Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

Παράθυρα

 


Ανοίξτε τα κορμιά με τα νύχια

ανοίξτε το φλασκί με το γλυκό κρασί

ανοίξτε τα βλέφαρα πόρτες

ανοίξτε τ’ ανοιχτά παράθυρα

ανοίξτε τα λειψά και μισοφώτιστα δωμάτια

ανοίξτε τις σιωπές

 

ανοίξτε τα ουράνια τοπία

ανοίξτε τις υπέροχες μήτρες

ανοίξτε τα καλαίσθητα λευκώματα

ανοίξτε τις κάμαρες των αναμνήσεων

ανοίξτε τα πρόσχαρα κελάρια

ανοίξτε τις παράφωνες νότες

τα τριαντάφυλλα των γιορτινών αποφοιτήσεων

τις πέτρινες μοναξιές

το λιβάνι και την σμύρνα

τις μορφές του φθινοπωρινού ύπνου

τα τσακισμένα μυστικά

τις ψευδείς ευδιακρισίες

 

ανοίξτε τις απαγορευμένες πλατείες

ανοίξτε τους πόνους της ίασης

ανοίξτε τους πύρινους χορούς

ανοίξτε τα παιδικά μας πρωτολόγια

τις αγκαλιές που δεν ήταν αγκαλιές

τα ρεφρέν από τα παλιά τραγούδια

το χρώμα και το αλάτι της σκουριάς

 

ανοίξτε τα γλυκοθώρητα αγόρια

ανοίξτε τα γλυκοθώρητα κορίτσια

ανοίξτε τους αξεδιάλυτους πόθους

ανοίξτε την κραυγή σας στην άκρη της σιωπής σας

ανοίξτε τα ματωμένα όνειρα

ανοίξτε τα εργαλεία της δουλειάς

ανοίξτε τα ουράνια τόξα

ανοίξτε τα χαϊδεμένα δρεπάνια

ανοίξτε τα χαριτωμένα κορίτσια

 

ανοίξτε τα σκουριασμένα σφυροδρέπανα

ανοίξτε τις κάσες των άδικων νεκρών

ανοίξτε την χωματένια απληστία

ανοίξτε τις διασκεδάσεις των αχρείων

ανοίξτε τα χασμουρητά των αθλίων

ανοίξτε τα χοιροστάσια των πλουσίων

 

ανοίξτε τα πλεχτά καλάθια με το τυρί

ανοίξτε τις στεγνές στημένες βρύσες

ανοίξτε το ράμφος της ηδονής

ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν Φλεβάρη

ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να την θυμίζουν

ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να λησμονηθούν

ανοίξτε τα σφαλισμένα χείλη

τις αποθήκες με τις κραυγές

τις αποθήκες με τα ποιήματα

το εύμορφο στόμα

το αμαρτωλό νερό

το ανευχάριστο όνειρο

την στενάχωρη θάλασσα

 

ανοίξτε τις ευδαιμονικές μουσικές

ανοίξτε το παραμύθι με τους νεκρούς μας φίλους

ανοίξτε τα μαξιλάρια με τα πούπουλα

ανοίξτε τους ανασασμούς των κρίνων

ανοίξτε τα γράμματα της φυλακής

ανοίξτε όλες τις φυλακές

 

ανοίξτε τα πορτοφόλια των διαβόλων

 

ανοίξτε τις ζωές των νοικοκυραίων

ανοίξτε τα παντελόνια των τραπεζικών

 

ανοίξτε τις βαριές ψυχές της Κυριακής

ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών

ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών

ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών

και κλείστε την τηλεόραση 


*** Θάνος Ανεστόπουλος ***

Και να που βγήκες πάλι αληθινός. Έγινε η απώλεια συνήθειά μας κι εμείς γιατροπορευόμαστε με κάτι βραδιές στην Απανεμιά, όταν μας μάθαινες την τέχνη της μελαγχολίας. Βασικό συστατικό η αγάπη. Κι ο έρωτας. Η δημιουργία. Η αξιοπρέπεια. Η αλήθεια. Μελαγχολούσαμε ευτυχισμένοι. Ήταν τότε που τα δάκρυά μας έκαναν κρότο κι ο αποχαιρετισμός είχε τον υπαινιγμό μιας μικρής ανάστασης, όπως τα κρίνα που επιμένουν ν’ ανθίζουν διάφανα, σε πείσμα των καιρών, εσύ θα μας καλείς να πιούμε τη ζωή, μιλώντας μας για τον θάνατο, «μήπως και αφήσουμε λιγότερο από τη ζωή μας να πάει χαμένη…»

Τέτοιες μέρες που ο πόνος σκαλίζει τις ψυχές μας, είναι κάτι μνήμες-βάλσαμα να μας θυμίζουν πως ο ρομαντισμός, μπορεί να σώσει την παρτίδα. Πλάι στο μικρό φωτιστικό, ανάβεις τσιγάρο, στερεώνεις τα γυαλιά σου, τακτοποιείς τις παρτιτούρες, αγγίζεις την κιθάρα σου και απαγγέλεις Πολυδούρη και Μπουκόβσκι. Οι φόβοι μας σκαρφαλώνουν στο ταβάνι, το τρυπάνε με θόρυβο και διαλύονται σα γιορτινά βεγγαλικά. 


}Άραγε θα θυμάται κάποιος τ’ όνομά μας

της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια 

τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας;

Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας! ~*

 


Στο βίντεο, ο Θάνος στη μπουάτ Απανεμιά στην Πλάκα (2012)

*Απ’ το τραγούδι “Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου”. Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου - Μουσική: Διάφανα Κρίνα

Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους

 


 Θάνος Ανεστόπουλος (1967 – 3 Σεπτεμβρίου 2016). Φιλόσοφος, ποιητής, καλλιτέχνης, ιδρυτής της μπάντας Διάφανα Κρίνα. Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη τον Φεβρουάριο του 1967 και έφυγε χτυπημένος από καρκίνο στις 3 Σεπτεμβρίου 2016. «Έφυγε ένα πένθιμο του Φθινοπώρου δείλι»



Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Το χαλασμένο “Πι”


Στέρεψε το μελάνι μου. Μ’ όσο έχει  α-ομείνει στα σ-λάχνα μου, σου γράφω αυτό το τελευταίο γράμμα.

Γέρασα. Σκουριάζουν οι κλειδώσεις και τα γρανάζια μου αραχνιάζουν. Ως κι ο ατσάλινος κύλινδρος, το καμάρι της νιότης μου, δεν μετακινείται εύκολα. Α-ό τότε -ου χάλασε ο καλός του σύντροφος, εκείνος ο αστραφτερός τσιγκελωτός μοχλός -ου τον έσπρωχνε ν’ αλλάξει αράδα, αφέθηκε κι αυτός στην ακινησία. Τι τα θες; Όλα ξεκίνησαν τότε -ου μ-ήκε ανάμεσά μας η ηλεκτρική, αν και μαθαίνω -ως κι αυτή την εγκατέλειψες για χάρη μιας -αρδαλής οθόνης. Μέχρι να τη βαρεθείς κι αυτή και ν’ αναζητήσεις νεότερα μοντέλα.

Μαθαίνω βέβαια, ότι νοστάλγησες την -αλιά μας σχέση και ψάχνεις να με βρεις στα -αλιατζίδικα -ου μ’ είχες ξε-ουλήσει. Μη χάνεις άδικα το χρόνο σου. Και να με βρεις, δεν θα μ’ αναγνωρίσεις έτσι -ου έγινα. Δεν σε θέλω κι εγώ τώρα. Μόνο -ου σκέφτομαι εκείνα τα λογιστικά σου κατεβατά, τους ισολογισμούς με τα καρμ-όν και τις καρφίτσες, ανατριχιάζω! Βαρέθηκα να -αριστάνω και τον εξομολογητή σου, ν’ ακούω καρτερικά τα  μυστικά σου, να εξυ-ηρετώ τα ερωτικά σου γράψε-σκίσε, κι όλα αυτά δίχως α-αιτήσεις, μόνο με λίγο λαδάκι την ξε-έταξες τη σχέση μας. Και τι κατάλαβα;  Στην -ρώτη αναβάθμιση μ’ αντάλλαξες, δίχως δεύτερη σκέψη, μ’ εκείνη τη φανταχτερή Αμερικάνα. (*)

«-ου να μαδήσει η μαργαρίτα σου, ξεδιάντρο-η!» την είχα καταραστεί τότε -ου σε είδα να την χαϊδεύεις λάγνα. Ελ-ίζω να έ-ιασε η κατάρα μου!

Ό-ως κατάλαβες, χάνω και τα -λήκτρα μου σιγά σιγά… σα γριά ξεδοντιάρα μοιάζω. Τελευταία μου ελ-ίδα να ξεφύγω α-‘ αυτό το καταγώγιο, είναι ένας ευγενικός κύριος -ου μαζεύει γριές μηχανές σαν κι εμένα. Με -αζαρεύει, μέρες τώρα, στο αφεντικό μου. Άκουσα -ως είναι ένας διάσημος συλλέκτης και αγοράζει μανιωδώς -αλιά μοντέλα. «Θ’ αλλάξει η ζωή σου!», μου κρυφο-ληκτρολόγησε μια καλοσυντηρημένη Γερμανίδα Olympia,  στην έκθεση με vintage αντικείμενα -ου συμμετείχαμε -ρόσφατα.

Αν είμαι τυχερή, σε λίγο θα βρεθώ στα χέρια του. Θα με ξαραχνιάσει, θα με γυαλίσει και θα μου αλλάξει λάδια και μελάνια. Θα με στολίσει στη βιτρίνα του, κοντά στις ένδοξες γραφομηχανές της συλλογής του. Θ’ ακούω τις ιστορίες τους και θα βιώνω συγκινημένη την αίγλη των κατόχων τους.

Ταξίδι στο χρόνο και γύρω στο 1873, θ’ ακούσω τα -λήκτρα της ατσάλινης μηχανής του Μαρκ Τουέιν, όταν ετοίμαζε το -ρώτο δακτυλογραφημένο κείμενο του “Τομ Σώγιερ”.


Θ’ αφουγκραστώ την -αλιά
underwood του 1926, όταν κυοφορούσε στα σ-λάχνα της το αριστούργημα του Έρνεστ Χεμινγουέι «Για -οιον χτυ-ά η καμ-άνα».


Θα κρυφτώ στον Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς.  Σε μια υγρή φτωχογειτονιά της Νέας Ορλεάνης, στους ήχους ενός θλιμμένου τζαζ κοματιού,  θα τον δω να βάζει ενέχυρο τη γραφομηχανή του για ν’ αγοράσει λίγο φαγητό. Του την είχε δωρίσει η τυραγνισμένη του μητέρα, όταν ήταν δέκα χρονών, κι ήταν αυτή -ου έμελλε να γράψει το «Λεωφορείον ο -όθος».


Κι ένα χειμωνιάτικο δειλινό, θα ταξιδέψω στο Όριεντ Εξ-ρές, συντροφιά με την Άγκαθα Κρίστι. Στο κου-έ του τρένου, θα μας -εριμένει ένας Βέλγος ντέντεκτιβ κι ένα μυστηριώδες έγκλημα.


Κι αν μ’ αξιώσει η μοίρα μου, θα συντροφεύσω ένα ξενύχτι του μεγάλου μας Ελύτη. Στη γεμάτη με βιβλία μικρή του κάμαρα, θα συλλογιέται στίχους, σαν να βρίσκεται στη γέφυρα ενός καραβιού, καταμεσής στο Αιγαίο, με τη γεύση της αλμύρας και τις μυρωδιές του καφέ και του τσιγάρου, θα χαράζει αφειδώλευτα στο χαρτί τ’ άφθαρτα έργα του.

} Τα όσα η μοίρα μου ‘γραφε
κι άλλος κανείς δεν ξέρει,
τα βρήκα μέσα στον καφέ,
τα διάβασα στο χέρι…
~

Αθήνα 1972. Ο Ελύτης μπροστά στη γραφομηχανή του. Photo:ΜΑΡΙΟ ΒΙΤΙ 

Είναι γιατί λαχταρώ, ακόμα και με το σακάτικο σώμα μου, κι ας έχω ένα γράμμα λειψό, να σκαλίζω λέξεις φωτεινές: 

«Ειρήνη, θάλασσα, ήλιος, γλάρος, βράχος, ξωκλήσι, εικόνισμα, λιβάνι, αμμούδα, ελιά, δαφνόφυλλα…» 

να μένουν σαν αναμμένα λυχναράκια στο διάβα του χρόνου. Να μη χαθούν οι μνήμες, να μη γίνουν ένα μάτσο λαμαρίνες τα κορμιά μας.

~ { 

[*] Γραφομηχανὴ IBM Selectric ΙΙ που κυκλοφόρησε μετά το 1960. Οι δεκάδες βραχίονες με τους χαρακτήρες, έτσι όπως υπήρχαν στις παλιές γραφομηχανές, αντικαταστάθηκαν από μια σφαιρική κεφαλή (μαργαρίτα), μεγέθους όσο μια μπάλα του γκολφ, με ανάγλυφους χαρακτήρες στην επιφάνειά της.

-----------------------------------------------


Το κείμενο συμμετέχει στη Mίνι Σκυτάλη” #2, που οργανώνει η Mary Pertax απ’ το ιστολόγιό της ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ

Ευχαριστώ τους φίλους “σκυταλοδρόμους” για το κοινό μας ταξίδι πάνω σε φωτογραφίες και κείμενα!

Μεγάλο ευχαριστώ στην εμπνεύστρια και ψυχή του παιχνιδιού, την Μαίρη μας!


*** Ευχές για μια άνευ παθών Μεγαλοβδομάδα, με την κατάνυξη των ημερών να μας χαρίζει φώτιση και εσωτερική ηρεμία ***

 [Σημ. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2021

Το τίμημα για να είσαι Έλληνας

Την Πέμπτη ήταν κιόλας τρεισήμισι μέρες που βρισκόμουν εκεί. Δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου εδώ και πενήντα οκτώ ώρες, μα εξακολουθούσα να μην πεινάω. Οι φωνές και οι απειλές του Θεοφιλογιαννάκου και η αγωνία μου για τα πρόσωπα που κινδύνευαν ίσως να συλληφθούν μου έφερναν συνεχώς διάθεση για εμετό. Κατά τις δέκα ο Θεοφιλογιαννάκος με κάλεσε και πάλι, αυτή τη φορά για να μου κάνει μια πρόταση: 
-Μιλήσαμε με τον πρωθυπουργό για σας, μου είπε, και με ποιο τρόπο είναι δυνατό να σας εμποδίσουμε να κάνετε κι άλλο κακό στην πατρίδα μας. Αποφασίσαμε ότι θα είστε λιγότερο επικίνδυνη αν φύγετε στο εξωτερικό. Κάντε μας λοιπόν μια μικρή λίστα των πραγμάτων που θέλετε, να τα βάλουν σε μια βαλίτσα και να σας συνοδέψουμε στο αεροδρόμιο. Πιθανόν να γράψετε κανένα άρθρο, θα πείτε τα δικά σας για λίγο, και ύστερα θα μπείτε στη χορεία των άλλων αλητών, της Ελένης Βλάχου και των άλλων. Τον ρώτησα αν αυτό εσήμαινε ότι θα χάσω την ελληνική μου υπηκοότητα.

-Βεβαίως, είπε. Κάθισα πίσω στην καρέκλα μου πιο αναπαυτικά. Ένιωθα τώρα δυνατή.

-Με τη θέλησή μου ποτέ δεν φεύγω, είπα. Έμεινε κατάπληκτος. Μου μίλησε για τα μαρτύρια που επρόκειτο να τραβήξω στο ΕΑΤ – ΕΣΑ κατά τις επόμενες μέρες ή βδομάδες της ανακρίσεως, μαρτύρια για τα οποία δεν είχα ιδέα, και για την τελική δικαστική απόφαση που θα μ’ έστελνε για χρόνια στη φυλακή να σαπίσω.

-Σας συνιστώ ζωηρώς να δεχθείτε την προσφορά τώρα που σας την κάνουμε. Πιστέψτε με πως γλιτώνετε από πολλά οδυνηρά πράγματα.

-Φαίνεται πως το τίμημα για να είσαι Έλληνας είναι πολύ μεγάλο, μα δέχομαι να το καταβάλω, απάντησα.

-Θα το μετανιώσετε πικρά, μου είπε

Η Αμαλία Φλέμιγκ περιγράφει το διάλογο που είχε με τον Θεοφιλογιαννάκο κατά τη διάρκεια της σύλληψής της από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου.

“ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ- Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Πηγή

Η Αμαλία Φλέμινγκ, χήρα του ονομαστού εφευρέτη της πενικιλίνης δόκτορος Αλεξάνδρου Φλέμινγκ, εκτός από Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων (ΣΕΕ), δραστηριοποιήθηκε για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα δικαιώματα των γυναικών και την ειρήνη: Διεθνής Αμνηστία (πρώτη πρόεδρος του ελληνικού τμήματος), Δημοκρατική Μέριμνα, Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Επιτροπή για τον Επαναπατρισμό των Πολιτικών Προσφύγων, Επιτροπή για την απελευθέρωση του Τουρκικού λαού και τη Δημοκρατία. Το 1965 τιμήθηκε με το παράσημο Ευποιίας.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και συνελήφθη τον Αύγουστο του 1971, με την κατηγορία ότι σχεδίαζε την απόδραση του Αλέκου Παναγούλη. Ανακρίθηκε 25 ημέρες, βασανίστηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών.

Η δικτατορία όμως φοβούμενη τον αντίκτυπο που θα είχε στη διεθνή κοινότητα η φυλάκισή της, την άφησε ελεύθερη και την απέλασε, ενώ της αφαίρεσε και την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στο Λονδίνο απ’ όπου ξαναγύρισε μετά την πτώση της δικτατορίας. Κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη των βασανιστών του ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη χρήση παραισθησιογόνων και άλλων ουσιών κατά τη διάρκεια ανακρίσεων στην περίοδο της χούντας.

Η Αμαλία Φλέμινγκ στη δίκη της από τη χούντα -ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ASSOCIATED PRESS

Υ.Γ. Ημέρα μνήμης η σημερινή. Δεν ξεχνάμε τους "ψυχικά νοσούντες" κατά το παραληρηματικό αφήγημα της κας Δόμνας Μιχαηλίδου (της φεγγαροκρουσμένης), δεν ξεχνάμε την ταράτσα της Μπουμπουλίνας, το στρατόπεδο του Διονύσου, τις φάλαγγες στο καταδρομικό Έλλη, τις φυλακές στο Μπογιάτι, το κολαστήριο της ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Δεν ξεχνάμε τον Παναγούλη, τον Μουστακλή, τον Λαμπράκη, τον Μανδηλαρά, τον Κώστα Γεωργάκη, την Μαρία Καλαβρού, τον Χρήστο Ρεκλείτη, την Μαρία Καλλέργη, κι όλους τους ήρωες που στρατεύτηκαν για την ειρήνη και τη δημοκρατία και γι' αντάλλαγμα βίωσαν την απόλυτη βαρβαρότητα των "εθνοσωτήρων".

Δεν ξεχνάμε και δεν συγχωρούμε!

«Τότε που κοιμόμασταν… αμέριμνοι με τα παράθυρα ανοιχτά»


[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ' το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Οι ευεργετικές ιδιότητες της σόδας

«Πώς εξαφανίζετε τοπικό λίπος με μαγειρική σόδα», έγραφε ο τίτλος του άρθρου. Αμέσως βάλθηκε να ετοιμάσει το μαγικό φίλτρο που, ίσως, να τη λύτρωνε απ’ την κυτταρίτιδα που κουβαλούσε παιδιόθεν. Δεν πρόσεξε η τρελή, πως το κείμενο αναφερόταν στα μάτια της κουζίνας.

«Το μόνο που αξίζει πάνω σου, είναι τ’ αμυγδαλωτά σου μάτια, αγάπη μου». Το μοναδικό ξεροκόμματο φιλοφρόνησης που, ενίοτε, της πέταγε η μητέρα της. Κι ήταν το μοναδικό σημείο πάνω της, που η Γωγώ δεν ντρεπόταν. Κι ας ήταν δυο μελαγχολικές λίμνες, μονίμως βουρκωμένες απ’ την απογοήτευση και την παραίτηση. Η μητέρα ήταν όλος ο κόσμος της, οικογένεια, φίλη και σύμβουλος. Ο πατέρας της έλειπε συχνά απ’ το σπίτι, «για δουλειές κοριτσάκι μου», της έλεγε όταν ήταν μικρή, αργότερα βέβαια κατάλαβε πως είχε παραδοθεί αμαχητί στη σκληροτράχηλη Βανέσα, τέως εστεμμένη ασήμαντων καλλιστείων και νυν παραφουσκωμένη μεσήλικας με παλιμπαιδίζουσες συμπεριφορές. Ήταν συνειδητή επιλογή να παίξει το ρόλο της φίλης, και όχι της μητέρας, όταν βρέθηκε μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Κι ας την προειδοποιούσαν όλοι πως αυτό το ανακάτεμα των ρόλων δεν θα βγει σε καλό.

«Ανακατεύετε μια κούπα σόδα, με ξύδι και χυμό λεμονιού. Τρίβετε επίμονα με σφουγγάρι, κι αφήνετε για λίγο. Ξεβγάζετε με ζεστό νερό». Ως εκεί διάβασε. Ετοίμασε το κατάπλασμα κι άρχισε να τρίβει με λύσσα τα μπούτια της. Σαν να είχε βαλθεί να ξεκολλήσει απ’ το δέρμα της όλα τα επικριτικά σχόλια που κουβαλούσε το εικοσάχρονο κορμί της. «Πώς θα βγεις στην παραλία έτσι που είσαι, βρε, μάτια μου; Πώς θα βάλεις  ένα κολλητό φορεματάκι; Κι άμα γεννήσεις και γεμίσεις ραγάδες, άντε να συμμαζευτείς μετά. Μα τίποτα δεν πήρες από μένα;»

Tίποτα δεν έγινε. Τα έγδαρε στο τρίψιμο, μέχρι που μάτωσαν και γέμισαν πληγές. Τα ξέπλυνε με νερό και κοιτάχτηκε έντρομη στον καθρέφτη. Το κορμί της έμοιαζε γέρικο σκαρί, παραδομένο να το κουρσέψουν οι ενοχές και η αυτολύπηση. Με την αυτοπεποίθησή της κατακερματισμένη, συμμάζεψε τα σύνεργα της αποτυχημένης απόπειρας, έριξε στο νιπτήρα το ζουμί που  περίσσεψε, κι ανακάλυψε έκπληκτη τη χρησιμότητά του, όταν είδε το σιφόνι ν’ αφρίζει και να ξαναγίνεται γυαλιστερό και πεντακάθαρο από κηλίδες και βρομιές.

Επί ώρες αναποδογύριζε μανιασμένη τα συρτάρια, ξεκλείδωνε αμπαρωμένα όνειρα, έψαχνε κλεμμένα χρόνια, αγχωμένα καλοκαίρια, κι όλο έτρεχε να σωθεί απ’ τη μητρική ιαχή «Πώς ξεχείλωσες έτσι, βρε, αγάπη μου;» Αδυνατιστικές κρέμες, μαγικά χάπια που κόβουν την όρεξη, μαντζούνια θαυματουργά και παχύρευστοι ζελέδες, έγιναν ένας μπόγος πάνω στο κρεββάτι της. Αργά τη νύχτα τα κήδεψε στον κάδο σκουπιδιών. Προς στιγμή μόνο, ένιωσε το λυγρό αποχωρισμό απ’ τη μητέρα της. Ο μπόγος αιωρήθηκε για δευτερόλεπτα πάνω απ’ τη  σιδερένια χοάνη, μέχρι που ρίχτηκε μ’ έναν ταφικό σπαραγμό:

«Ευχαριστώ που δεν σου άρεσα, μαμά!»

Τίναξε χαιρέκακα τις παλάμες της, σαν να ξεφορτώθηκε ένα σιχαμερό κουφάρι. Ξημέρωμα μιας νέας μέρας κι ένιωθε πανάλαφρη κι απελευθερωμένη απ’ τα βαρίδια του παρελθόντος. Σαν να καθάρισε επιτέλους τους λεκέδες που μαύριζαν την ψυχή της. Θυμήθηκε τον παφλασμό της σόδας στο σιφόνι του μπάνιου. «Τελικά έχει θεαματικά αποτελέσματα», σκέφτηκε. Θα την χρησιμοποιώ τακτικά…

(Ένα χρόνο μετά, η Γωγώ συμμετείχε στην καμπάνια «Αγαπώ το σώμα μου»)

[οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το pinterest]

-------------------------------------------------------------------------------

To κείμενο συμμετείχε στο δεύτερο κύκλο του δρώμενου «Τα γνωμικά εμπνέουν» που οργανώνει και φιλοξενεί στο ιστολόγιό της ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ η Mary Pertax.

Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου την οικοδέσποινα, για την έμπνευση, τη διοργάνωση και τις φροντίδες της! Ευχαριστώ και τους φίλους που το αγκάλιασαν και του χάρισαν τη διάκριση! 

Εύχομαι γρήγορη συμφιλίωση με όσα βαραίνουν την ψυχή μας!


 

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Μια επιστολή απ’ τα παλιά

 

«Μέσα σ’ αυτή τη φοβερή στιγμή της παγκόσμιας κρίσης πλήθυνε το κακό, που ήτανε πάντα πολύ, μεγάλωσε η αθλιότητα των απαθλιωμένων ανθρώπων. Ο εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικροεπαγγελματίας, ο υπάλληλος ζούνε μέσα σε μια αδιάκοπη αγωνία.

Από τη μια βλέπουνε το πενιχρό τους μεροδούλι να γίνεται κάθε μέρα λιγότερο, τη στιγμή που όλα ακριβαίνουν, ή βλέπουνε τα λιγοστά προϊόντα του ολόχρονου μόχθου τους να μένουν απούλητα ή να πουλιούνται σε τιμές εξευτελιστικές.

Από την άλλη, κάθε μέρα κρούει την πόρτα τους το σκιάχτρο της αναδουλειάς με τη συντρόφισσά της, την πείνα. Και σ’ όσα σπίτια μπει μέσα το μεγάλο κακό ρημάζουνε πια.

Άγριος πόλεμος κοινωνικός έχει ξεσπάσει και οι πεινασμένοι διεκδικώντας τα πιο απλά δικαιώματά τους στη ζωή, γίνονται θύματα κι από τούτη την πλευρά. Μα απ’ όλους τους κυνηγημένους και τους απόκληρους τα τραγικότερα θύματα είναι τα παιδιά. Το παιδί του προλετάριου, το παιδί του φτωχού αγρότη, το εργαζόμενο παιδί, το παιδί του βιοπαλαιστή ήτανε πάντα σε θέση σκληρή και μειονεκτική. Μα τώρα έγινε πια η μοίρα του αβάσταχτη.

Η φτωχή μάνα, που είναι υποχρεωμένη να δουλεύει από την αυγή ως τη νύχτα μακριά από το σπίτι της, αφήνει τα παιδιά της ολημερίς στο έλεος του δρόμου., του διαβάτη και της γειτόνισσας, τ’ αφήνει να κυλιούνται στη λάσπη και στο χώμα για να τους φέρει το βράδυ λίγο ψωμί, χωρίς να προφταίνει και χωρίς να μπορεί ούτε μια ματιά να τους ρίξει, σκοτωμένη καθώς είναι από την κούραση.

Κι αν η μάνα μένει στο σπίτι, πού να προφτάσει ο πατέρας ν’ αντικρίσει το έξοδο για τα παιδιά με το μικρό του μεροκάματο. Κι αν δεν έχει δουλειά ούτε η μάνα ούτε ο πατέρας, γιατί είναι άνεργος ή απεργός; Ξυπολυσιά και αρρώστια και πείνα και κρύο και ακαθαρσία και αμορφωσιά και βούρκος και βάσανα σωματικά και κόλαση ψυχική, είναι η μοίρα των φτωχών παιδιών. Διπλή και τριπλή εκμετάλλευση, ξύλο και εξαθλίωση και εξαχρείωση γεμάτη είναι η ζωή του εργαζόμενου παιδιού.

Το πικρότερο κατακάθι της προλεταριακής δυστυχίας αυτά το πίνουν, το μαρτυρικό στεφάνι αυτά το φορούν. Τα φτωχά παιδιά είναι των σκλάβων οι σκλάβοι, των πεινασμένων οι πεινασμένοι, των παγωμένων οι παγωμένοι, των άρρωστων οι άρρωστοι, των απόκληρων οι απόκληροι. Αυτά μπαίνουνε στην κόλαση με το πρώτο αντίκρισμα της ζωής. Την ηλικία της χαράς, της ξενοιασιάς και του γέλιου αυτά δεν τη γνωρίζουν.

Απέναντι στην απέραντη τούτη τραγωδία, που πλημμυρίζει τα σκοτεινά υπόγεια και τις υγρές αυλές μέσα στις πολιτείες, τα χαμόσπιτα των συνοικισμών και τις καλύβες της αγροτιάς σ’ όλη τη χώρα, η βοήθεια που η επίσημη και ιδιωτική φιλανθρωπία καταπιάνεται να δώσει δεν είναι ούτε σα σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι. Τα ελατήριά της άλλως τε δεν είναι καθαρά. Για να υπάρχει της χρειάζεται να υπάρχουνε θύματα. Ο φτωχός εργαζόμενος λαός που είναι το θύμα, και τα παιδιά που είναι διπλά θύματα, πρέπει να ζητήσουνε και να βρούνε τη βοήθεια και την απολύτρωση από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Δεν πρέπει να περιμένουν τη σωτηρία τους από την άλλη πλευρά. Και του πιο αδύνατου η δύναμη διπλασιάζεται, όταν ενώσει τη λιγοστή του μπόρεση με την προσπάθεια των συντρόφων του. Όταν ο εργάτης , ο αγρότης, ο φτωχός εργαζόμενος λαός νιώσει μιαν ολοκληρωτική αλληλεγγύη να τον ενώνει με όλους τους συντρόφους του στη δυστυχία και μέσα στα σύνορα της χώρας κι όξω απ’ αυτή σ’ όλες τις χώρες της γης, και όταν κινηθεί ομόψυχα και ολόψυχα να βοηθήσει τον εαυτό του και τους άλλους, τότε θα βρει το δρόμο της ανακούφισης και της σωτηρίας. Αλληλεγγύη των δυστυχισμένων! Να το σύνθημα μιας καινούργιας δράσης, που μπορεί να φέρει τα πιο χειροπιαστά αποτελέσματα. Αλληλεγγύη οργανωμένη, ενεργητική ζωντανή, θετική και έμπρακτη, είναι ο πρώτος όρος της σωτηρίας.

Η εργατική τάξη, τοπίο συνειδητό και το πιο οργανωμένο κομμάτι του εργαζόμενου λαού, πρέπει να βαδίσει πρώτη το δρόμο αυτό στην ολότητά της, απάνω από τα κόμματα και κάθε πολιτική διαίρεση.

Αλληλεγγύη και ενότητα. Και μαζί με τον εργαζόμενο φτωχό λαό πρέπει να βαδίσουν όσοι νιώθουν τον εαυτό τους αλληλέγγυο με κείνους, που αγωνίζονται για την απολύτρωση, όσοι νιώθουν και όσοι πονούν. Ελάτε να βοηθήσουμε τα παιδιά! Ελάτε να οργανώσουμε την αλληλεγγύη σε τούτο τον τομέα. Να βοηθήσουμε το ξύπνημα και τη συνειδητοποίηση της αλληλεγγύης, να βοηθήσουμε να φανερωθεί έμπρακτα στο πρόβλημα του φτωχού παιδιού.

Η αλληλεγγύη των εργαζομένων κάνει θάματα. Μα και το πιο μικρό βήμα που μπορεί να γίνει απάνω σε τούτο το σωστό δρόμο, θα έχει τεράστια σημασία. Γιατί θα ξυπνήσει τη συνείδηση του σκοτεινού δρόμου σε χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους. Όσοι μπορούν, όσοι θέλουν, όσοι νιώθουν, ας κινηθούν. Τώρα είναι η στιγμή. Κάθε μέρα που περνάει θέτει τα προβλήματα οξύτερα και επιτακτικότερα. Ο αγώνας για τα δικαιώματα του παιδιού του εργαζόμενου λαού είναι ένας ευγενικός αγώνας.

Ας έρθουνε μαζί μας, όσοι θέλουνε να προσφέρουνε και τις πιο μικρές υπηρεσίες στο μεγάλο τούτο έργο. Η βοήθειά τους θα είναι πολύτιμη. Μια οργανωτική επιτροπή πρέπει να πάρει στα χέρια της το ζήτημα αμέσως. Μια εντατική δουλειά πρέπει ν’ αρχίσει, που θα ξυπνήσει, θα φωτίσει θα κινητοποιήσει μάζες και που πριν απ’ όλα θα διοργανώσει έμπρακτη αλληλεγγύη, θα δώσει άμεση βοήθεια για το παιδί.

Ας γράψουνε σε μένα, όσοι επιθυμούν να συνεργαστούν στην «Παιδική Βοήθεια»

Αθήνα, Δεκέμβρης 1932

Δημήτρης Γληνός»

 


1932, η χρονιά της επίσημης πτώχευσης της Ελλάδας, όταν η «μάχη της δραχμής» χάθηκε και κηρύχτηκε στάση πληρωμών. Ήταν η τέταρτη χρεοκοπία στη νεοελληνική ιστορία (πρώτη το 1827, δεύτερη 1843, Τρίτη 1893). Τότε γράφτηκε ένα δραματικά επίκαιρο κείμενο από τον Δημήτρη Γληνό, κορυφαία πνευματική προσωπικότητα, κομμουνιστή και πρωτεργάτη του δημοτικιστικού κινήματος. Και δεν είναι επίκαιρο το κείμενο μόνο από τις αναλογίες της φτώχειας και ότι- και τότε και τώρα- τα παιδιά είναι τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης, αλλά γιατί ο Γληνός εξηγεί καθαρά την πραγματική σημασία της αλληλεγγύης σε αντιδιαστολή με την ακμάζουσα τότε «φιλανθρωπία». 

Η επιστολή του Γληνού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέοι πρωτοπόροι» (τ. Νοέμβρη- Δεκέμβρη 1932).

Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Πηγή