Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Πέντε


Πριν πέντε χρόνια το Απάγκιο σήκωσε πανιά για να ξεκινήσει το διαδικτυακό του ταξίδι, που δεν ήταν παρά μια απόπειρα απόδρασης απ’ την ασφυκτική καθημερινότητα. Στα χρόνια αυτά, αξιώθηκε να γνωρίσει πολλούς και εκλεκτούς φίλους, να δέσει τους κάβους του σε φιλόξενα λιμανάκια και να ζήσει δυνατές συγκινήσεις. Να γεμίσει τα αμπάρια του με δώρα πολύτιμα∙ ευχές και κεράσματα, σμιξίματα και τραπεζώματα, στιγμές νοτισμένες απ’ το άρωμα της παρέας, που μένουν ανεξίτηλες στο χρόνο. Ένα τεράστιο "ευχαριστώ" για την παρουσία σας -ακόμα και εν μέσω της μακρόχρονης απουσίας μου- για τις ευχές και τα μηνύματά σας, για τη νοερή συντροφιά σας που είναι βάλσαμο και στήριγμα στις απρόσμενες φουρτούνες της ζωής. Κάτι κουβέντες που έχουμε ανταλλάξει κατά καιρούς, σαν τα τσαλακωμένα χαρτάκια που διακινούσαμε συνωμοτικά κάτω απ’ τα σχολικά θρανία μας, ήταν η πυξίδα και  η τροχιοδεικτική πορεία προς ένα απάνεμο αραξοβόλι, μέχρι να περάσει η αντάρα.

Αυτό το κακοχείμωνο καλοκαίρι, άφησε πίσω του προσωπικές αλλά και εθνικές απώλειες.  Με τα μάτια ακόμα πρησμένα απ’ τα κάθε λογής “αποκαΐδια”, η διάθεση είναι στα τάρταρα και τα ευχολόγια μοιάζουν άτοπα, όταν κάνεις τη σούμα με τα θύματα της απίστευτης θεομαχίας∙ άνθρωποι να παλεύουν με τον άνεμο, τη φωτιά και το νερό! Έχοντας βιώσει εκείνες τις ασφυκτικές μέρες των πυρκαγιών στο θάλαμο ενός νοσοκομείου συντροφεύοντας αγαπημένο μου πρόσωπο, ο πόνος βάραινε περισσότερο. Να σβήνεις τη φωτιά με άλλη φωτιά, να ζυγιάζεις την προσωπική σου επερχόμενη απώλεια στην πλάστιγγα με τους ατέλειωτους κίτρινους σάκους που έδειχνε η τηλεόραση, ήταν βασανιστικό. Τα “πώς” και τα “γιατί”, θα υπεραναλυθούν και  πιθανότατα θα συρταρωθούν, όπως τα άψυχα σώματα που γέμιζαν εκείνες τις μέρες τα συρτάρια των νεκροθαλάμων. 

Πολύ φοβάμαι ότι η προσοχή μας έχει πάλι αποσπαστεί εκεί που οι σειρήνες της “δημοσιογραφίας” το απαιτούν (“παραλίγο να καεί και το σπίτι του Σάκη”, σου λέει…), μέχρι να σβήσει σαν ισχνό κυματάκι στα ρηχά της μνήμης μας. Κι αν δεν αντιληφθούμε επιτέλους πως η μόνη περιουσία μας είναι η φύση, πως αν δεν γκρεμίσουμε φράχτες και συρματοπλέγματα για ν’ ανασάνει απ’ τον τσιμεντένιο κλοιό και δεν αφήσουμε κατά μέρος τις επεκτατικές μας τακτικές, θα εγκλωβιστούμε ξανά στις δύσβατες ατραπούς μιας αφιλόξενης πολιτείας. Είμαστε στην πιο όμορφη γωνιά του πλανήτη, στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς, όπως μας λένε οι ξένοι ατζέντηδες∙ και δεν διαθέτουμε ακόμα τα στοιχειώδη. Προσπελάσιμους δρόμους για τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα. Ελεύθερα πεζοδρόμια (αν έχετε κάνει διαδρομές με παιδικά καροτσάκια στην πόλη, καταλαβαινόμαστε). Ας μην συζητήσουμε για τους χτισμένους λόφους της Αττικής, τις νεοσύστατες πολιτείες στο δάσος της Πάρνηθας, τα μπαζωμένα ποτάμια και τις δύσοσμες περιοχές στο Θριάσιο που παλεύουν να επιβιώσουν ανάμεσα σε φουγάρα, αντλίες και δεξαμενές με πετρέλαιο. Πόση πολιτική προστασία να μας φυλάει, αν η προσωπική μας ευαισθησία φτάνει ως το χαλάκι της εξώπορτάς μας; 

Κρατάω στις αποσκευές μου τις κρητικές μας συναντήσεις με φίλους και συγγενείς, τα λόγια και τις ευχές τους, τα τσουγκρίσματα και τις ρακοκατανύξεις κάτω απ’ τη ματωμένη σελήνη, τις παυσίπονες μαντινάδες, τα χτυπήματα στην πλάτη και τα σφιχταγκαλιάσματα πριν την επιστροφή μας στο κλεινόν άστυ∙ όλα αυτά που άπλωσαν μια γλυκερή κρούστα πάνω απ’ τη συσσωρευμένη πικρίλα και τις στρώσεις της λύπης. 

Το κατευόδιο μας στο λιμάνι «Να κλέβεις του χάρου παιδί μου!» ήταν η ύστατη παραγγελιά που πήρα μαζί μου. Επιτρέψτε μου να σας την κοινωνήσω με όλη μου την αγάπη!