι αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς τραυμάτισε έναν αξιωματικό. Προσπάθησαν να διαφύγουν. Όμως δεν τα κατάφεραν. Τους συνέλαβαν όλους, μαζί με τον Έλληνα οδηγό του φορτηγού και τους οδήγησαν στα μπουντρούμια της Γκεστάπο.


Ο συναγωνιστής που είχε εντολή να ακολουθεί την αποστολή, μόλις είδε τι έγινε έφυγε και γρήγορα ειδοποίησε την γυναίκα του οδηγού και τους υπόλοιπους Εγγλέζους στο σπίτι, για να διαφύγουν. Η γυναίκα του οδηγού ήρθε τρέχοντας στο μαγαζί κι ειδοποίησε το αφεντικό μου και τον Γιώργη τον Κοντόπουλο.

Ήταν Σάββατο πρωί. Μας μάζεψαν αμέσως και μας το είπαν. Αναστατωθήκαμε… Έκριναν όμως ότι έπρεπε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε, αλλά έχοντας πλέον τα μάτια μας δεκατέσσερα.

Ξαφνικά βλέπω στην Ομόνοια να καταφθάνουν δύο καμιόνια με Γερμανούς. Ήμουν στην μπροστινή πόρτα. Ειδοποίησα τους άλλους κι εγώ μαζί με ένα ακόμη γκαρσόνι έφυγα προς το κοντινό περίπτερο. Αγόρασα μια εφημερίδα και διαβάζοντας απομακρύνθηκα. Από μακριά είδα ότι στην Πατησίων υπήρχαν κι άλλοι Γερμανοί.
Είχαν αποκλείσει το μαγαζί κι από την πίσω πλευρά. Μέσα στο μαγαζί υπήρχε και κρυφή έξοδος. Τελικά φύγαμε όλοι οι άντρες κι όχι οι δύο γυναίκες λαντζέρησες, δεν ξέρω γιατί. Η έφοδος που ακολούθησε στο επόμενο λεπτό ήταν βίαιη με τους Γερμανούς τρέχοντας να καταλαμβάνουν το μαγαζί. Συνέλαβαν τις γυναίκες. Δεν έμαθα τι απέγιναν.

Από μακριά παρακολούθησα στα κλεφτά μαζί με μερικούς άλλους περαστικούς τι γινόταν.
Έφυγα από την οδό Αθηνάς κι αλλάζοντας στο Θησείο την πορεία μου, τροποποιώντας το καθημερινό μου δρομολόγιο, έφτασα με τα πόδια στο δωμάτιό μου στα Πετράλωνα. Είχα νοικιάσει σε έναν πατριώτη μου, στον Βαγγομήτσιο, θείο του Ζαχαρία.

Από τότε συνειδητοποίησα ότι κάθε ημέρα θα έπρεπε να είμαι όλο και πιο προσεκτικός. Οι καταστάσεις συνεχώς άλλαζαν.
Οι Γερμανοί κατακτητές γίνονταν όλο και πιο άγριοι, πιο σκληροί σε συμπεριφορά.
Πέρασα 4-5 ημέρες μέσα στο δωμάτιο τρώγοντας μόνο ψωμί που είχα αγοράσει από έναν μαυραγορίτη.

Το μαγαζί του Κόντου έκλεισε. Επαναλειτούργησε αργότερα. Πριν λίγα χρόνια αναζήτησα τι απέγινε ο Κόντος. Ένας ηλικιωμένος μέσα στην στοά Ομόνοιας- Πατησίων με πληροφόρησε ότι ζει ένας εγγονός του Κόντου αλλά έχει μεταναστεύσει στην Αμερική"...




Για την ιστορία: Τα μεσάνυχτα της 25ης προς την 26η Νοέμβρη του 1942, οι αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, σε συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, ξεκίνησαν την επιχείρηση καταστροφής της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Η επιχείρηση είχε απόλυτη επιτυχία και με ελάχιστες απώλειες απ’ την πλευρά των ανταρτών. Δυό μέρες αργότερα, οι Ιταλοί έγραψαν τον αιματηρό επίλογο, προχωρώντας σε άνανδρα αντίποινα. Παρόλα αυτά, ο απόηχος της ανατίναξης έφτασε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Η σημασία της αναγνωρίστηκε απ’ τους κατακτητές και υμνήθηκε απ’ τους συμμάχους μας, καθώς απέκοψε μια από τις αρτηρίες ανεφοδιασμού του Ρόμελ και διευκόλυνε τις επιχειρήσεις των συμμάχων στο μέτωπο της Αφρικής. Κυρίως όμως, ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων επιβεβαιώνοντας πως ενωμένοι πετυχαίνουν πολλά στον αγώνα υπέρ του εθνικού συμφέροντος.


(φωτογραφικό υλικό απ' το αρχείο του Τάσου Κάβουρα και απ' το διαδίκτυο)

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Δυό χρόνια χωρίς τον Χρόνη


Τι είναι ο έρωτας;Έρωτας είναι το ίπτασθαι οικειοθελώς,το ωραιάσθαι αενάως,το εγγίζεσθαι χαιδευτικώς,το ποθείν καθ'ολοκληρίαν,το καλλωπίζειν το χώρο,το φαντάζεσθαι εγχρώμως,το διαλέγεσθαι μωβ,το αντι-εξουσιάζεσθαι ανυπερθέτως,το συνουσιάζεσθαι επαναληπτικώς.Γενικώς το ευ ζειν...Το αποπλανάσθαι στην απουσία της μοναξιάς...



«Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν αξίες, σαν ανάγκες, σαν ηθική, σαν «πολιτισμό».





«…Σκεφτείτε κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση… Αν η συνείδηση και η γνώση του ανθρώπου μπορούσε να φτάσει στο επίπεδο να ερμηνεύει μ’ αυτή την ανθρώπινη έγνοια την είδηση “εκατό χιλιάδες νεκροί” ή “ένας άνθρωπος βασανίζεται σε κάποιο άντρο της εξουσίας”… 

(“ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΡΕ… ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ)



"Εγώ το ταξίδι φιλαράκι τό'κανα.
Ένα έχω να σου πω:
το νου σου
και τα μάτια σου
στους σπόρους του παππού σου."


Φωτογραφίες από Κοινότητα ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ/HRONIS MISSIOS

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Στο Δέλτα κάποιας γειτονιάς


«Οι απολύσεις είναι δικές μου, δεν θα μου πάρει τη δόξα ο Τόμσεν»
(Άδωνης Γεωργιάδης - Πρώην Υπουργός Υγείας)


Πρότζεκτ: Μια σφραγίδα σ’ ένα παραπεμπτικό γιατρού για φυσικοθεραπείες
Έτος: 2014 / Πενήντα μέρες πριν την άφιξη της Ανάπτυξης και του Άγιου Βασίλη στη χώρα
Τόπος: Ευρώπη/Ελλάδα/ Αθήνα


8.00 π.μ. Επίσκεψη στο τοπικό υποκατάστημα ΙΚΑ της περιοχής.
Λουκέτο. Στην είσοδο, στοίβες λογαριασμών σφηνωμένοι κάτω απ’ την πόρτα. Στην πρόσοψη, ειδοποιητήριο της ΔΕΗ για διακοπή παροχής, λόγω ανεξόφλητων λογαριασμών.

8.30 π.μ. επίσκεψη στο υποκατάστημα ΙΚΑ όμορου δήμου.
Δίχως λουκέτο. Σκοτάδι στην είσοδο. Στην πόρτα του ασανσέρ, ένα προχειρογραμμένο σημείωμα «ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ».
Σκάλες. Αγωνία. Ο πρώτος όροφος ερημωμένος. Αναρρίχηση στο δεύτερο. Αφουγκράζομαι. Νεκρική σιγή. Ανοίγω την πόρτα δειλά. Ημίφως. Ένας γκισές με μια κοπέλα από πίσω. Ενθουσιασμός! Υπάρχει ανθρώπινη ζωή στο κτίριο! Πλησιάζω. Δεν ολοκληρώνω την ερώτηση. «Πριν λίγο απολύθηκαν τέσσερις γιατροί. Κι εμείς ως το τέλος του μήνα τα μαζεύουμε και φεύγουμε». Απόγνωση. «Και πού θα πάω για να μου σφραγίσουν το παραπεμπτικό;», ρωτάω. «Στα κεντρικά ίσως να είστε πιο τυχερή», μου απαντάει και χάνεται κάτω απ’ το γυάλινο φινιστρίνι. Φεύγω με την ουρά στα σκέλια. Κατάβαση στο σκοτεινό τούνελ ως την έξοδο. Δεν λειτουργούν φώτα, ασανσέρ, έξοδος κινδύνου, κλιματισμός, ιατρεία, διοίκηση.

9.30 π.μ. επίσκεψη στα κεντρικά.
Τα ίδια και χειρότερα. Σκοτάδια, βρώμικες σκάλες, χλαπαταγή...
Μια αράδα γκισέδες, εκεί που κάποτε υπήρχαν ιατρεία...
Στην πολύβουη αίθουσα, ένας ανθρώπινος αχταρτμάς. Ηλικιωμένοι, έγκυες, παιδάκια αγκιστρωμένα στα χέρια των μανάδων τους που περιφέρονται με χαρτιά και βιβλιάρια στα χέρια, μπαστούνια και πατερίτσες, ανάκατα με παιδικά καρότσια...
Μηχανάκια ξερνούν αριθμούς προτεραιότητας...
Ελάχιστος χρόνος αναμονής, 22 λεπτά... Μέγιστος, κάτι χρόνια...

«Πρέπει να πάρω το χάπι για την καρδιά σε μια ώρα... θα προλάβω;», με ρωτάει εναγωνίως ο ηλικιωμένος που κάθεται πλάϊ μου. Νιώθω σαν τους επιβάτες της Α’ θέσης του Τιτανικού. Την ώρα που τους επιβίβαζαν στις σωσίβιες βάρκες. Με πόσο οίκτο αποχαιρετούσαν τους ανήμπορους τριτοθεσίτες πίσω τους... Ξέροντας πως δεν θα προλάβουν...



10.10 π.μ. «Δεν σφραγίζουμε πια εδώ. Πρέπει να πάτε στον ΕΟΠΥΥ»
Επικοινωνώ με τους δικούς μου για να ξέρουν.
«Θ’ αργήσω στη δουλειά. Και στο σπίτι θα γυρίσω αργά, για ν’ αναπληρώσω τις χαμένες ώρες. Να προσέχετε ο ένας τον άλλο και να ντύνεστε καλά γιατί πιάσανε τα κρύα. Το ξημέρωμα μπάρκαρα σ’ ένα γκαζάδικο για να μου σφραγίσουν ένα χαρτί. Ο καιρός λυσσομανάει έξω και το πρωί έσπασε μια μπίγα στα δύο. Έβγαλε μπότζι ο νοτιάς και ζαλίζομαι. Απ’ τη γέφυρα σας φιλώ κι ελπίζω να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα φέτος.
Σας φιλώ. Η μάνα σας, εν πλω...»


Για την ιστορία: Ο μαέστρος-και σύζυγος μαέστρου- αυτού του ναυαγίου, ισχυρίζεται ότι διέσωσε το σύστημα υγείας από βέβαιο πνιγμό. Σ’ ένα αντίστοιχο ντελίριο φαντασίωσης, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας “The World”, έγραφε την επομένη του ναυαγίου του Τιτανικού: «Ο Τιτανικός βυθίστηκε. Καμία απώλεια. Οι επιβάτες μεταφέρθηκαν στο Καρπάθια – Είναι όλοι ασφαλείς»...



Για το γαμώτο: Θα έρθει η ώρα που θα βγούμε όλοι σιωπηλοί στους δρόμους. Δίχως φωνές και συνθήματα. Δίχως κομματικά πατροναρίσματα. Δίχως να σας δίνουμε αβάντες για να ξαμολύσετε τους ένστολους ροπαλοφόρους, που παρεμπιπτόντως, είναι κι οι ίδιοι θύματά σας. Το αγαθό της υγείας δεν μας το παραχωρείτε. Είναι οι εισφορές μας, οι κρατήσεις μας, το αίμα μας το ίδιο.

Θα έρθει η ώρα που θα βγούμε όλοι σιωπηλοί στους δρόμους, για να απαιτήσουμε να μας δώσετε πίσω τα κλεμμένα. Τις συντάξεις, τις κομμένες παροχές, τα επιδόματα, τα φάρμακα, τα νοσήλεια, την αξιοπρέπεια, το χαμόγελο.

Θα έρθει η ώρα που θα λογοδοτήσετε και θα πληρώσετε για όλα τα ειδεχθή εγκλήματα που διαπράξατε.

Θα έρθει η ώρα.
Δίχως προγραμματισμό.
Αυθόρμητα και σιωπηλά.
Μια μικρή συντροφιά που φωνάζει απλά στο δρόμo: «ΥΓΕΙΑ - ΑΠΑΙΤΩ»
Όσο προχωράει, η παρέα μεγαλώνει.

Διασταυρώνεται με περαστικούς. Δεν διαπραγματεύεται. Διεκδικεί. Διαδίδεται. Διακλαδώνεται. Διογκώνεται. Διαμαρτύρεται. Διακινείται. Δυναμώνει. Διεισδύει. Διαστέλλεται. Δικάζει.

Δικαιώνεται.

Ραντεβού στο «Δέλτα» της γειτονιάς...

Σημείωση: Η ιστορία είναι αληθινή. Κάθε ομοιότητα με αντίστοιχες αληθινές ιστορίες, δεν είναι τυχαία.