Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιφόρος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιφόρος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

“Αντιθέσεις” του Νίκου Τσιφόρου

 


Ήταν ένα πούρο. Και στην άκρη του πούρου κρεμόταν ένας παχουλός κύριος. Ένας καλοθρεμμένος και λιπαρός κύριος, με κατακόκκινα μάγουλα, που βάραγες το ένα και έσκαγε ρόιδι το άλλο.

Γενικά, ένας κύριος από αυτούς που στάζουνε ευτυχία και εμπνέουνε σεβασμό. Που φοράνε σοβαρότατες μαύρες ρεπούμπλικες, που κάνουνε να τσακίζονται τα σωφέρια των ταξί και οι θυρωροί στις κοσμικές ταβέρνες. Που αποτελούνε την κορυφή στην πυραμίδα των βλέψεων των μετρίων δεσποινίδων, έτσι που μακαρίζουνε τις γυναίκες τους με φράσεις όπως:

– Αχ, τύχη που την είχε η Μαίρη!

Ήτανε και μια γόπα. Και στην άκρη της γόπας ένας φουκαράς. Ένας λιπόσαρκος κοκκαλιάρης φουκαράς, με κατακίτρινα μάγουλα, χρώμα μεταχειρισμένου σταφιδόπανου. Γενικά, ένας φουκαράς από κείνους που στάζουνε μιζέρια και εμπνέουνε αποστροφή. Που φοράνε θλιβερά κουρέλια, που εκδιώκονται ως κοπρόσκυλα από οποιαδήποτε αξιοπρεπή πόρτα. Που αποτελούνε τον πυθμένα των κοινωνικών χαντακιών και που κάνουνε τις γυναίκες να σφίγγουν τις τσάντες τους όταν περνάνε από κοντά τους ή να φυλάγονται με φράσεις τέτοιες:

– Κάνε πιο κει, θα κολλήσουμε καμιά ψείρα!

 Έτυχε, λοιπόν, να περπατάνε εξ αντιθέτου ο μεγαλειώδης κύριος και ο κουρελιάρης φουκαράς. Δρόμος, κόσμος, συνωστισμός, έρχονται στο κόντρα, πέφτει ο φουκαράς πάνω στον κύριο.

Το πέσιμο αυτό ήτανε τέλεια τυχαίο. Δεν ξεκίνησε από καμιά πρόθεση. Η μοίρα, ας πούμε, έφερε σε επαφή δύο αντίθετες εφαπτόμενες. Αλλά γίνηκε με δύναμη τέτοια, που το πούρο γλίστρησε από το στόμα του κυρίου κι έπεσε στο πεζοδρόμιο. Και η γόπα γλίστρησε από το στόμα του φουκαρά και έπεσε και αυτή πλάι στο πούρο.

Ο κύριος ξεσκονίστηκε και είπε:

– Πρόσεχε, ζώον!

Ο φουκαράς δεν ξεσκονίστηκε και είπε:

– Συγγνώμη.

Ο κύριος εξακολούθησε τον δρόμο του. Ο φουκαράς ακούμπησε σε ένα δένδρο γιατί ζαλίστηκε από τον βρόντο. Ήτανε κιόλας νηστικός  και έπρεπε να ακουμπήσει κάπου για να συνέλθει.

Μείνανε λοιπόν η γόπα και το πούρο. Κι επειδή οι γόπες και τα πούρα έχουνε κοινή την καταγωγή, και τα δυο βλέπεις γίνονται από καπνό, πιάσανε την κουβέντα. Όχι βέβαια με μεγάλες οικειότητες, πάντως μιλήσανε.

– Πώς βρωμάς έτσι; Ρώτησε το πούρο.

– Να με συγχωρείτε, δεν το κάνω εξ επί τούτου, ντράπηκε η γόπα.  Αλλά είμαι κατασκευασμένη από φυσικού μου, από ταμπάκο τρίτης ποιότητος. Καϊλάρι, θα το έχετε ακουστά.

– Πουφ! Έκανε το πούρο. Αυτά τα καϊλάρια είναι η ντροπή της φαμίλιας μας.

– Εσείς, τι ωραίο δαχτυλίδι είναι αυτό που έχετε και φοράτε! Θαύμασε η γόπα. Ολόκληρη περιουσία.

– Οικογενειακό, καμάρωσε το πούρο. Όλα μου τα αδέλφια φοράνε και από ένα τέτοιο. Είναι για να δείχνουμε την ανωτερότητα της ράτσας μας. Στα σαλόνια…

– Τι θα πει «σαλόνια»; Απόρησε η γόπα.

– Σαλόνι είναι ένα μέρος που μαζεύεται ο καλός κόσμος. Πίνουνε πιοτά με πολλά χρήματα και λένε ευγενικότατα πράγματα. Δεν έχεις πάει ποτέ;

– Όχι! Εμείς όλοι πηγαίνουμε σε τίποτα ταβέρνες οδός Αθηνάς. Και σε φάμπρικες. Εκεί πάμε.

– Κι εμείς πάμε σε φάμπρικες, είπε το πούρο. Αλλά στα γραφεία. Σας βλέπουμε από τα παράθυρα να κουβαλάτε φορτία και να χαμαλοδουλεύετε και είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Αν δεν ήμασταν εμείς, δεν θα βρίσκατε μεροκάματο και θα ψοφάγατε της πείνας. Καθόμαστε, λοιπόν, και λογαριάζουμε τι  μεροκάματο να σας  δώσουμε, γιατί δεν συμφέρει να πεθάνετε. Ύστερα ποιος θα μας κάνει εμάς τη δουλειά μας;

– Πρέπει να ζείτε, για να μπορούμε κι εμείς να φοράμε τα δαχτυλίδια μας. Μονάχα άμα ζητάτε παραπάνω λεφτά, σας θεωρούμε αναρχικούς. Τι τα θέλετε τα παραπάνω λεφτά, δηλαδή; Μήπως έχετε τα έξοδα; Μια Κυριακή που θα πάτε περίπατο. Ενώ εμείς έχουμε αυτοκίνητα, τουαλέτες, ταξίδια στην Ευρώπη, μαιτρέσσες, του κόσμου τα έξοδα. Και είμαστε και ανώτεροι φιλάνθρωποι. Πφ! Άμα πεθάνει κανένας δικός μας, κάνουμε δωρεές και τις γράφουνε οι εφημερίδες. Ξέρεις πόσα δώσαμε στη «Φανέλα του στρατιώτη»;  Ένα στρόγγυλο εκατομμύριο. Αμέ!

-Τόσα πολλά! Θαύμασε η γόπα.

Είχε κέφι να πει και άλλα το πούρο. Αλλά δεν πρόλαβε. Γιατί ο φουκαράς, που είχε συνέλθει, έσκυψε, το πήρε και το έβαλε στο στόμα του. Το πούρο αηδίασε πολύ σ’  αυτήν την επαφή και από την αηδία του έβγαλε ένα κίτρινο σάλιο. Έφυγε όμως μαζί με τον φουκαρά, επειδή και τα πούρα υποτάσσονται στη μοίρα τους.

Η γόπα το είδε να φεύγει. Ύστερα αδυνάτισε να καπνίζει και πέθανε με τον τρόπο που πεθαίνουνε οι γόπες. Σώθηκε ο καπνός της και τα τίναξε από ασιτία…

Νίκος Τσιφόρος – Διήγημα απ’ το βιβλίο του «Ο κόσμος και ο κοσμάκης»

---------------------------------------------------------------------------------------------------

Εδώ ένα υπέροχο αφιέρωμα της Φίνος Φιλμ για τον σπουδαίο συγγραφέα. Έγραφε ως την τελευταία στιγμή της ζωής του και οι ήρωές του ήταν οι απανταχού φτωχοί και περιφρονημένοι άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου.

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Συμβουλές ενός γάτου

 

Πρόκειται για έναν γάτο κοινό, γέρο, και με εμφάνιση συνοικιακού μπακάλη. Δεν έχει τίποτα το εξωτικό, τίποτα από Σιάμ ή Περσία στο παθητικό του. Τα μουστάκια του αρχίζουνε να παίρνουνε το δρόμο των γηρατειών. Οσμίζεται ακόμη τα μικρά, τρυφερά ποντίκια, αλλά είναι ζήτημα αν μπορεί πια να παίζει μαζί τους.

Τις νύχτες, επάνω στα πυρωμένα κεραμίδια, μαζεύει ολόκληρον ένα λόχο από νεαρούς, άπειρους γάτους, και τους κάνει ένα είδος φροντιστηρίου. Έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της πείρας. Ξέρει πολλά.

–   Παιδιά μου, τους λέει, ένας κοινός γάτος όπως εμείς δεν έχει και μεγάλες πιθανότητες ν’ αναδειχθεί στη ζωή. Θα τρέφεται πάντα με τ’ αποφάγια των ανθρώπων, και μόνο αν είναι πολύ τυχερός θα πετύχει κάποια γεροντοκόρη που να τον ταΐζει μπομπόνια. Κι αυτό θα διαρκέσει όσο η γούνα του είναι γυαλιστερή και ωραία. Να είστε βέβαιοι ότι μόλις αρχίσει να μαδάει, θα χάσει όλες τις εύνοιες, που θα δοθούν σε κάποιον άλλο γάτο.



–   Μάλιστα, συμφωνούν ειρωνικά οι νεαροί.

–   Παιδιά μου, τα καλά φαγητά τα τρώνε συνήθως οι άνθρωποι. Ψάρι άλφα ποιότητος δεν πρόκειται να γευθείτε ποτέ, εκτός κι αν αποφασίσετε να το κλέψετε. Η κλοπή, παιδιά μου, δεν είναι αμάρτημα. Αμάρτημα είναι η ανακάλυψη του κλέφτη. Αυτό που σας λέω, είναι μια σπαρτιατική συμβουλή.



Αν καταφέρνετε να ’σαστε τόσο καπάτσοι, ώστε να κλέβετε χωρίς να σας παίρνουνε μυρωδιά, να είστε βέβαιοι ότι θα περάσετε μια ζωή χαρισάμενη, τιμώμενοι και φθονούμενοι από όλους τους άλλους γάτους του κύκλου σας. Να κλέβετε, παιδιά μου, αλλά πολύ ελαφριά, πολύ έξυπνα, και όχι ψιλόψαρα. Όχι μαρίδες και γόπες. Όποιος κλέβει τέτοια είδη, κακοχαρακτηρίζεται και χάνει την καλή του φήμη. Μπαρμπούνια, λιθρίνια, τσιπούρες. Αυτά είναι που θα σας ανεβάσουν στην εκτίμηση του κοινού.

 


Ήταν μια ορεκτική συμβουλή που άρεσε σ’ όλους.

–   Με τις γατούλες, παιδιά μου, να είσαστε τρυφεροί και περιποιητικοί, όχι όμως να σας παίρνουν και τον αέρα. Αυτό που κάνετε και διαλαλείτε τους έρωτές σας με ηχηρά νιαουρίσματα, είναι μια καλή πολιτική. Όποιος έχει πολλούς έρωτες, κατακρίνεται από την κοινή γνώμη μόνο και μόνο γιατί η κοινή γνώμη τον ζηλεύει. Κατά βάθος, η κοινή γνώμη πολύ θα επιθυμούσε να ’χει κι αυτή έρωτες. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνει, το ρίχνει στην ηθικολογία, λέξη με την οποία έχει βαφτίσει την κακοήθειά της.

Έκανε μια μικρή παύση γεμάτη σκέψεις.

–   Μπορείτε να χαρίζετε μικροπράματα στις γατούλες. Κάτι πρέπει να τρώνε κι αυτές από τα κλεμμένα. Αν το ξέρουνε ότι είναι κλεμμένα, δεν είναι ανάγκη να τους το λέτε κιόλας. Οι γατούλες δεν ενδιαφέρονται από πού τα έχεις, αλλά αν έχεις. Και μακριά από γούνες. Αν αρχίσετε να τους παίρνετε γούνες, δε θ’ αργήσει η ημέρα που θα αποπειραθούν να μαδήσουν και τη δική σας…



Ήταν ένα γάτος κοινός, γέρος, και γεμάτος πείρα απ’ τη ζωή.

 

*** Νίκος Τσιφόρος ***  Ο πρώτος Τσιφόρος των εκδόσεων Ερμής

[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το pinterest και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

“Τα Χριστούγεννα του Παεικιέλα”

 

Τίποτα δεν γίνεται που να θυμίζει χειμώνα στο Πέραμα. Πάνε κι έρχονται «παφ πουφ» οι μπενζίνες, η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα καραμέλα της μέντας, ξεροσταλιάζουνε στον χειμωνιάτικον ήλιο οι παράγκες των βράχων, κάθουνται με το κασκέτο στα μάτια να πιούνε λιακάδα οι ψαράδες. Είναι όλα ήσυχα, κοιμισμένα, τίποτα δεν περιμένει Χριστούγεννα, καμιά φορά κάποιο ασημόψαρο πηδάει μια στιγμούλα πάνω απ’ τη θάλασσα και φουμάρουνε καπνό από κάρβουνο κωκ οι λέβητες των καρνάγιων.

Ο Παεικιέλας κάνει τσάρκες μέσα σ’ ένα βρώμικο πουκάμισο συμμαχικού φαντάρου. Θα ’τανε κάνας Τομ ή κάνας Τζιμ, ψηλόλιγνος, ξυλοπόδαρος πεζοναύτης που τα κοπάνισε δίχως άλλο μέχρι το τελευταίο του σέντσι κι ύστερα άφησε το πουκάμισο αμανάτι να πιει κι άλλο καναττέζικο βίσκυ, από κείνο το καφετί ξυλόπνευμα που σου γκρατσουνάει το λαρύγγι. Κι ο καταστηματάρχης πούλησε το πουκάμισο δυο παράδες, τώρα μαίηντ ιν Γιούζα, βρέθηκε να σκεπάζει τον Παεικιέλα και να μοιράζεται την τύχη του μαζί του στο Πέραμα. Κάνει μαζί του θελήματα, κουβαλάει ψαροκασέλες, λερώνεται με λάδια μοτοριού που δήθεν πάει να τα επισκευάσει ο Παεικιέλας και τους βγάζει τα μάτια χειρότερα, κοιμάται στις βρώμικες γωνιές της παράγκας του, πότε πότε αρωματίζεται και με ούζα, γιατί να την πούμε την αλήθεια του Θεού, ο Παεικιέλας άμα έχει τίποτα δίφραγκα, πολύ το γουστάρει να πίνει τα καραφάκια του και να τραγουδάει φάλτσα το «κορίτσι που θέλει θάλασσα» και την πικροκυματούσα. Άλλα δεν ξέρει.
Όμως απάνω στους ανθρώπους όλα ετοιμάζουνται για Χριστούγεννα. Σφάζουνε κούρκους, στολίζουνε ελάτια με μπαμπάκι και λιλιά χρωματιστά, οι νοικοκυρές ψένουνε φοινίκια και κουραμπιέδες και γυαλίζουνε το παρκέ τους με κερί και με νέφτι.
Χαίρεται η φύσις όλη, κατεβάζει η Πάρνηθα έν’ αεράκι ξουραφάτο, αντιπαθητικό, καθόλου δεν πάει με την λιακάδα, λυσσάξανε και τα παιδιά με τα τρίγωνα και τα τουμπερλέκια, «να τα πούμε;» «τρομάρα να σας έρθει το σπάσατε πια το κουδούνι». Σαματάς, κακό, φασαρίες, όλοι να γελάνε, καμιά φορά περνάει και καμιά κηδεία και κάνει παραφωνία στο σκηνικό, πήγε ο βλάκας να πεθάνει Χριστουγεννιάτικα και να χαλάσει το κέφι του κόσμου, όμως όλα τ’ άλλα είν’ όμορφα, ακόμα κι οι ζητιάνοι κάνουνε καλήν είσπραξη, μέρα που ’ναι καθένας θυμάται τα πεθαμένα του και δίνει τις δεκάρες του προς ανακούφισιν της πασχούσης ανθρωπότητος.
Καθόλου δεν τα εχτιμάει τα Χριστούγεννα ο Παεικιέλας. Όλα είναι κλειστά, βρίσκεις κουτούκι να βρέξεις το λαρύγγι σου, οι ψαράδες χάνουνται και πάνε στα γιατάκια τους να κουρνιάσουνε με τα πιτσιρίκια τους, το σούρουπο πέφτουνε οι σπηλιάδες να καμουτσικιάνουνε το πέλαγος που γίνεται σκούρο, και μονάχα οι γλάροι αλητεύουνε και ψάχνουνε να ξεμοναχιάσουνε κάνα ψάρι. Έτσι έγινε και πέρσυ και πρόπερσυ κι όλα τα χρόνια, απελπισία υπόθεση, να πέφτει ο ήλιος μέσα στα φλοκάτα τα σύννεφα και σένα να σφίγγεται η καρδιά σου μέχρι που να σε πιάνει το κλάμα.
Παραμονή σήμερα, απλώσανε τα δίχτυα τα γριγριά, κατεβάσανε τα καραβόπανα οι ψαροπούλες, χάθηκε ο κόσμος από την πιάτσα, ακόμα και τα καρνάγια σβήσανε τα φουγάρα τους και αφήσανε την αργατιά να φύγει από τα εφτά μεσημέρια. Ο Παεικιέλας δεν έχει τάληρο, δεν έχει κι άλλη ελπίδα να κονομήσει και καταλαβαίνει πως του χρειάζεται οπωσδήποτε το παραδάκι, πως θα την βγάλει στεγνά αύριο και πού θα την βολέψει κούτσουρο μονάχος δίχως να πιει πέντε καραφάκια και να κάνει κεφάλι για να πάει για ύπνο. Σήμερα μήτε μοτόρι χαλάει, μήτε ψάρι κουβαλάνε, μήτε δουλειά του ποδαριού, απελπισία και μαυρίλα, λες και για τον Παεικιέλα πήγε να κάνει τέτοιαν ζημιά ο Χριστός και να γεννηθεί για τις αμαρτίες του. Τα σκεφτότανε λοιπόν τούτα όλα ο Παεικιέλας και πήγαινε να του στρίψει. Όμως έξυπνο αγόρι, της πιάτσας, την έκανε την κομπίνα του. Μπήκε στου Ταβούση το μαγαζί, «Παντοπωλείον και όλα τα είδη της ψαρικής».
— Μπονζούρ κύριε Ταβούση χρόνια πολλά και για βερεσέ δεν έρχουμαι.
Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του ο μοσσιέ Ταβούσης, καθόλου δεν τον εκτιμούσε τον Παεικιέλα κι είχε και το νου του μην του σουφρώσει τίποτες πράμα.
— Θέλω δανεικό ένα τρίγωνο μοσσιέ Ταβούση.
— Τι τρίγωνο;
— Από κείνο που λένε τα κάλαντα.
Ο μοσσιέ Ταβούσης μπορεί να ’χε και τίποτις τρίγωνα, απ’ όλα τα καλά είχε το κατάστημα, μόνο κέφια δεν είχε.
— Άσε μας πρωί πρωί Χριστιανέ μου.
Ο Παεικιέλας ρούφηξε τη μύτη του.
— Να σου πω μια κουβέντα μοσσιέ Ταβούση. Όχι δηλαδής από κακό, αλλά να! Καμιά φορά έρχεσαι ν’ ανοίξεις και βρίσκεις το πρωί τα τζάμια σου σπασμένα. Και λοιπόν, έτσι και μου δώσεις εμένα δανεικό ένα τρίγωνο, θα στο προσέχω το κατάστημα και κανένας δε θα σου τσακίσει το τζάμι. Ενώ έτσι και δε μου δώσεις μπορεί αύριο να μη βρεις τζάμι για τζάμι γερό κι άντε να ψάχνεις τους αλανιάρηδες που τα σπάσανε. Με κατάλαβες;
Κατάλαβε ο μοσσιέ Ταβούσης και ήξερε καλά ότι άμα δε δώσει τρίγωνο ο ίδιος ο Παεικιέλας θα του κάνει τη βιτρίνα θρύψαλο. Γι’ αυτό χαμογέλασε κι έδωσε και μια στράκα του μικρού.
— Άντε να δεις, ρε άτιμο, έχουμε κάνα τρίγωνο κάτου στας αποθήκας;
Τον κέρασε και τον Παεικιέλα μια μαστίχα, διά τα «έτη σας πολλά και του χρόνου νοικοκυρεμένος και κατά πως πεθυμείτε». Έφερε κι ο μικρός ένα τρίγωνο σκουριασμένο, καλό ήτανε, καμπανάτο, μ’ ένα καρφί μεγάλο έκανες τη δουλειά σου, του ’δωσε και τέσσερα τσιγάρα της κούτας για το δρόμο.
Πήρε το δρόμο τον ανήφορο ο Παεικιέλας, κούρντισε την αγριοφωνάρα του και βάρεσε τις πόρτες.
— Να τα πούμε;

Τον γαυγίζανε τα σκυλιά, τον αγριέψανε οι νοικοκυρές, του κλείσανε τις πόρτες, όμως ήτανε και σπίτια που του δώσανε φράγκο. Φράγκο στο φράγκο, σπίτι και μαγαζί, μέχρι το βράδυ μάζεψε παρακαλώ εκατόν σαράντα ο Παεικιέλας. Εκατόν σαράντα ωραίες, κουδουνιστές και καινούριες. Μεροκάματο βασιλικό, μήτε πρόεδρος σε δικαστήριο δεν το παίρνει και ζήτημα είναι να το βγάζει κι εφοπλιστής με βενζινάκι δικό του.

Ο Παεικιέλας τζέντλεμαν και ιππότης πέρασε το πρώτο από του μοσσιέ Ταβούση να παραδώσει το τρίγωνο και το καρφί. Είπε «φχαριστώ και του χρόνου», πλέρωσε ένα πακετάκι ανήλικο που χρώσταγε από το καλοκαίρι και πήρε να κατηφορίσει κατά τα ουζάδικα που μυρίζανε λιαστό χταποδάκι.
Κάτου τα μαγαζιά ανάβουνε τα πρώτα φώτα, πάνου ψηλά παγώνανε τα φώτα των δειλών αστεριών. Ο Παεικιέλας συλλογιζότανε τι θα κάνει το θησαυρό του. Ούζο κατά πρώτον να αγαλλιάσει ο σταφυλίτης του. Ύστερον μάσες τρελές, μέχρι ψητό με σαλάτα. Ύστερον τσιγάρο και μάλιστα θα το ’φτανε και μέχρι γλυκό. Μέχρι γλυκό. Να καταλάβει επιτέλους κι αυτός Χριστούγεννα και να το γλεντήσει μέχρι αηδίας. Κι άσε και την άλλη μέρα που μπορεί να πήγαινε και στο φουτμπόλ.
Μήτε γατί ήτανε, μήτε άλλο ζωντανό κείνο που πετάχτηκε μπρος στα πόδια του. Ο Παεικιέλας κοίταξε καλά και κατάλαβε. Μάλιστα! Παιδί ήτανε! Ένα τόσο δα κατσούλικο αγοράκι, βρωμιάρικο κι ελεεινό και κακοπιασμένο. Πήγε να το πατήσει, όμως το μικρό γαντζώθηκε στα ποδάρια του κι άρχισε την κλάψα.
— Κάνε μια βοήθεια αφεντικό.
Του ’ρθε να σκάσει στα γέλια του Παεικιέλα. Ακούς αφεντικό! Του ’ρθε να γελάσει μα κοίταξε το αγοράκι και του κόπηκε το γέλιο στο στόμα.
— Τι θες ρε μπαγάσα;
— Μια βοήθεια.
Σάμπως τον πήρε μια πικράδα στο στόμα τον Παεικιέλα. Άκου βοήθεια ένα πράμα τόσο δα μέσα στο σούρουπο; Είπε να του δώσει μια ξανάστροφη να το διώξει, ύστερα είδε στη γωνιά έναν που πούλαγε σάμαλι, φράγκο και κομμάτι και το πήρε από το χέρι.
— Πάμε να σε κεράσω ένα σάμαλι!
Έτρωγε το σάμαλι ο πιτσιρίκος και κοίταζε τον Παεικιέλα με κάτι μάτια τόσα γουρλωμένα, μεγάλα, άναψε τσιγάρο ο Παεικιέλας και μάθαινε πως έχει ο μικρός μια μάνα και τρία αδερφάκια μικρότερα που τα δέρνει η φτώχεια κι η πείνα. Του φάνηκε το λοιπόν παράξενο κι ας πείναγε σ’ όλη του τη ζωή ο Παεικιέλας, του φάνηκε παράξενο να βρίσκουνται άνθρωποι και να σκυλοπεινάνε και κείνος να ’χει στην τσέπη του δραχμάς εκατόν τριάντα πέντε και κάτι ψιλά. Ύστερα συλλογίστηκε το ούζο, τον ήλιο που θα βασίλευε,  τους γλάρους που θα πετάγανε μέσα στην σκούρα μελαγχολία των οριζόντων κι είδε και πέρα στην αγορά να παίζουνε οι κλαπαδόρες και να κρέμουνται τα σφαγμένα κοτόπουλα. Ρούφηξε το λοιπόν τη μύτη του και πήρε τον μικρόν απ’ το χέρι.
— Για ’λα μαζί μου.
Μια ώρα γυρίζανε ο Παεικιέλας και ο μικρός. Κι ύστερα βρεθήκανε με φορτωμένα τα χέρια, και κρέας και πατάτες και βούτυρο και λάδι και λαχανικά και απ’ όλα μέχρι δηλαδή πορτοκάλια είχανε. Τέσσερις δραχμές για τσιγάρα του μείνανε του Παεικιέλα σκέφτηκε όμως τα μικρά τ’ αδερφάκια και τις έδωσε κι αυτές να πάρει τρία μπαλόνια χρωματιστά, διότι το παιδάκι όσο να ’ναι το θέλει και το μπαλόνι του…
Χριστούγεννα, λιακάδα, άνθρωποι με τα καλά τους που βγήκανε περίπατο. Κι ο Παεικιέλας να κάθεται έξω απ’ το φτωχόσπιτο και να παίζει με τα παιδάκια και τα μπαλόνια του, χορτάτος κι ευχαριστημένος. Βέβαια δεν έφαγε πολύ, να φαν τα παιδιά και του ’λειπε το τσιγάρο. Όμως ένοιωθε ευχαριστημένος που γεννήθηκε ο Χριστός κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά για ποιο λόγο γεννήθηκε και για πρώτη του φορά ο Παεικιέλας δεν μελαγχόλησε από το δειλινό πέταγμα των γλάρων που είναι το κάτου-κάτου πουλιά και δεν καταλαβαίνουνε από Χριστούγεννα κι από τίποτες, μόνο κοιτάνε να γεμίσουνε τη γούλα τους…

Νίκος Τσιφόρος

[Το κείμενο του Τσιφόρου δημοσιεύτηκε στη Σατυρική Πρωτοχρονιά του 1961 και στο περιοδικό Ο Φαρφουλάς, Τεύχος 17 Μάιος (Άνοιξη-Καλοκαίρι) 2014. Η αναδημοσίευση είναι από εδώ]

Σημ. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ' το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους.