Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Θάνος Κωτσόπουλος


}Η επιτυχία είναι ο κίνδυνος των κινδύνων στη νεότητα. Πρέπει, όταν αυτή έρθει, να στυλωθεί κανείς και να την πολεμήσει με σκληρή αυτοκριτική και με θηριώδη εργατικότητα, αλλιώς θα γίνει σκλάβος σ’ όλη του τη ζωή στην αυταρέσκεια και σ’ εκείνους που τους αρέσει σήμερα και δεν τους αρέσει αύριο. Σ’ αυτούς που τον διορίζουν και τον παύουν κατά τα κέφια τους και που υποχρεώνεται να τους κολακεύει ες αεί.


Ο ηθοποιός δεν έχει ανάγκη από τεχνάσματα και προστασίες, όταν αξίζει. Πρέπει όμως να έχει μία σχεδόν μεταφυσική πίστη στη δουλειά του, μίαν απόλυτα δική του μυστική ανάγκη να ’ναι αυτό που πρέπει να ’ναι, δηλαδή αληθινός καλλιτέχνης, ανεξάρτητα αν του το αναγνωρίζουν ή όχι. Διαφορετικά θα βουλιάξει μες στις ευκαιρίες του επαγγέλματος και θα χαθεί.
~

Απόσπασμα από τον πρόλογο του Θάνου Κωτσόπουλου στην επανάληψη της ραδιοφωνικής παράστασης του Άμλετ με τον Αλέξη Μινωτή ως Άμλετ και τον Θάνο Κωτσόπουλο ως Κλαύδιο από το Τρίτο Πρόγραμμα.
Τη δεκαετία του ’90 το Τρίτο Πρόγραμμα παρουσίαζε κάθε εβδομάδα ένα θεατρικό έργο από το αρχείο της ΕΡΑ. Την παράσταση προλόγιζε ένας από τους ηθοποιούς της ραδιοφωνικής παράστασης. Όλοι μιλούσαν για το παρελθόν και τις αναμνήσεις τους. Ο Θάνος Κωτσόπουλος ήταν ο μόνος που απευθύνθηκε στους νέους.

Πηγή: Hellas Special – Tέτη Σώλου

 

ëΟ Θάνος Κωτσόπουλος γεννήθηκε στο Αικατερινοντάρ της Ρωσίας, τον Οκτώβριο του 1911 και έφυγε απ’ τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1993.
Ήταν πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1931) και αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1932).

Πρωταγωνίστησε σε μεγάλο αριθμό θεατρικών έργων στο Εθνικό Θέατρο, στο Θέατρο Αθηνών του Κωστή Μπαστιά, στο θίασο Κατερίνας και στο θίασο Βάσως Μανωλίδου – Γιώργου Παπά – Θάνου Κωτσόπουλου. Το 1946 διορίστηκε καθηγητής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και το 1962 ανέλαβε διευθυντής. Στην περίοδο 1967–1973 περιορίσθηκε ως σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.) στα έργα «Θυσία του Αβραάμ», «Αγαμέμνων», «Μάκβεθ», «Βασιλιάς Ληρ», «Φιλάργυρος», «Ερωτόκριτος» κ.ά. Έχει διακριθεί σε ρόλους του αρχαίου Δράματος. Μεγάλη επίσης υπήρξε η συμβολή του στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.Το 1974 συνταξιοδοτήθηκε, αλλά συνέχισε να διδάσκει σε δραματικές σχολές ενώ το 1978 διορίσθηκε διευθυντής του Άρματος Θέσπιδος. Έχει γράψει επίσης τα θεατρικά έργα: «Ο πόλεμος τελείωσε» (Α’ Καλοκαιρινό βραβείο), «Ο Λυτρωμός», «Εδώ δεν είναι Μεξικό», «Ατρείδες». Ήταν μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων.

Tο γραμματόσημό του φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης, για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. ë

 


ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΕΚΠΟΜΠΗ: Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ 
ΤΙΤΛΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ. 
ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΦΙΑΣ, ΜΑΛΑΙΝΑ ΑΝΟΥΣΑΚΗ ΚΑΙ ΘΑΝΟΣ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟΥΣ ΡΑΔΙΟΘΑΛΑΜΟΥΣ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ. 
ΜΕΤΑΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Ε. Ι. Ρ.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Με δανεικό βεγγαλικό

 

Γι’ αυτούς που η νηστεία είναι από ανάγκη κι όχι από θρησκευτική επιλογή…

Γι’ αυτούς που καθόλου δεν ανησυχούν μην βάλουν παραπανίσια κιλά την περίοδο των γιορτών…

Γι’ αυτούς που δεν θα ζήσουν -ίσως ποτέ- μια εορταστική απόδραση στο γραφικό Γαλαξίδι ή σ’ ένα κυκλαδίτικο νησί…

Γι’ αυτούς που δεν αγωνιούν πόσα μποφόρ θα φυσάει στο Αιγαίο τις παραμονές των γιορτών ή αν εξελίσσεται ομαλά η κίνηση στις εθνικές οδούς…

Γι’ αυτούς που αδιαφορούν για τις τιμές του οβελία ή της γαλοπούλας ή το κόστος του γιορταστικού τραπεζιού…

Γι’ αυτούς που δουλεύουν ανήμερα του Πάσχα για να πάρουν το επιπλέον 75% του ημερομισθίου τους…

Ή γι’ αυτούς που δουλεύουν σ’ όλα τα ανήμερα γιατί πρέπει να εξυπηρετήσουν τους υπόλοιπους που απολαμβάνουμε τις αργίες…

Γι’ αυτούς που σηκώνουν ισοβίως το σταυρό της επιβίωσης, δίχως να ελπίζουν σε κάποια επικείμενη Ανάσταση…

Γι’ αυτούς που τα πυροτεχνήματα μιας Ανάστασης ή μιας Πρωτοχρονιάς, ηχούν σαν ανελέητοι βομβαρδισμοί στα μοναχικά τους σπίτια, ή στα δωμάτια που φιλοξενούν τις κουρασμένες τους υπάρξεις…

Γι’ αυτούς που σπρώχνουν ευγενικά τις γιορτές απ’ το κατώφλι τους, γιατί οι γιορτές θέλουν στολίδια και δώρα, θέλουν τις κατσαρόλες γεμάτες και τους φούρνους να ψήνουν αφράτα τσουρεκάκια και θέλουν και παιδάκια χαρούμενα να πλάθουν κουλουράκια με τις μαμάδες τους, θέλουν σπίτια να μυρίζουν ήλιο κι αλεύρι για όλες τις χρήσεις και θέλουν καινούργια παπούτσια και κάρτες αλλαγής και λαμπαδόκουτα και σακούλες γεμάτες να πηγαινοέρχονται στους δρόμους, θέλουν, και τι δε θέλουν οι άτιμες…

Κι άντε να εξηγήσεις στο Λενάκι να μην ανησυχεί, γιατί βγαίνουμε σταδιακά απ’ την κρίση και πως το χρέος είναι ένα τικ βιώσιμο, σε αντίθεση με τον μπαμπά που έσκασε απ’ τη στεναχώρια του γιατί έμεινε άνεργος και πως η μαμά δε γινόταν να είναι κοντά της το βράδυ της Ανάστασης γιατί είχε βάρδια λάντζα στην οικογενειακή ταβέρνα «Η ωραία Ελλάς» και πως τα βεγγαλικά που άκουγε μοναχή της τα μεσάνυχτα απ’ την κοντινή εκκλησία, ήταν για μια Ανάσταση που δεν την αφορά ακόμα…

Και πως το δικό της βεγγαλικό, θέλει πολλές σταυρώσεις ακόμα για να λάμψει.

«Χρόνια πολλά κοριτσάκι μου, να προσέχεις μέχρι να γυρίσω… θα φέρω και λίγη μαγειρίτσα να φάμε παρέα το πρωί… σ’ αφήνω, έχω πολλή δουλειά απόψε… σ’ αγαπώ πολύ…»

Ένα κοριτσίστικο βλέμμα κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου. Ο ουρανός να σκίζεται από πολύχρωμα βεγγαλικά κι οι καμπάνες να παιανίζουν χαρμόσυνα την ανάσταση του Χριστού.

Καρφώνει τα μάτια της ψηλά. «Να έχω κι εγώ ένα βεγγαλικό σε παρακαλώ; Μόνο ένα…»

& & & &

 

ëΑπ’ το βιβλίο μου «Στα παπούτσια των άλλων» - εκδόσεις 24γράμματα

Πέντε χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του, τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Η “ωραία Ελλάς” εξακολουθεί να βγαίνει (πολύ) σταδιακά απ’ την κρίση.

Και οι τηλεοράσεις βοούν το ίδιο βασανιστικό ερώτημα:

«Πόσο θα κοστίσει φέτος το πασχαλινό τραπέζι;» Απευθείας σύνδεση με τη Βαρβάκειο αγορά, δημοσιογράφοι και μικρόφωνα ανάμεσα σε τσιγκέλια με σφαγμένους αμνούς, πηχτό αίμα που ρέει και εμβόλιμες διαφημίσεις με ρουλέτες και καζίνο.

Μόνο το Λενάκι έχει μεγαλώσει, παραιτημένο, ίσως, απ’ την προσδοκία μιας Ανάστασης. ë

 


(Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους)

Τετάρτη 13 Απριλίου 2022

ΠΡΟΣΕΥΧΗ [28ο Συμπόσιο Ποίησης]

 


Κάνω μια προσευχή απόψε

να έχουν όλα τα παιδιά στον κόσμο

χορτασμένο στομάχι

μαλακό κρεβάτι

καθαρά σεντόνια

πουπουλένια όνειρα

παραμυθένιους ήρωες

ακροβολισμένους  στα προσκεφάλια τους

να κάνουν βραδινές περιπολίες

μακριά να κρατήσουν τα βάρβαρα στίφη που

ακονίζουν σημαίες και θρησκείες

στις φάμπρικες του πολέμου

 

φεγγοβολάει έξω η σελήνη

φως-φεγγάρι πως είναι σύμμαχός μας

ο μολυβένιος στρατιώτης δίνει το σύνθημα:

«Όχι άλλες σφαίρες στα παιδικά όνειρα»

Χορτάριασαν οι τρύπες απ’ τα κανόνια σας

φυτρώνουν μέσα τους ολόλευκα γιασεμάκια

 

αυτό είναι το χρέος εμάς των παιδιών

η μοίρα μας αντίκρυ στις κάνες των όπλων σας

τα στήθια μας θα γίνουν λευκά περιστέρια

θα ανακαταλάβουμε την αθωότητά μας

πλημμυρίδες ορμητικές τα ιδανικά μας

θα πνίξουν τις θανατερές σας μεγαλοϊδέες

στο σύνορο της αγάπης μετριέται ο άνθρωπος

εκεί θα σας περιμένουμε με τα φωτόσπαθά μας

άφθαρτα κι αναμάρτητα παιδιά

προσμένουμε την ώρα της έλευσης

απ’ τις βόμβες σας πιο δυνατή θα ηχήσει

η πτώση της πρωινής δροσοσταλίδας

το δάκρυ του Θεού

στο κρινάκι του βράχου.

 

Γενηθήτω το θέλημά μας

Ειρήνη - έαρ παντοτινό - ΑΜΗΝ

 


Συμμετείχε στο 28ο [Αντιπολεμικό] Συμπόσιο Ποίησης που οργάνωσε η Αριστέα μας στο μπλογκ της «Η ζωή είναι ωραία». Αυτή τη φορά νομίζω πως ξεπεράσαμε τον εαυτό μας. Μακάρι να μην υπήρχαν οι αφορμές για αντιπολεμική θεματολογία, και να εμπνεόμασταν στίχους για το καλωσόρισμα της άνοιξης ή τις επερχόμενες πασχαλινές μέρες. Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου τους φίλους που συντρόφευσαν κι αυτό το ποιητικό ταξίδι! Χίλια ευχαριστώ στην οικοδέσποινα για τη φιλοξενία και την υποδειγματική διοργάνωση! Μετά από τόσα συμπόσια που έχουμε μοιραστεί, νιώθω υπερήφανη που ανήκω σ’ αυτή την άτυπη ομάδα ποιητών που, κόντρα στα πολεμικά ανακοινωθέντα, διατηρεί τη συνοχή, τη δημιουργικότητα και τις αξίες της. Να είστε όλοι καλά και η φετινή Ανάσταση του Χριστού να φέρει ειρήνη στον κόσμο και γαλήνη στις ζωές μας

Πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

«Όσα χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια» (*)

 

(Κολοκοτρώνης): }Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη... Θα 'ρθουνε με στεφάνια και τούμπανα... Εγώ θα 'μαι κει πάνω σαν άγαλμα... Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο "Στάσου!"... θα του πω... "Κάθε χρόνο το λόγο τον εβγάνατε εσείς!... Φέτος θα τον βγάλουμε μεις... Και πρώτα πρώτα εσύ, κύριε ρήτορα, της ημέρας... Ελόγου σου δεν είσαι που 'ριξες φυλακή το Νικηταρά; Κρύψε τα χαρτιά σου! Κρύψ' τα π' αναθεμά σε, σπεκουλαδόρε της ελευτερίας γιατί θα σε βάλω να τα καταπιείς και θα στουμπώσει το κωλάντερό σου. .. Κάνε πίσω τώρα...

Για ακούτε, βρε τωρινοί Έλληνες... Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σας το λένε... Κι άμα σας λένε για την ελευτερία που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο μπροστά για να βλέπει τον Τούρκο και δυο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει βα φύγει ο Τούρκος, για να γίνει αφέντης ατός του! Προσέχετε, Έλληνες, εμείς οι παλιοί όσο ζούσαμε πολλά επικραθήκαμε και αδικηθήκαμε, μην αφήνετε τους σπεκουλαδόρους να κάνουνε τους πεθαμένους πολεμιστές κάλπικη μονέδα για να σας πουλάν και να σας αγοράζουνε...Κι αν θέλετε στ΄αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και λησμονήστε μας! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δεν μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς, αγράμματοι, μ' ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θάματα!... Πού 'σαι, ορέ Καραϊσκάκη, να τα πεις καλύτερα!

Εμείς επολεμήσαμε για να 'χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε ζωή ανθρωπινή... 'Ει, Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε  το δικό σας... Πού 'ναι η 3η του Σεπτέμβρη; ... Πού είναι το Σύνταγμά σας; Ο Σεπτέμβρης είναι παιδί του Μάρτη κι εσείς παιδιά δικά μας.Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα και οι ζωντανοί με τα ζωντανά... Εμείς τι άλλο θέμε; Πού είσαι, Καραϊσκο!...  Φλέσσα!... Αντρούτσο... Έμπα μπροστά, γέρο-Πλαπούτα... Άι μπράβο... παίξτε μας ένα τσάμικο...~

[Απόσπασμα από Το μεγάλο μας τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη]


(*) Ο τίτλος της ανάρτησης είναι απ’ το καλωσόρισμα του Νίκου Ξυλούρη 

Το απόσπασμα με το συγκλονιστικό λόγο του Παπαγιαννόπουλου, εδώ

*********************

Για την ιστορία: Καλοκαίρι του 1973, λίγους μήνες πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Μάρνη, λαμβάνει χώρα μια σπουδαία πράξη αντίστασης. Λίγα γνωρίζουμε γι’ αυτήν, ίσως γιατί επισκιάστηκε από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Στις 22 Ιουνίου 1973 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου ανεβάζει στη σκηνή του ανακαινισμένου θερινού θεάτρου «Αθήναιον» το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» και ο κόσμος συρρέει να το δει μετατρέποντάς το σε συλλογική πολιτική διαμαρτυρία εναντίον του καθεστώτος.

Το έργο αποτελούσε συρραφή από θεατρικά σκετς σε ύφος επιθεώρησης που έπαιρναν σαν αφετηρία την ιστορία του νεοελληνικού κράτους, από την Επανάσταση και τον καιρό του Όθωνα, ως τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή και την Αντίσταση. Ανάμεσα στην πρόζα μεσολαβούσαν τα τραγούδια που ερμήνευε ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης, σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη. 

Η σκηνοθεσία ήταν του Κώστα Καζάκου, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Φαίδωνα Πατρικαλάκη και ο διάκοσμος της εισόδου και της θεατρικής απόδοσης της σκηνής του Καραγκιόζη ήταν του Ευγένιου Σπαθάρη. Εκτός απ’ την Καρέζη και τον Καζάκο συμμετείχαν οι ηθοποιοί Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Νίκος Κούρος, Τίμος Περλέγκας, Σπύρος Κωνσταντακόπουλος και ένας μεγάλος θίασος που κρατούσε το ρόλο του λαού-χορωδών. 

Χαρακτηριστικό είναι το σκετς όπου γίνεται λόγος για τη γκιλοτίνα, με τον Ρωμιό να απορεί πώς γίνεται ένα εργαλείο που λανσαρίστηκε από τη Γαλλική Επανάσταση να κόβει εν συνεχεία κεφάλια επαναστατών και τον πρόεδρο του χωριού να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς το κράτος των Αθηνών για τον ερχομό της γκιλοτίνας, καθότι «Με τη γκιλοτίνα συγχωριανοί θα έχομε από δω και μπρος …γλυκύτερον θάνατον!»

πηγή πληροφοριών για την παράσταση: thepressproject

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

Ο γαλαζοαίματος πιερότος

 


(3 χρόνια πριν – απόσπασμα δικαστικού ρεπορτάζ)

Κηφισίας και Πανόρμου, πρωινό 14ης Μαρτίου. Αυτοκίνητο εμβολίζει διερχόμενη. Η άτυχη γυναίκα γλυτώνει το μοιραίο, αλλά μένει παράλυτη. Ο νεαρός οδηγός του οχήματος επιμένει στην τροχαία ότι η γυναίκα παραβίασε κόκκινο σηματοδότη. Στο δικαστήριο που γίνεται μετά από δύο χρόνια, αφού μεσολάβησαν απανωτές αναβολές απ’ την πλευρά του οδηγού, ο συνήγορός του υποστηρίζει ότι το ατύχημα προκλήθηκε με υπαιτιότητα της πεζής που πετάχτηκε στο οδόστρωμα, σαν να επεδίωκε να τραυματιστεί. Οι έντονες διαμαρτυρίες της πολιτικής αγωγής καταρρίπτονται. Η έδρα πείστηκε για το ακαταλόγιστο του θύματος. Θλιβερή φιγούρα στο δικαστήριο, πλάι στη γυναίκα που παρακολουθεί αμίλητη στο αναπηρικό αμαξίδιο, η νεαρή κόρη της που κλαίει διαρκώς και ουρλιάζει για “στημένη δίκη”. Ο Πρόεδρος την αποβάλλει απ’ την αίθουσα. Η δικαστική απόφαση δεν δικαιώνει το θύμα που απαιτεί, τουλάχιστον, αποζημίωση για δαπάνες νοσηλείας. Τουναντίον, τής επιβάλλει καταβολή δικαστικών εξόδων στον αντίδικο. Το γεγονός ότι ο νεαρός είναι γόνος επιφανούς οικογένειας, απασχόλησε νεαρή δημοσιογράφο που ερεύνησε την υπόθεση. Μετά από μεταμεσονύχτια εκπομπή σε κανάλι μικρής εμβέλειας, ο φάκελος σφραγίζεται. Κάποιοι μίλησαν για ωμή παρέμβαση στη δικαιοσύνη και βιαστικό κουκούλωμα. Ο νεαρός, με επιτηδευμένη φιλευσπλαχνία, αποποιείται των δικαστικών εξόδων και δηλώνει δημόσια ότι ουδεμία απαίτηση έχει απ’ τη “συμπαθή γυναίκα”.

«Σιγά τα λεφτά, τόσα ξοδεύω για ένα μπουκάλι προσέκο στο Λίντο», δήλωνε σαρκαστικά στην παρέα του. Λίγο αργότερα, θα πέταγαν ως τη Βενετία για να ζήσουν το απόλυτο ξεφάντωμα στο τοπικό καρναβάλι.

         

Η πρόταση για απόδραση στη Βενετία την θύμωσε. Πώς θα άντεχε στην αχανή αίθουσα του αεροδρομίου; Η αγοραφοβία της επιδεινώθηκε μετά την καραντίνα. Στο βραχύβιο ειδύλλιό τους, το μόνο που μοιραζόντουσαν ήταν το κρεβάτι και βόλτες με το σκάφος του στο Σαρωνικό. Η Σέβη είχε εντυπωσιαστεί απ’ την ερωτική του πολιορκία στη διάρκεια μεσημεριανής εκπομπής. Ως μέλος της συντακτικής ομάδας, η πρωτόβγαλτη τότε ρεπόρτερ, του είχε πάρει συνέντευξη για τη διάκρισή του στα βραβεία επιχειρηματικότητας. Τελικά, υπέκυψε στις ανθοδέσμες με τις φλογερές αφιερώσεις. Το πρώτο τους ρομαντικό δείπνο, κατέληξε σε προσωπικές εξομολογήσεις και τρυφερές περιπτύξεις. Δεν του έκρυψε τα οικτρά οικονομικά της και τις κρίσεις πανικού που την ταλαιπωρούσαν. Κι εκείνος ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο. Την ανάγκη να την προστατεύσει και να την βάλει στον αστραφτερό κόσμο του.

«Το ταξίδι δώρο στο μωράκι μου». Η Σέβη τον θυμόταν συγκινημένη, καθώς προσγειωνόντουσαν στο αεροδρόμιο Μάρκο Πόλο. Μετά από μια στάση στο ιστορικό καφέ Quardi, περπατούσαν αγκαλιασμένοι στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, απολαμβάνοντας το σαγηνευτικό ηλιοβασίλεμα στα νερά της λιμνοθάλασσας. Πολύχρωμα φανάρια στόλιζαν τις πλατείες. Υπαίθριες μπάντες έπαιζαν μουσικές του Βιβάλντι. Ορδές από πιερότους και κολομπίνες αυτοσχεδίαζαν με ηδυπάθεια. Η οργιαστική έκρηξη χρωμάτων ζωντάνευε τους θρύλους και τη μελαγχολία των παλατιών της μικρής πόλης. Μεθυσμένη απ’ το πανδαιμόνιο, δεν αντιλήφθηκε τον Τίμο να καταρρέει στα πόδια της.

Η βενετσιάνικη μάσκα έκρυβε τους μορφασμούς πόνου που, σίγουρα θα είχε, όπως αποφάνθηκαν αργότερα οι γιατροί. Η κυάνωση του προσώπου είναι χαρακτηριστική στη δηλητηρίαση με υδροκυάνιο. Όχι, δεν ήπιαν το ίδιο ρόφημα. «Εγώ καπουτσίνο κι εκείνος ζεστή σοκολάτα. Ζήτησα να δοκιμάσω τη σοκολάτα του που είναι διάσημη σ’ αυτό το μαγαζί και αρνήθηκε. Παραξενεύτηκα…Είχε κρίσεις πανικού. Προφανώς είχε προσχεδιάσει την αυτοκτονία του. Πίσω απ’ τη μάσκα του επιτυχημένου επιχειρηματία κρυβόταν ένα φοβισμένο πλάσμα».

Απαρηγόρητη, πετούσε πίσω στην Αθήνα. Βυθίστηκε στις μνήμες της. Το πρόσωπό του αλλοιωμένο απ’ τους σπασμούς, καθώς του ψιθύριζε: «Για εκείνη τη γυναίκα που σακάτεψες, αγάπη μου». Μυστήριο πώς την αναγνώρισε πίσω απ’ τη μάσκα. Ένα κορίτσι που μυξόκλαιγε στο δικαστήριο, μια νεαρή δημοσιογράφος με μυωπικά γυαλιά σε τηλεοπτική εκπομπή, μια ξανθιά καλλονή που εργαζόταν στην κοσμική στήλη ενός καναλιού. Αύριο κιόλας θα ετοίμαζε ένα σπαραξικάρδιο ρεπορτάζ για τον απροσδόκητο χαμό του γαλαζοαίματου πιερότου.

         

 


To διήγημα συμμετείχε στο δρώμενο «Μια εικόνα 6 λέξεις» που οργανώνει και φιλοξενεί στο ιστολόγιό της ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ, η Mary Pertax.

Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου την οικοδέσποινα για την πρωτοβουλία και την άψογη φιλοξενία στο ζεστό της χώρο. Θερμές ευχαριστίες και στους συνταξιδιώτες φίλους που συμμετείχαν με τις δημιουργίες τους. Εις το επανιδείν λοιπόν!...

 

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

"O κροκόδειλος"

 


Ο «Κροκόδειλος» είναι μια «αληθινή διήγηση περί του πώς ένας κύριος, γνωστής ηλικίας και γνωστής εξωτερικής εμφάνισης καταβροχθίστηκε ζωντανός από κροκόδειλο ευρισκόμενο εντός στοάς, ολόκληρος και χωρίς υπολείμματα, και τι επακόλουθα υπήρξαν εξ αυτού». [*]

Κι όταν το ζώο κατάπιε έναν ολόκληρο άνθρωπο, ο Γερμανός ιδιοκτήτης του δεν σκέφτηκε στιγμή να μαχαιρώσει την ιδιοκτησία του προκειμένου να σώσει μια ανθρώπινη ζωή. Αντιθέτως, το θεώρησε πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αυξήσει το κεφάλαιό του με το σπάνιο αυτό θέαμα. Η κοινωνία δεν αντέδρασε στο παράδοξο αυτό γεγονός, ο Τύπος διαστρέβλωσε εντελώς την αλήθεια κι ο ήρωας βολεύτηκε στα σπλάχνα του ζώου κι αποφάσισε να στριμώξει ισοβίως τις ανάγκες και τις επιθυμίες του εκεί μέσα.

Απ’ τα λίγα σατιρικά έργα του Ντοστογιέφσκι που είναι σαν να γράφτηκε χτες, κι όχι πριν 157 χρόνια.  Το ίδιο παντοδύναμο οικονομικό σύστημα που παραμερίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και επιβάλλει τον τρόπο ζωής και σκέψης. Το ίδιο ασφυκτικό πλαίσιο επιβίωσης, η ίδια παθητικότητα απ’ τους πολίτες-θιασώτες, η ίδια υποκρισία απ’ την δυτικοευρωπαϊκή αστική δημοκρατία.

Ο συνειρμός με την ‘κοιλιά του τέρατος’ που είμαστε ξανά παγιδευμένοι, είναι μοιραίος. Ρητορεύουμε για τους λόγους που βρεθήκαμε εκεί μέσα, επιχειρηματολογούμε για τα οφέλη που αποκομίζουμε απ’ τον δεσμώτη μας, αλλά δεν αρθρώνουμε λέξη για μια ενδεχόμενη έξοδό μας. Ίσα-ίσα που θεωρούμε πως όλα είναι «φυσιολογικά» και εναρμονισμένα με τις επιταγές της οικονομίας. Και δεν παραλείπουμε βέβαια να χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για τα συμπαθή τέρατα που υποχρεώνονται να φιλοξενούν στα σπλάχνα τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Προσφέροντας δωρεάν μια ζεστή στέγη

&

«…Εάν θέλετε μια συμβουλή, τότε πρώτα απ’ όλα αυτή την υπόθεση θα πρέπει να την κουκουλώσετε και να ενεργήσετε, ας πούμε, ως ιδιώτης. Το συμβάν είναι ύποπτο και πρωτοφανές. Κυρίως, μάλιστα, πρωτοφανές, αφού βεβαίως δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα, αλλά και γεγονός που δίνει κακές συστάσεις… Γι’ αυτό, πρώτα απ’ όλα χρειάζεται προσοχή… Ας παραμείνει εκεί μέσα ξαπλωμένος. Χρειάζεται υπομονή, υπομονή…

-Μα τι υπομονή, Τιμοφέι Σεμιόνιτς; Τι θα συμβεί, εάν, ας πούμε, σκάσει εκεί μέσα;

-Μα πως; Μα εσείς, αν δεν απατώμαι, δεν είπατε πως έχει βολευτεί εκεί μέσα και μάλιστα με αρκετή άνεση;…» [*]


[*] αποσπάσματα απ’ το βιβλίο του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι «Ο Κροκόδειλος», εκδόσεις ‘Εντύποις’, μετάφραση απ’ τα Ρωσικά: Β. Μακρίδης


Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

"O Παχύς και ο Αδύνατος" [Α. Π. Τσέχωφ]

 


Στο σιδηροδρομικό σταθμό του τσάρου Νικολάου συναντήθηκαν δυο φίλοι. Ένας παχύς κι ένας αδύνατος. O Παχύς μόλις είχε γευματίσει στο σταθμό, και τα χείλια του, γεμάτα λίπος, γυάλιζαν σαν γινωμένα βύσσινα. Μύριζε κρασίλα κι άρωμα. O Αδύνατος μόλις κατέβηκε από το βαγόνι, φορτωμένος με βαλίτσες, μπόγους και κιβώτια. Αναδινόταν από πάνω του μια μυρουδιά από χοιρομέρι και κατακάθια καφέ. Πίσω από τη ράχη του ξεμύτιζαν μια αδύνατη γυναίκα με μακρουλό πιγούνι, η γυναίκα του, κι ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του.

«Πορφύρη!», αναφώνησε ο Παχύς βλέποντας τον Αδύνατο. «Εσύ; Αγαπητέ μου, αγαπητέ μου! Χρόνια και ζαμάνια!»

«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπε έκπληκτος ο Αδύνατος. «Μίσια! Παιδικέ μου φίλε! Από πού έρχεσαι;»

Oι δυο φίλοι αλληλοασπάστηκαν τρεις φορές έχοντας καρφωμένα ο ένας στον άλλον τα δακρυσμένα μάτια τους. Έμειναν κι οι δυο ευχάριστα κατάπληκτοι.

«Καλέ μου φίλε!», άρχισε να λέει ο Αδύνατος μετά τον ασπασμό. «Πού να το περιμένω! Να, αυτή είναι μια έκπληξη! Κοίταξέ με λοιπόν καλά! Τι όμορφος που ήμουνα! Τι γοητευτικός και δανδής! Αχ, κι εσύ, Θεέ μου! Πώς είσαι λοιπόν; πλούσιος; παντρεμένος; Εγώ, όπως βλέπεις, παντρεύτηκα… Να, αυτή εδώ είναι η γυναίκα μου, η Λουίζα, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή… Κι αυτός είναι ο γιος μου, ο Ναθαναήλ, μαθητής στην τρίτη τάξη. Αποδώ, Ναθάνια, είναι ο παιδικός μου φίλος! Φοιτούσαμε μαζί στο Γυμνάσιο!»

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λιγάκι κι έβγαλε το καπέλο.

«Στο Γυμνάσιο φοιτούσαμε μαζί!», συνέχισε ο Αδύνατος. «Θυμάσαι το παρατσούκλι που μας είχαν βγάλει; Εσένα σε φώναζαν Ηρόστρατο, επειδή έκαψες με το τσιγάρο ένα δημόσιο βιβλίο· κι εμένα Εφιάλτη, γιατί μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης. Χο, χο… Τι παιδιά που ήμασταν! Μη φοβάσαι, Ναθάνια! Πήγαινε κοντά του… Κι αποδώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή».

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λίγο και κρύφτηκε πίσω από τον πατέρα του.

«Λοιπόν, πώς περνάς φίλε;», ρώτησε ο Παχύς κοιτάζοντας με ενθουσιασμό τον φίλο του. «Υπηρετείς ακόμα; Πού;»

«Υπηρετώ, αγαπητέ μου! Έχω τον όγδοο βαθμό, κοντεύει δυο χρόνια τώρα. Πήρα και το παράσημο Στανισλάβα*. O μισθός είναι μικρός… Ε, δόξα να 'χει ο Θεός! Η γυναίκα μου παραδίνει μαθήματα μουσικής, κι εγώ, συμπληρωματικά, φτιάχνω ξύλινες ταμπακιέρες. Πολύ καλές ταμπακιέρες! Τις πουλάω ένα ρούβλι τη μία. Αν κάποιος πάρει πάνω από δέκα, τότε, καταλαβαίνεις, του κάνω και σκόντο. Κάπως τα καταφέρνουμε. Υπηρετούσα, ξέρεις, σ' ένα τμήμα, αλλά τώρα πήρα μετάθεση για εδώ, ως τμηματάρχης, στον ίδιο Oργανισμό… Λοιπόν, εσύ πώς τα πας; Σίγουρα θα είσαι πια σύμβουλος; Ε;»

«Όχι, αγαπητέ μου, ανέβα πιο ψηλά», είπε ο Παχύς. «Έχω ήδη φτάσει μυστικός σύμβουλος… Έχω δυο παράσημα».

O Αδύνατος ξαφνικά χλώμιασε, έμεινε σύξυλος κι αμέσως ύστερα το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σ' ένα πλατύ χαμόγελο. Έδειχνε σαν να έβγαζε σπίθες από τα μάτια και το πρόσωπό του. Το σώμα του μαζεύτηκε, καμπούριασε, στένεψε… Oι βαλίτσες του, οι μπόγοι και τα κιβώτια κουβαριάστηκαν, ζάρωσαν… Το μακρύ πιγούνι της γυναίκας του έγινε ακόμα πιο μακρουλό. O Ναθαναήλ στάθηκε τεντωμένος σε στάση προσοχής και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της στολής του…

«Εγώ, εξοχότατε… Χαίρω πολύ! Φίλος, ας πούμε, παιδικός και να που, ξαφνικά, μεταμορφώνεστε σ' έναν τέτοιον άρχοντα! Χι, χι».

«Φτάνει λοιπόν, πάψε!», είπε μορφάζοντας ο Παχύς. «Γιατί αυτό το ύφος; Εγώ κι εσύ είμαστε φίλοι από παιδιά κι αυτή εδώ η δουλοπρέπεια δεν έχει κανένα νόημα!».

«Προς Θεού… Τι, εσείς…», κρυφογέλασε ο Αδύνατος, ζαρώνοντας πιο πολύ ακόμα. «Η ευμένεια της εξοχότητάς σας… είναι σαν ζωογόνα δροσιά… Να, εξοχότατε, αποδώ ο γιος μου ο Ναθαναήλ… η γυναίκα μου η Λουίζα, Λουθηρανή, ας πούμε…»

O Παχύς ήθελε να αντιδράσει κάπως, αλλά στο πρόσωπο του Αδύνατου ήταν ζωγραφισμένος τόσος σεβασμός, τόση γλυκάδα και τόση ευλαβική ξινάδα, που στον Μυστικό Σύμβουλο έφερναν αναγούλα. Έδωσε το χέρι του στον Αδύνατο να τον αποχαιρετήσει κι έστρεψε τα νώτα του.

O Αδύνατος, πιάνοντας το χέρι, έσφιξε τα τρία δάχτυλα, υποκλίθηκε από το κεφάλι ως τα πόδια και γέλασε χαιρέκακα, σαν Κινέζος: «Χι, χι, χι». Η γυναίκα του χαμογέλασε. O Ναθαναήλ έσυρε το πόδι του σε στάση προσοχής και το πηλήκιο από το κεφάλι του έπεσε κάτω. Ήταν και οι τρεις ευχάριστα κατάπληκτοι.

                   *παράσημο Στανισλάβα: ένα από τα κατώτερα παράσημα της τσαρικής Ρωσίας

 

Ά. Τσέχωφ [μτφρ. Β. Ντινόπουλος, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας)

»»————««

 

Πρωτοδημοσιευμένο το 1883, το σύντομο διήγημα του Tσέχωφ παρουσιάζει με ανθρωπιά, χιούμορ και λεπτή παρατήρηση τις ανθρώπινες σχέσεις (και την αλλοτρίωσή τους) στο περιβάλλον των γραφειοκρατών της τσαρικής Pωσίας. Όντας θερμός οπαδός των νέων ιδεών, σε μια εποχή που η απάνθρωπη μεταχείριση του ρωσικού λαού τον είχε οδηγήσει στη θρησκοληψία, το διχασμό και την αλλοτρίωση, ο Τσέχωφ  καταγράφει με ρεαλισμό αλλά και υπαινικτικό λόγο την καθημερινότητα, προσπαθώντας να συνεισφέρει στην ψυχική και πνευματική ανάταση της κοινωνίας. Ένα απ’ αυτά τα έργα του, είναι ο «Παχύς & ο Αδύνατος». Πίσω απ’ τη φαινομενικά λιτή του διήγηση, κρύβονται ένα σωρό συμβολισμοί. 

Όπως είχε γράψει και ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι: «Μόνο όταν διαβάσεις και ξαναδιαβάσεις τα έργα του Τσέχωφ, μπορείς να ανακαλύψεις τα βάθη που ήταν κρυμμένα κάτω απ’ τη φαινομενικά ασήμαντη επιφάνεια».

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Καταπληκτικά!

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του στη χώρα με τον καταπληκτικό κυβερνήτη, τα καταπληκτικά του έργα και την ακόμα πιο καταπληκτική ποιότητα ζωής. Ο κύριος Τάδε, ένα “τεμάχιο” όπως τον χαρακτήριζαν, πριν χρόνια, στις γερμανικές φάμπρικες, περιφέρεται στους καταπληκτικούς δρόμους της πόλης, με μια μεγάλη σακούλα ανακύκλωσης υπό μάλης. Μετά τις παγωμένες μέρες του χιονιά -Κύριος οίδε πώς δεν τον βρήκαν κοκκαλωμένο στη χαμοκέλα του- η επιστροφή του στην καταπληκτική “κανονικότητα” ήταν μονόδρομος. Σουλάτσο στο δρόμο με τους λογιών λογιών κάδους και αλίευση χρήσιμων αντικειμένων. Ο κύριος Τάδε είναι γρήγορος και πρακτικός. Το έμπειρο μάτι του, αν και θολωμένο απ’ τις κακουχίες, δεν τον πρόδωσε ποτέ. Μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα γραφείου, ένας σαραβαλιασμένος σκελετός κρεβατιού, ένα λιγδιασμένο στρώμα κι ένα σκουριασμένο ερμάριο, ήταν αυτά που κατά καιρούς είχε ξεχωρίσει στα στοιβαγμένα σκουπίδια των καταπληκτικών του γειτόνων.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο κύριος Τάδε έχει επιπλώσει επαρκώς τον καπλαμαδένιο του οικίσκο, στις καταπληκτικές παρυφές μιας ρεματιάς. Σε μια σπιθαμή χωραφιού, προσωρινώς προσφερθείσα απ’ τις δημοτικές αρχές, που ανάλογα τον καιρό, άλλοτε πνίγεται στα λασπονέρια, κι άλλοτε ζέχνει ψοφίμια και καμένα λάστιχα. Εκεί διάγει τον καταπληκτικό του βίο, ο κύριος Τάδε.

Ευθυτενής και χαμογελαστός μπαίνει στο μικρό καφέ της πλατείας, παρατηρώντας με ενδιαφέρον τους λιγοστούς θαμώνες. Κοντοστέκεται κάτω απ΄τη θερμαινόμενη πυραμίδα, τόσο όσο του επιτρέπει ο χρόνος μέχρι να τον αγριοκοιτάξει ο ιδιοκτήτης. Σέρνει αργοκίνητα τα παπούτσια του ένα γύρο στο μαγαζί, κοιτάζει φευγαλέα τις σφολιάτες και τα λαχταριστά κρουασάν μέσα στο θερμοθάλαμο και ρουθουνίζει με ευχαρίστηση τη μυρωδιά του καφέ που σταλάζει αχνιστός σ’ ένα φλιτζάνι. Τα βήματά του είναι βαριά και θορυβώδη. Ένας παρατηρητικός άνθρωπος θα καταλάβαινε πως, σ’ αυτή τη μικρή διαδρομή μέχρι την έξοδο, προπορεύονται τα παπούτσια κι ακολουθούν πιλαλώντας τα πόδια του. Κανείς όμως εκ των θαμώνων δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το αλλόκοτο θέαμα κι έτσι ο κύριος Τάδε αποσύρεται ηττημένος απ’ το προσκήνιο.

Ένα ζευγάρι θεόρατα άρβυλα, ξεχειλωμένα και γδαρμένα, ήταν η λεία της ημέρας. Πόση χαρά πήρε μόλις τα ανέσυρε απ’ τον δημοτικό κάδο με τα είδη ένδυσης και υπόδησης! Του πέφτανε λίγο μεγάλα βέβαια, αλλά για όλα υπάρχει λύση. “Κάποτε θα ήταν στις δόξες τους αυτά τα πατούμενα”, μονολογούσε καθώς παραγέμιζε μ’ εφημερίδες τα κουντεπιέ για να τα φέρει στα μέτρα του. Ικανοποιημένος απ’ το αποτέλεσμα, βγήκε καμαρωτός για την καθιερωμένη του βόλτα, με μια παιδαριώδη διάθεση να δείξει στον κόσμο τα καινούργια του παπούτσια. Είχε αφήσει και τα κορδόνια λυτά, ελπίζοντας, επί ματαίω, πως κάποιος χριστιανός θα του φώναζε “Προσέξτε μην παραπατήσετε, κύριε!

Ο κύριος Τάδε ζει στην καταπληκτική εποχή που η χώρα παράγει ό, τι και πριν εξήντα χρόνια. Πολιτικές φαμίλιες, πέτρες, και οικονομικούς μετανάστες. Μετά από μια καταπληκτική θητεία στις φάμπρικες της Βαυαρίας, επιστρέφει στα πάτρια για να επενδύσει τις οικονομίες του σε μια μικρή επιχείρηση. Στη μεγάλη κρίση με τα μνημόνια και τις απανωτές χρεοκοπίες, αναγκάστηκε να βάλει λουκέτο. Αν είχε το κουράγιο ίσως και να είχε φουντάρει απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού του, πριν το κατασχέσει η τράπεζα. Δεν το έκανε όμως. Διατηρούσε ακόμα μέσα του μικρά αποθέματα ελπίδας.  "Άντε και καλή πατρίδα" ευχόταν επί χρόνια με τους συμπατριώτες του, τους “γκασταρμπάιτερ” όπως τους αποκαλούσαν οι Γερμανοί. Πώς να βάλει λουκέτο σ’ αυτό το όνειρο που τον κράτησε ζωντανό επί χρόνια;

Στην υποτιθέμενη κάμαρά του, κάθεται εξουθενωμένος στην άκρη του στρώματος, βγάζει τα παπούτσια απ’ τα πόδια του, τα στήνει αντίκρυ του, σκύβει και τα παρατηρεί σκυθρωπός. «Χειρότερη φτώχεια είναι η μοναξιά, παιδιά μου. Όλα τ’ αντέχει ο άνθρωπος, εκτός απ’ αυτή τη ρημάδα την αίσθηση πως είναι ανεπιθύμητος». Απόκριση δεν παίρνει, μόνο που τα δυο πελώρια αγριοπάπουτσα γίνονται ορθάνοιχτα στόματα να τον κατασπαράξουν, και τα κορδόνια μαλλιά ξέμπλεκα που ξεχύνονται απ’ τις βρωμερές τρύπες τους.

Στο αυγινό φως της νέας μέρας, ο κύριος Τάδε ξενιτεύτηκε οριστικά και αμετάκλητα. Ποιος να το πίστευε πως από “Προσωρινά φιλοξενούμενος” στη Γερμανία, θα κατέληγε “Άπορος νεκρός” στην πατρίδα;  Άλλο ένα τεμάχιο β’ διαλογής που θα παραχωθεί στο ψυγείο μήπως και βρεθεί συγγενής να το θάψει. Κι ο μόνος καημός του ήταν να μη ταξιδέψει πάλι ανυπόδητος, όπως τότε στην αποβάθρα για το Μόναχο, όταν αναγκάστηκε να δώσει μπαξίσι το ρολόι και τα καινούργια παπούτσια του, σ’ ένα λαμόγιο που τον έβαλε στη λίστα επιβατών. Γι’ αυτό και ο χτεσινός ενθουσιασμός του σαν ανακάλυψε αυτά τα θεόσταλτα άρβυλα, που δεν ήταν παρά το πολυπόθητο εισιτήριό του για τη “γραμμή της ελπίδας(*).  Μετά απ’ την επίγεια κόλαση που έζησε, μπορεί και να του αναλογεί ένας “καταπληκτικός” ουρανός. Μ’ αυτή την ελπίδα έφυγε ξανά. 

Artwork: Vincent Van Gogh  “A Pair of Shoes”

(*) Έτσι έλεγαν οι μετανάστες την αποβάθρα (υπ’ αριθμ. 11) όπου τερμάτιζαν τα τρένα που τους μετέφεραν από Αθήνα ή Θεσσαλονίκη στο Μόναχο. Τα ταξίδια αυτά χαρακτηρίζονταν ως “μεταφορές” απ’ τους Γερμανούς.  Και οι άνθρωποι ως “τεμάχια”.



Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Απ' τη 'Μαρία Νεφέλη' του Ελύτη

 


[…] Ε σεις Κύριοι της Τεχνοκρατίας
λίγο πιο δεξιά παρακαλώ:
κρατήστε μου μια θέση στο Α του Κενταύρου
και πάλι βλέπουμε.

Δυστυχώς και η Γη

με δικά μας έξοδα γυρίζει […]

 

«Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης» του Οδυσσέα Ελύτη

Απόσπασμα απ’ ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ

 

Artwork: Jean Béraud “L'escrimeuse”

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Γάντια εξ ουρανού

 


Τον θυμάμαι νέο, με μαλλιά κατράμι, ψηλό ανάστημα και ζωηρό βλέμμα. Μετράει χρόνια παρουσίας στο κεντρικό φανάρι μιας μεγάλης διασταύρωσης κι οι μέρες που έβρισκε ένα υποτυπώδες μεροκάματο σα χαμάλης στα σπίτια της περιοχής, πέρασαν ανεπιστρεπτί. Στη στενή νησίδα ανάμεσα στα δύο ρεύματα, εκεί είναι το μόνιμο στασίδι του. Στις μεταλλικές εγκοπές της διαχωριστικής μπάρας κρέμεται κάθε πρωί μια πλαστική σακούλα με το βιός του. Ένα μπουκαλάκι νερό και λίγα πακέτα χαρτομάντηλα. Οι κινήσεις του σταθερές σαν καλοκουρντισμένη μηχανή που κινείται ασταμάτητα. Στο ένα χέρι κρατάει χαρτομάντηλα και με το άλλο χτυπάει ελαφριά το μέρος της καρδιά του. Σαν ένα βουβό “ευχαριστώ” στους ελάχιστους αγοραστές της πραμάτειας του, αλλά και στους υπόλοιπους που προσπερνούν αδιάφοροι. Με τα χρόνια άσπρισαν οι κρόταφοί του, κύρτωσε το σώμα του και τα μάτια του γινήκανε δυο θολές λίμνες, κουρασμένες κι απόκοσμες.

«Αλή με λένε», μας είπε χαρούμενος ένα κυριακάτικο πρωινό που σταματήσαμε για λίγο στο πόστο του και πιάσαμε την κουβέντα. Τα λειψά ελληνικά του καθόλου δεν δυσκόλεψαν την επικοινωνία μας, γιατί ξέρει να μιλάει άπταιστα με τα χέρια και την καρδιά του. «Τρία παιντιιά στο πατρίντα, Αλή αγκαπάει πολύ παιντιά. Εφκαριστό, εφκαριστό πολύ». Ξαναγύρισε στη θέση του γνέφοντας ένα ύστατο “ευγνωμονώ”, με τη παλάμη να πάλλεται πάνω στ’ αριστερό του στήθος.  Χαμογέλασε και φώτισε ξαφνικά η μέρα μας. Πόσο παράδοξη αυτή η σκηνή, ν’ ανακαλύπτεις το πιο εκφραστικό χαμόγελο που υπάρχει, ν’ αναδύεται σ’ ένα εύθραυστο πρόσωπο που έχει μαθητεύσει στη θλίψη.

Όση ώρα περιμένω να περάσει η επόμενη φουρνιά αυτοκινήτων για να πλησιάσω τη γνώριμη φιγούρα του, αναρωτιέμαι αν θα ξεπροβάλλει, σήμερα, πρόθυμο χέρι από κανένα κατεβασμένο παράθυρο. “Μ’ αυτό το ψωφόκρυο, αποκλείεται!” στοιχηματίζω με τον εαυτό μου. Το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο επικαλύπτει τις ισχνές αντιστάσεις μου, υπενθυμίζοντάς μου αυστηρά πως ο φονικός χιονιάς επελαύνει απειλητικός στη χώρα. Και πως επιβάλλεται να είμαι επιφυλακή, να προσέχω, να μην κυκλοφορώ ασκόπως, να αποφεύγω συναθροίσεις γιατί καραδοκεί μια υπομετάλλαξη, της κύριας μετάλλαξης, του αρχικού ιού και πως  καλό θα ήταν να κοιτάω το τομάρι μου και μόνο, στα πλαίσια της ατομικής ευθύνης. Αρχίζει να χιονίζει…

Επανέρχομαι έντρομη στην πραγματικότητα. Προσπαθώ να ξεχωρίσω από μακριά τι φοράει σήμερα, να έχει ρίξει άραγε κάτι ζεστό πάνω του; Το γνωστό διαφημιστικό μπουφάν που έχει γεράσει κι αυτό μαζί του. Πρέπει να είναι πάντως από γερό πανί, τόσους χειμώνες και τέτοιο αγιάζι που έχει περάσει πάνω στο βασανισμένο σκαρί του Αλή. Με ανακούφιση διακρίνω κι ένα σκούφο στο κεφάλι του. Την προσοχή μου τραβάνε οι μπλε πλαστικές σακούλες που έχει καλύψει τα χέρια του για να τα προφυλάξει απ’ την παγωνιά. Γύρω απ’ τους καρπούς έχει τυλίξει από ένα λαστιχάκι για να συγκρατεί τα αυτοσχέδια “γάντια” του. Φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν αυτά σε κάθε ριπή του αέρα. Υποκλίνομαι στην ευρηματικότητα που γεννάει η ανάγκη. Για να ξεπεράσω το αίσθημα ντροπής που με κατακλύζει, ετοιμάζω τα κέρματα που θα του δώσω μόλις πλησιάσω κοντά του.

Μεσολαβούν αρκετά αυτοκίνητα ακόμα και, προς επίρρωση των δυσοίωνων προβλέψεών μου, παρατηρώ πως κανένα χέρι δεν ξεπροβάλλει για ν’ αγοράσει ένα πακέτο απ’ τα χαρτομάντηλά του. Κανένα τζάμι δεν χαμηλώνει μπροστά του. Κανένα βλέμμα δεν καταδέχεται να πέσει πάνω του. Σαν να είναι διάφανος. Ξάφνου, μια πύρινη ηλιαχτίδα ξεπροβάλλει απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό και φωτίζει τη σκηνή. Σαν προβολέας από έναν επουράνιο σκηνοθέτη, αόρατο στο γήινο μάτι, υπαρκτό ωστόσο για όσους πιστεύουν στα μικρά επίγεια θαύματα.

Ακούγεται το χειρόφρενο από ένα αυτοκίνητο στην αρχή της ουράς.  Ένας άντρας βγαίνει στο δρόμο και κάνει νόημα στον Αλή να έρθει κοντά του. Του δίνει μια πλαστική σακούλα απ’ τον κοντινό φούρνο, του αφήνει στο χέρι ένα χαρτονόμισμα κι ένα χάρτινο ποτήρι που αχνίζει, και τον χαιρετάει ευγενικά. Πριν μπει στο αυτοκίνητο, ξαναγυρνάει σαν να ξέχασε κάτι. Ο Αλή γυρίζει προς το μέρος του παραξενεμένος. Οι δύο άντρες διασταυρώνουν τις ματιές τους. Το φανάρι έχει γίνει πράσινο κι απ’ τα πίσω αυτοκίνητα ακούγονται κορναρίσματα. Ο άντρας βγάζει τα γάντια του και τα δίνει στον έκπληκτο Αλή. Ένα χτύπημα στον ώμο και ξαναμπαίνει βιαστικός στο αυτοκίνητο. Η σκηνή ξεπαγώνει και η κίνηση επανέρχεται στους γνώριμους ρυθμούς της.

Ο ουρανός ξαναντύνεται τα μουντά του χρώματα κι εκείνη η απρόσμενη ηλιαχτίδα που εμφανίστηκε καταμεσής του χιονιά, είναι ακόμα ριγμένη πάνω στον Αλή. Μέχρι να ξανανάψει το επόμενο κόκκινο φανάρι, έχει το βλέμμα του υψωμένο σ’ αυτή την ξέφωτη λωρίδα που φτάνει ως τον ουράνιο θόλο. Τα μάτια του είναι υγρά, κι αν δεν είχε τόση παγωνιά, ίσως να κυλούσαν τα δάκρυά του.

Τουλάχιστον έχει τα χέρια του προφυλαγμένα. Τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ακουμπούν το χέρι τους σ’ έναν απεγνωσμένο ώμο. Τουλάχιστον υπήρξαν αυτοί οι λίγοι που κράτησαν ενός λεπτού σιγή στο δράμα του ξεριζωμένου συνανθρώπου. Τουλάχιστον κρυώνω λιγότερο σήμερα…  

 

artworks : buckhead1111

 


 Το κείμενο φιλοξενήθηκε στον ιστότοπο ΑΤΕΧΝΩΣ