Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023

Ο άνθρωπος που φοβόταν τα χέρια του

 


Είμαι ένας άνθρωπος που αρνιόταν να χρησιμοποιεί τα χέρια του

“Χρόνιος αντιρρησίας χρήσης άνω άκρων” η διάγνωση

Από μικρός άκουγα μόνο

“Να κρατάς άμυνα σ’ όσους είναι πιο δυνατοί

Να βαράς αλύπητα όσους είναι αδύναμοι”

Στο σχολείο μού δίδαξαν πως πρέπει πάντα να βγαίνω νικητής

και πως η ήττα είναι ντροπή

Κι όποιος σταθεί εμπόδιο “Χτύπα τον για να μάθει”

 

Στο σπίτι με ξαγρυπνούσαν τα ουρλιαχτά της μάνας

κάτι βράδια που της χτυπούσε το κεφάλι στον τοίχο

ο πατέρας “οι γυναίκες θέλουν ξύλο για να στρώσουν”

Στη γειτονιά έβλεπα φίλους να πετροβολούν αδέσποτα

Να δοκιμάζουν τις σφεντόνες τους στα σπουργίτια

Στο στρατό εκπαιδεύτηκα να σημαδεύω αόρατους εχθρούς

“Χτύπα τους στο ψαχνό”

 

Σε κάθε γωνιά της ζωής μου παραμόνευε κι ένα “Χτύπα”

Στη δουλειά ο προϊστάμενος με παρότρυνε να χτυπήσω μια καλή

θεσούλα “αν δεν χτυπήσεις κάτω απ’ τη ζώνη δεν πρόκειται να προκόψεις”

Επαγγελματίας Ανεπρόκοπος έμεινα

Οι φίλοι μ’ έκαναν πέρα γιατί ποτέ δεν χτυπήθηκα μαζί τους

“τι άντρας είσ’ εσύ που δεν παλεύεις;”

Φοβήθηκα τα χέρια μου, τ’ ομολογώ

μην έρθει η ώρα που θ’ αυτομολήσουν απ’ το κορμί μου

κι επανέλθουν στις συμβατικές ρυθμίσεις τους

ΧΤΥΠΑ

 

Τη μέρα που αποφάσισα να κόψω τα χέρια μου

“Άχρηστα πετσιά, κουράστηκα με δαύτα

Θα τα πετάξω στ’ αγρίμια να ξαλαφρώσουν οι ώμοι μου”

Ήταν ένα βροχερό απόγευμα στο κέντρο

Τα πουλιά χτυπούσαν τρομαγμένα τα φτερά τους μέσα στα καπνογόνα

Οι αστυνόμοι χτυπούσαν τους διαδηλωτές

Τα παιδιά ξυλοκοπούσαν ανελέητα ένα σκουρόχρωμο χαμίνι

Λυσσασμένα ανθρωπόμορφα σκυλιά χτυπούσαν μετανάστες

Κυλούσε το αίμα από παντού γινόταν πηχτή λάσπη και γλιστρούσε στους υπονόμους

 

Κι ήρθε απ’ το πουθενά και κούρνιασε στο κρεμασμένο χέρι μου

ένας αλήτης σκύλος

που δεν ήξερε να γαβγίζει ο άθλιος

Με κάτι ακατάληπτα γουργουρητά αγκάλιασε το φόβο μου

Χάιδεψε την παλάμη μου με τις βρωμότριχές του

Κι ένιωσα να φλέγονται τα χέρια μου

Τους νευροδιαβιβαστές να ξαναμπαίνουν σε λειτουργία

Όλα τα “ΧΤΥΠΑ” που με σφυροκοπούσαν τόσα χρόνια

σκορπίστηκαν σαν πολύχρωμος χαρτοπόλεμος στη γκρίζα πόλη

 

Εκείνη τη σκυλίσια μέρα λοιπόν

ένα δίποδο ον έμαθε την ορθή λειτουργία των χεριών του

από ένα τετράποδο κυνηγόσκυλο που δεν διέθετε χέρια

παρά μονάχα ένα σπάνιο βίτσιο

να κυνηγάει τις χαρές του

στις ερημιές των ανθρώπων.

 


Η συμμετοχή μου στο 31ο Συμπόσιο Ποίησης που οργάνωσε και φιλοξένησε η Αριστέα μας στον ιστότοπό της  Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ

Ευχαριστώ θερμά τους φίλους και τις φίλες που αγκάλιασαν τη συγκεκριμένη συμμετοχή μου. Η λέξη-κλειδί αυτού του συμποσίου ήταν η “αγκαλιά”. Και με αφορμή τη λέξη αυτή, δημιουργήθηκαν 31 αγκαλιές-συμμετοχές. Κάθε μια ιδιαίτερη και συγκινητική. Κι όλες μαζί, μια τεράστια κυκλωτική αγκαλιά γύρω απ’ την Αριστέα, που σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής της, μας απέδειξε περίτρανα πως η “Ζωή είναι ωραία”, κυρίως όταν χρειαστεί να δώσεις γενναίες μάχες γι’ αυτήν. Ολόψυχα σάς εύχομαι να βγαίνετε νικητές στις μικρές και μεγάλες μάχες της ζωής σας! Καλότυχη να είναι η νέα σας χρονιά, πιο φωτεινή και πιο ανθρώπινη Y

 


[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

 

 

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

Πολλά Δε Θέλει Ο Άνθρωπος [*]

 


Τότε που οι χριστουγεννιάτικες μπάλες ήταν γυάλινες και απαστράπτουσες. Στα κλαδιά του δέντρου απλώναμε λωρίδες από βαμβάκι που παρίστανε το χιόνι. Απ’ το ίδιο υλικό ήταν και οι λευκές νιφάδες που κολλούσαμε στο τζάμι (δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα στην αγορά τα σπρέι χιονιού, καθώς και τα σπρέι αφαίρεσης χιονιού).

Το ραδιόφωνο έπαιζε από νωρίς το πρωί παραδοσιακά κάλαντα απ’ όλη την Ελλάδα και ακολουθούσε το ‘πλούσιο εορταστικό πρόγραμμα’ με χριστουγεννιάτικα τραγούδια απ’ την ‘παλιά δισκοθήκη’. Αγαπημένα ελληνικά και ξένα κομμάτια συνόδευαν τις προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι. Κι ενόσω η αλησμόνητη φωνή της Δόμνας Σαμίου έδινε τη θέση της στον Frank Sinatra και τον Dean Martin, η λαμαρίνα με το ψητό (εισαγόμενο αρνάκι Νέας Ζηλανδίας ήταν η τάσης της εποχής), ετοιμαζόταν για  την αλερετούρ διαδρομή ως τον φούρνο της γειτονιάς. Καλές οι σύγχρονες κουζίνες και οι φούρνοι με διακόπτες αφής, αλλά σαν εκείνη τη μυρωδιά που ανέδυε η λαμαρίνα, καθώς την κουβαλάγαμε με τις εφημερίδες πίσω στο σπίτι, δεν υπάρχει.


Η ‘Ραδιοτηλεόραση’ με το εορταστικό πρόγραμμα πάνω στο κολλαριστό σεμεδάκι του μακρόστενου τραπεζιού, πλάι στην κρυστάλλινη φοντανιέρα γεμάτη με τζοκόντες και νουαζέτες για τους επισκέπτες. Στον επάργυρο δίσκο παραταγμένα τα κολονάτα ποτηράκια για λικέρ βύσσινο (απ’ το θρυλικό ΑΚΡΟΝ ΙΛΙΟΝ ΚΡΥΣΤΑΛ) και παραδίπλα τα πιατάκια απ’ το καλό μας σερβίτσιο (αυτό που έκανε εμφανίσεις μονάχα σε γιορτές και σχόλες).


Οι κυλιόμενες σκάλες της μνήμης θα μας ανεβάσουν ως τον έβδομο όροφο του ΜΙΝΙΟΝ. Εκεί που μας περίμενε πιστά κάθε χρόνο ένας Άι Βασίλης, απ’ τις πιο γλυκές και σταθερές αξίες της παιδικής μας ηλικίας. Σε μια εποχή που ο όρος ‘shopping therapy’ δεν είχε εφευρεθεί ακόμα, μια ολόκληρη πόλη ζούσε τον δικό της καταναλωτικό παράδεισο. Ένα μαγικό σκηνικό με κινούμενες κούκλες στις τεράστιες βιτρίνες που ζωντάνευαν τους ήρωες της Disney. Στριμωξίδι στον έκτο όροφο για να δούμε ζωντανό θεατρικό με την Μαριάννα Τόλη και τον Ντάνο Λυγίζο κι ύστερα γραμμή για τους έβδομους ουρανούς της παιδικής μας αθωότητας. Τα πρώτα μας view master με κλασικά παραμύθια, ήταν αυτά που χαράχτηκαν για πάντα στις μνήμες μας.


Η βόλτα στη στολισμένη Αθήνα και το ΜΙΝΙΟΝ κατέληγε συνήθως με δυο πεντανόστιμα σουβλάκια απ’ τη ‘Λιβαδειά’ (με καρφωτό ψωμάκι από πάνω), κι ύστερα στο ημιυπόγειο της Πανεπιστημίου για λαχταριστούς λουκουμάδες στο θρυλικό ‘ΑΙΓΑΙΟΝ’ (φαγώθηκε κι αυτό στο βωμό των μνημονίων).



Επιστροφή στο σπίτι με τον ηλεκτρικό απ’ την Ομόνοια ή το λεωφορείο απ’ την Πλατεία Κάνιγγος. Αν βρίσκαμε αδειανές θέσεις, ρίχναμε τον πιο μακάριο ύπνο στις αγκαλιές των δικών μας. Ήταν τότε που η αγορά δεν είχε πλημμυρίσει ακόμα με ηλεκτρονικά παιχνίδια και ακριβές κονσόλες. Τα παιχνίδια ήταν λιγοστά, τυλιγμένα μ’ εκείνο το  λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο χαρτί ‘πολυτελείας’.



Στην παραμορφωτική αντανάκλαση απ’ την κατακόκκινη μπάλα του δέντρου, εκείνες οι μνήμες αναβοσβήνουν με νοσταλγία και πληρότητα. Ίσως ήμασταν η τυχερή γενιά που πρόλαβε να ζήσει την παιδική της αθωότητα, πασπαλισμένη με μπόλικη χρυσόσκονη και παραμύθι. Κι όσο κι αν ήταν λεπτές και εύθραυστες οι μπάλες εκείνες, αποδείχτηκαν ανθεκτικές και ανεκτίμητες. Σαν το ξύλινο τρενάκι που κυλούσε ανυποψίαστο στις ράγες του, δίχως έγνοιες και κυρίως δίχως φόβο.



Στους δαιδαλώδεις τροχιόδρομους της ενήλικης ζωής μας, εκείνον τον γέρο-καρβουνιάρη θ’ ανακαλούμε ισοβίως. Θα στριμωχνόμαστε στο μπροστινό κουπέ, πλάι στον μολυβένιο στρατιώτη και το ξύλινο αλογάκι. Στους ‘τυχερούληδες’ της Εl Greco και στην αχώριστη φίλη μας την Παταπούφα. Στη ρομαντική κούκλα με το λουλουδάτο κρινολίνο και το πλαστικό μωρό με το ενσωματωμένο δισκάκι ομιλίας κάτω απ’ τη φουφούλα του. Θα στριφογυρίζουμε την ξύλινη σβούρα και θα ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια με την κουρδιστή μαϊμού και το ντέφι της.



Πέρασε η ώρα. Πάω να δω την ‘Ωραία Κοιμωμένη’ μέσα απ’ το παλιό σπιτάκι-view master. Κλικ στη λευκή καμινάδα και ξεκινάει το παραμύθι…



Καλά και ευσπλαχνικά Χριστούγεννα να έχουμε Y κουράγιο και δύναμη στο ζόρικο παιχνίδι της καθημερινότητας. Αξίζει να είμαστε μέλη της γραφικής κοινότητας που οραματίζεται έναν παραμυθένιο κόσμο. Να παραμένουμε τα πιτσιρίκια που διεκδικούν το μερτικό τους στην ελπίδα και την τρυφερότητα.



[*] Ο τίτλος της ανάρτησης είναι εμπνευσμένος απ’ το συγκλονιστικό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη

ëΟι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους