Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

«Το μούσι πάει σύννεφο»




 Σσστ… κρύβε λόγια, κύριε Περδικούλη μου. Και μη λες ονόματα. Λέγε με «Πρόεδρε». Θα καταλάβω εγώ. Και  Ντόρα να με πεις, πάλι θα καταλάβω. Γι’ αυτό λούφαξα ο φουκαράς εδώ μέσα, κύριε Περδικούλη μου. Κόσμο αξούριστο έχει, υπόκοσμο με τη σέσουλα έχει, κι από μούσια -δόξα τω Θεώ- ούτε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τόση τρίχα. Κότσαρα κι εγώ μια μουστάκα σαν υπόστεγο, τρούπωσα εδώ χάμω,  κι άντε να με γνωρίσουν μετά. Άντε, να με γνωρίσουν. Παιδί!... ένα γλυκύ βραστό, σε παρακαλώ!

Και, πού είσαι; Κύριε Περδικούλη μου, μη γυρίσεις απότομα. Αυτός εκεί πίσω, με τα γυαλιά τα φινιστρίνια… Μου φαίνεται πως κρύβεται, κύριε Περδικούλη μου. Γύρευε ποιος τον κυνηγάει κι αυτόν τον χαντακωμένο! Αφού να σκεφτείς κύριε Περδικούλη μου, ρώταγε τον καφετζή τον Πανάγο, μήπως το καφενείο έχει κάνα πεζούλι από πίσω, κι αν πατιέται. Κι ο άλλος πίσω μου, ο ψωμωμένος,  που είναι σαν αιδεσιμότατος…  Mα μην καρφώνεσαι έτσι, κύριε Περδικούλη μου! Θα μας πάρουν είδηση και θα γίνει του Κουτσόπυργου, εδώ μέσα. Αυτός που λες, κύριε Περδικούλη μου, κοιτιόταν περίεργα με τον άλλο εκεί πίσω. Τον φινιστρίνη, ξέρεις… Κοντοχωριανοί θα είναι, να μου το θυμηθείς, κύριε Περδικούλη μου. Σε τα μας τώρα; Τήρα να δεις που θα έχουν καμιά βεντέτα κι αυτούνοι, και θα ντρέπουνται τα πλατάνια του χωριού, γι’ αυτό μασκαρεύτηκαν έτσι. Τώρα βέβαια θα μου πεις. “Ποια πλατάνια, κατακαημένε Θωμά; Στάχτη και μπούρμπερη γινήκανε όλα”. Ε, κάτι θα ντρέπονται κι αυτοί οι δόλιοι.

Πάμε σιγά-σιγά, κύριε Περδικούλη μου; Εδώ πέρα, δεν ξεχωρίζει ο ҆γούμενος το καλογεροπαίδι του, έτσι που γινήκαμε. Και να ҆ρθει δηλαδή ο Στέλιος ο Κοντογιώργης, με τόσα μούσια εδώ μέσα, θα ξεχάσει τη βεντέτα, θα με πιάσει αγκαζέ και θα γίνουμε μπιντζινάκατοι. Γιατί, κύριε Περδικούλη μου, στο λέω εγώ, ο Θωμάς ο Μακρυκώστας και να με θυμηθείς. Τα μούσια ολονών εδώ μέσα, μπορεί να είναι από αληθινές τρίχες, αλλά οι μούρες τους είναι μουσαντένιες. Μουσαντένιες και μπαμπέσικες, κύριε Περδικούλη μου!

Πάω πίσω, ν’ αράξω στο πλατάνι του χωριού μου. Όσο υπάρχει ακόμα κι αυτό. Να ζητήσω για λογαριασμό τους συγχώρεση απ’ το πηγάδι, απ’ τα φραγκόσυκα κι απ’ τα κουκουνάρια. Κι απ’ τον Νίκο τον Παπίδα που του έχουν φορέσει ένα φέσι με φούντα από δω, ίσαμε τον αστράγαλο. Κι απ’ όλους τους νοικοκυραίους που πληρώνουν χρόνια τώρα, για ν’ αφρατεύουν αυτοί τα μούσια τους. 
Ωρεντουβάρ κύριε Περδικούλη μου!

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Γενέθλια στους ΚΗΠΟΥΣ της Ειρήνης


Κήποι καταπράσινοι, θαλεροί, ολάνθιστοι.
− Ποιος τους ποτίζει; ρώτησες.
− Ποτίζονται από τα δάκρυα εκείνων που συγκινούνται από την ομορφιά, σου είπα.
− Πόση ώρα πρέπει να κοιτάξεις ένα κήπο για να ποτιστεί αρκετά, ρώτησες πάλι.
− Για πάντα, σου είπα.

Με κοίταξες λιγάκι σκεπτικός.
− Κι αν δεν αντέξω να κοιτάζω τόση ομορφιά; είπες.
− Αν δεν αντέξεις, τότε κοίταξε τη θάλασσα. Φτιάχτηκε από τη συγκίνηση αυτών που κοίταξαν την ομορφιά των κήπων. Θα σου μάθει να κοιτάζεις.

Για τον Παρασκευά Κ.
(απ' το βιβλίο "κήποι", εκδ. 24γράμματα) 

Αυτό το μήνα το Απάγκιο κλείνει, αισίως,  τα έξι του χρόνια. Φέτος, γιορτάζει τα γενέθλιά του με μια σπουδαία γυναίκα που με τιμά με τη φιλία της. Την Ειρήνη Γαβριλάκη. Η Ειρήνη άνοιξε διάπλατα τους υπέροχους κήπους της, για να κάνουμε παρέα μια βόλτα στα ηλιοτρόπια και τις μαργαρίτες της. Στους κάκτους, στα νυχτολούλουδα, στα μυριστικά και στα βότανα. Διάλεξα αυτό το μέρος για να σβήσουμε -νοερά- τα κεράκια του Απάγκιου, γιατί η ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου της, μ’ έβγαλε σ’ ένα ξέφωτο. Εκεί ακριβώς που απαγκιάζει η ψυχή∙ εκεί που οι λέξεις και τα νοήματα γίνονται χλωρά κλαράκια κι ανθοφορούν την ελπίδα και την προσδοκία. Εκεί που, κάποτε, παρατήσαμε σύξυλη την παιδικότητά μας  κι η Ειρήνη την ανέσκαψε και μας την παρουσιάζει σχεδόν άθικτη. Διαπρέποντας άλλωστε και ως επαγγελματίας Αρχαιολόγος, η Ειρήνη γνωρίζει καλά τις φροντίδες του «ξεβοτανίσματος», αναγνωρίζοντας σε κάθε κλαδάκι της γης «κι ένα υλικό δομής μιας φωλιάς».

Βλέποντας την περσινή, αντίστοιχη, γενέθλια ανάρτηση του Απάγκιου, θυμάμαι πως γράφτηκε υπό την καπνώδη και αποπνικτική ατμόσφαιρα απ’ την καταστροφική φωτιά στο Μάτι. Με τη θλιβερή διαπίστωση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως γινόμαστε, ολοένα, και φτωχότεροι από φυσικούς «Κήπους» και πως εξακολουθούμε να θρηνούμε με εμμονή το (καμένο) δέντρο, αλλά αποφεύγουμε ν’ αναλάβουμε την προσωπική μας ευθύνη απέναντι στο «δάσος», γι’ αυτά και για άλλα πολλά που δεν είναι της παρούσης, διάλεξα αυτό το βιβλίο-σταθμό, για να κάνω τις προσωπικές μου «ανασκαφές».  

Γιατί, όπως γράφει και η Ειρήνη στον πρόλογό της:
«Μικροί ή αχανείς, φροντισμένοι ή όχι, δεν νοιάστηκα, αν και οι αφρόντιστοι κήποι, μάλλον με κέρδιζαν πιο γρήγορα, ίσως γιατί ο ρυθμός ξεβοτανίσματος ταιριάζει με τον ρυθμό μου, όταν περιδιαβαίνω έναν κήπο. Και γιατί αρέσκομαι να θεωρώ ότι οι φροντίδες τελεσφορούν»



Μια ευχή:  N’ αφήσουμε επιτέλους, όση φύση μας απόμεινε, να μας κατακτήσει.
Κι ένα τεράστιο ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου, στους φίλους που τιμούν με την παρουσία τους το Απάγκιο, όλα αυτά τα χρόνια!

Καλή Παναγιά και Χρόνια Πολλά σ’ όσους και όσες γιορτάζουν 💚

Για όσους θέλουν να απολαύσουν τη βόλτα στους “Κήπους” της Ειρήνης, εδώ όλες οι πληροφορίες για το βιβλίο της (απ’ τις εκδόσεις 24γράμματα): http://dyslexiashop.gr/index.php/product/99981/

Art photography: Gemmy Woud-Binnendijk