Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

“Τα Χριστούγεννα του Παεικιέλα”

 

Τίποτα δεν γίνεται που να θυμίζει χειμώνα στο Πέραμα. Πάνε κι έρχονται «παφ πουφ» οι μπενζίνες, η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα καραμέλα της μέντας, ξεροσταλιάζουνε στον χειμωνιάτικον ήλιο οι παράγκες των βράχων, κάθουνται με το κασκέτο στα μάτια να πιούνε λιακάδα οι ψαράδες. Είναι όλα ήσυχα, κοιμισμένα, τίποτα δεν περιμένει Χριστούγεννα, καμιά φορά κάποιο ασημόψαρο πηδάει μια στιγμούλα πάνω απ’ τη θάλασσα και φουμάρουνε καπνό από κάρβουνο κωκ οι λέβητες των καρνάγιων.

Ο Παεικιέλας κάνει τσάρκες μέσα σ’ ένα βρώμικο πουκάμισο συμμαχικού φαντάρου. Θα ’τανε κάνας Τομ ή κάνας Τζιμ, ψηλόλιγνος, ξυλοπόδαρος πεζοναύτης που τα κοπάνισε δίχως άλλο μέχρι το τελευταίο του σέντσι κι ύστερα άφησε το πουκάμισο αμανάτι να πιει κι άλλο καναττέζικο βίσκυ, από κείνο το καφετί ξυλόπνευμα που σου γκρατσουνάει το λαρύγγι. Κι ο καταστηματάρχης πούλησε το πουκάμισο δυο παράδες, τώρα μαίηντ ιν Γιούζα, βρέθηκε να σκεπάζει τον Παεικιέλα και να μοιράζεται την τύχη του μαζί του στο Πέραμα. Κάνει μαζί του θελήματα, κουβαλάει ψαροκασέλες, λερώνεται με λάδια μοτοριού που δήθεν πάει να τα επισκευάσει ο Παεικιέλας και τους βγάζει τα μάτια χειρότερα, κοιμάται στις βρώμικες γωνιές της παράγκας του, πότε πότε αρωματίζεται και με ούζα, γιατί να την πούμε την αλήθεια του Θεού, ο Παεικιέλας άμα έχει τίποτα δίφραγκα, πολύ το γουστάρει να πίνει τα καραφάκια του και να τραγουδάει φάλτσα το «κορίτσι που θέλει θάλασσα» και την πικροκυματούσα. Άλλα δεν ξέρει.
Όμως απάνω στους ανθρώπους όλα ετοιμάζουνται για Χριστούγεννα. Σφάζουνε κούρκους, στολίζουνε ελάτια με μπαμπάκι και λιλιά χρωματιστά, οι νοικοκυρές ψένουνε φοινίκια και κουραμπιέδες και γυαλίζουνε το παρκέ τους με κερί και με νέφτι.
Χαίρεται η φύσις όλη, κατεβάζει η Πάρνηθα έν’ αεράκι ξουραφάτο, αντιπαθητικό, καθόλου δεν πάει με την λιακάδα, λυσσάξανε και τα παιδιά με τα τρίγωνα και τα τουμπερλέκια, «να τα πούμε;» «τρομάρα να σας έρθει το σπάσατε πια το κουδούνι». Σαματάς, κακό, φασαρίες, όλοι να γελάνε, καμιά φορά περνάει και καμιά κηδεία και κάνει παραφωνία στο σκηνικό, πήγε ο βλάκας να πεθάνει Χριστουγεννιάτικα και να χαλάσει το κέφι του κόσμου, όμως όλα τ’ άλλα είν’ όμορφα, ακόμα κι οι ζητιάνοι κάνουνε καλήν είσπραξη, μέρα που ’ναι καθένας θυμάται τα πεθαμένα του και δίνει τις δεκάρες του προς ανακούφισιν της πασχούσης ανθρωπότητος.
Καθόλου δεν τα εχτιμάει τα Χριστούγεννα ο Παεικιέλας. Όλα είναι κλειστά, βρίσκεις κουτούκι να βρέξεις το λαρύγγι σου, οι ψαράδες χάνουνται και πάνε στα γιατάκια τους να κουρνιάσουνε με τα πιτσιρίκια τους, το σούρουπο πέφτουνε οι σπηλιάδες να καμουτσικιάνουνε το πέλαγος που γίνεται σκούρο, και μονάχα οι γλάροι αλητεύουνε και ψάχνουνε να ξεμοναχιάσουνε κάνα ψάρι. Έτσι έγινε και πέρσυ και πρόπερσυ κι όλα τα χρόνια, απελπισία υπόθεση, να πέφτει ο ήλιος μέσα στα φλοκάτα τα σύννεφα και σένα να σφίγγεται η καρδιά σου μέχρι που να σε πιάνει το κλάμα.
Παραμονή σήμερα, απλώσανε τα δίχτυα τα γριγριά, κατεβάσανε τα καραβόπανα οι ψαροπούλες, χάθηκε ο κόσμος από την πιάτσα, ακόμα και τα καρνάγια σβήσανε τα φουγάρα τους και αφήσανε την αργατιά να φύγει από τα εφτά μεσημέρια. Ο Παεικιέλας δεν έχει τάληρο, δεν έχει κι άλλη ελπίδα να κονομήσει και καταλαβαίνει πως του χρειάζεται οπωσδήποτε το παραδάκι, πως θα την βγάλει στεγνά αύριο και πού θα την βολέψει κούτσουρο μονάχος δίχως να πιει πέντε καραφάκια και να κάνει κεφάλι για να πάει για ύπνο. Σήμερα μήτε μοτόρι χαλάει, μήτε ψάρι κουβαλάνε, μήτε δουλειά του ποδαριού, απελπισία και μαυρίλα, λες και για τον Παεικιέλα πήγε να κάνει τέτοιαν ζημιά ο Χριστός και να γεννηθεί για τις αμαρτίες του. Τα σκεφτότανε λοιπόν τούτα όλα ο Παεικιέλας και πήγαινε να του στρίψει. Όμως έξυπνο αγόρι, της πιάτσας, την έκανε την κομπίνα του. Μπήκε στου Ταβούση το μαγαζί, «Παντοπωλείον και όλα τα είδη της ψαρικής».
— Μπονζούρ κύριε Ταβούση χρόνια πολλά και για βερεσέ δεν έρχουμαι.
Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του ο μοσσιέ Ταβούσης, καθόλου δεν τον εκτιμούσε τον Παεικιέλα κι είχε και το νου του μην του σουφρώσει τίποτες πράμα.
— Θέλω δανεικό ένα τρίγωνο μοσσιέ Ταβούση.
— Τι τρίγωνο;
— Από κείνο που λένε τα κάλαντα.
Ο μοσσιέ Ταβούσης μπορεί να ’χε και τίποτις τρίγωνα, απ’ όλα τα καλά είχε το κατάστημα, μόνο κέφια δεν είχε.
— Άσε μας πρωί πρωί Χριστιανέ μου.
Ο Παεικιέλας ρούφηξε τη μύτη του.
— Να σου πω μια κουβέντα μοσσιέ Ταβούση. Όχι δηλαδής από κακό, αλλά να! Καμιά φορά έρχεσαι ν’ ανοίξεις και βρίσκεις το πρωί τα τζάμια σου σπασμένα. Και λοιπόν, έτσι και μου δώσεις εμένα δανεικό ένα τρίγωνο, θα στο προσέχω το κατάστημα και κανένας δε θα σου τσακίσει το τζάμι. Ενώ έτσι και δε μου δώσεις μπορεί αύριο να μη βρεις τζάμι για τζάμι γερό κι άντε να ψάχνεις τους αλανιάρηδες που τα σπάσανε. Με κατάλαβες;
Κατάλαβε ο μοσσιέ Ταβούσης και ήξερε καλά ότι άμα δε δώσει τρίγωνο ο ίδιος ο Παεικιέλας θα του κάνει τη βιτρίνα θρύψαλο. Γι’ αυτό χαμογέλασε κι έδωσε και μια στράκα του μικρού.
— Άντε να δεις, ρε άτιμο, έχουμε κάνα τρίγωνο κάτου στας αποθήκας;
Τον κέρασε και τον Παεικιέλα μια μαστίχα, διά τα «έτη σας πολλά και του χρόνου νοικοκυρεμένος και κατά πως πεθυμείτε». Έφερε κι ο μικρός ένα τρίγωνο σκουριασμένο, καλό ήτανε, καμπανάτο, μ’ ένα καρφί μεγάλο έκανες τη δουλειά σου, του ’δωσε και τέσσερα τσιγάρα της κούτας για το δρόμο.
Πήρε το δρόμο τον ανήφορο ο Παεικιέλας, κούρντισε την αγριοφωνάρα του και βάρεσε τις πόρτες.
— Να τα πούμε;

Τον γαυγίζανε τα σκυλιά, τον αγριέψανε οι νοικοκυρές, του κλείσανε τις πόρτες, όμως ήτανε και σπίτια που του δώσανε φράγκο. Φράγκο στο φράγκο, σπίτι και μαγαζί, μέχρι το βράδυ μάζεψε παρακαλώ εκατόν σαράντα ο Παεικιέλας. Εκατόν σαράντα ωραίες, κουδουνιστές και καινούριες. Μεροκάματο βασιλικό, μήτε πρόεδρος σε δικαστήριο δεν το παίρνει και ζήτημα είναι να το βγάζει κι εφοπλιστής με βενζινάκι δικό του.

Ο Παεικιέλας τζέντλεμαν και ιππότης πέρασε το πρώτο από του μοσσιέ Ταβούση να παραδώσει το τρίγωνο και το καρφί. Είπε «φχαριστώ και του χρόνου», πλέρωσε ένα πακετάκι ανήλικο που χρώσταγε από το καλοκαίρι και πήρε να κατηφορίσει κατά τα ουζάδικα που μυρίζανε λιαστό χταποδάκι.
Κάτου τα μαγαζιά ανάβουνε τα πρώτα φώτα, πάνου ψηλά παγώνανε τα φώτα των δειλών αστεριών. Ο Παεικιέλας συλλογιζότανε τι θα κάνει το θησαυρό του. Ούζο κατά πρώτον να αγαλλιάσει ο σταφυλίτης του. Ύστερον μάσες τρελές, μέχρι ψητό με σαλάτα. Ύστερον τσιγάρο και μάλιστα θα το ’φτανε και μέχρι γλυκό. Μέχρι γλυκό. Να καταλάβει επιτέλους κι αυτός Χριστούγεννα και να το γλεντήσει μέχρι αηδίας. Κι άσε και την άλλη μέρα που μπορεί να πήγαινε και στο φουτμπόλ.
Μήτε γατί ήτανε, μήτε άλλο ζωντανό κείνο που πετάχτηκε μπρος στα πόδια του. Ο Παεικιέλας κοίταξε καλά και κατάλαβε. Μάλιστα! Παιδί ήτανε! Ένα τόσο δα κατσούλικο αγοράκι, βρωμιάρικο κι ελεεινό και κακοπιασμένο. Πήγε να το πατήσει, όμως το μικρό γαντζώθηκε στα ποδάρια του κι άρχισε την κλάψα.
— Κάνε μια βοήθεια αφεντικό.
Του ’ρθε να σκάσει στα γέλια του Παεικιέλα. Ακούς αφεντικό! Του ’ρθε να γελάσει μα κοίταξε το αγοράκι και του κόπηκε το γέλιο στο στόμα.
— Τι θες ρε μπαγάσα;
— Μια βοήθεια.
Σάμπως τον πήρε μια πικράδα στο στόμα τον Παεικιέλα. Άκου βοήθεια ένα πράμα τόσο δα μέσα στο σούρουπο; Είπε να του δώσει μια ξανάστροφη να το διώξει, ύστερα είδε στη γωνιά έναν που πούλαγε σάμαλι, φράγκο και κομμάτι και το πήρε από το χέρι.
— Πάμε να σε κεράσω ένα σάμαλι!
Έτρωγε το σάμαλι ο πιτσιρίκος και κοίταζε τον Παεικιέλα με κάτι μάτια τόσα γουρλωμένα, μεγάλα, άναψε τσιγάρο ο Παεικιέλας και μάθαινε πως έχει ο μικρός μια μάνα και τρία αδερφάκια μικρότερα που τα δέρνει η φτώχεια κι η πείνα. Του φάνηκε το λοιπόν παράξενο κι ας πείναγε σ’ όλη του τη ζωή ο Παεικιέλας, του φάνηκε παράξενο να βρίσκουνται άνθρωποι και να σκυλοπεινάνε και κείνος να ’χει στην τσέπη του δραχμάς εκατόν τριάντα πέντε και κάτι ψιλά. Ύστερα συλλογίστηκε το ούζο, τον ήλιο που θα βασίλευε,  τους γλάρους που θα πετάγανε μέσα στην σκούρα μελαγχολία των οριζόντων κι είδε και πέρα στην αγορά να παίζουνε οι κλαπαδόρες και να κρέμουνται τα σφαγμένα κοτόπουλα. Ρούφηξε το λοιπόν τη μύτη του και πήρε τον μικρόν απ’ το χέρι.
— Για ’λα μαζί μου.
Μια ώρα γυρίζανε ο Παεικιέλας και ο μικρός. Κι ύστερα βρεθήκανε με φορτωμένα τα χέρια, και κρέας και πατάτες και βούτυρο και λάδι και λαχανικά και απ’ όλα μέχρι δηλαδή πορτοκάλια είχανε. Τέσσερις δραχμές για τσιγάρα του μείνανε του Παεικιέλα σκέφτηκε όμως τα μικρά τ’ αδερφάκια και τις έδωσε κι αυτές να πάρει τρία μπαλόνια χρωματιστά, διότι το παιδάκι όσο να ’ναι το θέλει και το μπαλόνι του…
Χριστούγεννα, λιακάδα, άνθρωποι με τα καλά τους που βγήκανε περίπατο. Κι ο Παεικιέλας να κάθεται έξω απ’ το φτωχόσπιτο και να παίζει με τα παιδάκια και τα μπαλόνια του, χορτάτος κι ευχαριστημένος. Βέβαια δεν έφαγε πολύ, να φαν τα παιδιά και του ’λειπε το τσιγάρο. Όμως ένοιωθε ευχαριστημένος που γεννήθηκε ο Χριστός κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά για ποιο λόγο γεννήθηκε και για πρώτη του φορά ο Παεικιέλας δεν μελαγχόλησε από το δειλινό πέταγμα των γλάρων που είναι το κάτου-κάτου πουλιά και δεν καταλαβαίνουνε από Χριστούγεννα κι από τίποτες, μόνο κοιτάνε να γεμίσουνε τη γούλα τους…

Νίκος Τσιφόρος

[Το κείμενο του Τσιφόρου δημοσιεύτηκε στη Σατυρική Πρωτοχρονιά του 1961 και στο περιοδικό Ο Φαρφουλάς, Τεύχος 17 Μάιος (Άνοιξη-Καλοκαίρι) 2014. Η αναδημοσίευση είναι από εδώ]

Σημ. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ' το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους.

 

22 σχόλια:

  1. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να πω με τέτοιο όμορφο κείμενο που διάβασα πρωι.. πρωί που σηκώνομαι και χουζουρεύω στη ζεστασιά των σκεπασμάτων με το τάμπλετ αγκαλιά. Τι κρίμα να μη διάβασα ποτέ τέτοια διηγήματα. Δάκρυσα με τις περιγραφές συναισθημάτων, με τις εικόνες, με καταστάσεις που δεν έζησα βέβαια μα τις ένοιωσα σε κάθε γραμμή του κειμένου. Καλημέρα φίλη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σε συντρόφευσε στο πρωινό σου, Γεωργία μου.
      Τέτοια κείμενα είναι βάλσαμο στις ψυχές μας, κυρίως αυτές τις μέρες που υποτίθεται ότι είναι "γιορτινές".
      Τα φιλιά μου!

      Διαγραφή
  2. Νίκος Τσιφόρος!
    Ένας πολύ μεγάλος άνθρωπος, δημιουργός, καλλιτέχνης, σχολιαστής. Βγαλμένος από το καμίνι της λαϊκής ζωής, των πόθων, των βασάνων, της απλής καθημερινότητας. Τέτοια κείμενα Μαρία μου, μας φέρνουν μνήμες που, η γενιά μας, έχει ξεχάσει. Νοσταλγία, αγάπη, ανθρωπιά, συγκίνηση. Σαν τα πολύτιμα σμαράγδια έρχονται στην καρδιά μας οι εντυπώσεις του κειμένου. Τι χαρακτήρες Θεέ μου!
    Αχ βρε Μαρία μου! Πόση συγκίνηση μας χάρισες!
    Καλησπέρα κορίτσι μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο μ' αρέσουν περισσότερο τα βιβλία του. Ήταν μπροστά απ' την εποχή του και τόλμησε να γράψει σε λαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι δήθεν διανοούμενοι τον είχαν αμφισβητήσει. Είναι τεράστιος!
      Την καλησπέρα μου Γιάννη μου.

      Διαγραφή
  3. Ωραίος Τσιφόρος. Γλαφυρός στις περιγραφές με το λεξιλόγιο των ασπούδαχτων που γνωρίζουν τον αγώνα τής επιβίωσης από πολύ μικροί. Και διδακτικός!
    Με έξυπνο τρόπο ο στόχος του: Μπορεί, αυτός που σου προκαλεί αίσθημα απόρριψης, είτε λόγω εμφανίσεως είτε λόγω συμπεριφοράς, να έχει μέσα του κάτι ωραίο, που ίσως λείπει από κάποιον άλλο ευπαρουσίαστο και καθώς πρέπει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έγινε η φωνή των "ατίθασων παλιόπαιδων" και μόνο γι' αυτό που τόλμησε σε δύσκολους καιρούς, του αξίζουν χίλια μπράβο. Όπως ακριβώς τα περιγράφεις κι εσύ, Άρη μου.
      Σ' ευχαριστώ πολύ!

      Διαγραφή
  4. Οντως τεράστιος Τσιφόρος. Καυστικός, στακάτος σε μιαν εποχή που ο όρο ηταν άγνωστος, μέγας... πλάστης ιστοριών! Έχω διαβάσει διάφορα για την προσωπικότητα του. Λείπουν τέτοιες πένες από την σημερινή εποχή θεωρώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όντως λείπουν. Χορτάσαμε από (υπο)κουλτούρα και διψάμε για τέτοια αυθενικά κείμενα.
      Την καλησπέρα μου Μάκη.

      Διαγραφή
  5. "Η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα καραμέλα της μέντας", αυτή η φράση για κάποιο λόγο που θέλει πολύ συζήτηση να εξηγείσω το γιατί, με γέμισε γλύκα.
    Ναι, ένα κείμενο ύμνος στην ανθρωπιά όπου η φτώχεια έρχεται τελευταία!
    ΑΦιλάκια χαμογελαστά Μαρία μου, με ευχές για γιορτές που να είναι γιορτινές, γιατί μπορούμε να φέρουμε χαμόγελο! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχές κι από εμένα Στεφανία μου. Μακάρι να βρούμε όλοι ένα γλυκό νόημα στις φετινές γιορτές.
      Τα φιλιά μου.

      Διαγραφή
  6. Το απόλαυσα το κείμενο του Τσιφόρου που να πω ότι μ'αρέσει πάντα να διαβάζω τα γραπτά του. Απλός, μεστός όμως με μηνύματα ανθρωπιάς ο λόγος του.
    Αυτά είναι Χριστούγεννα. Αυτό και το νόημά τους
    Καλησπέρα Μαρία μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι αστείρευτος ο λόγος του. Λατρεύω το χιούμορ του και την οξυδέρκειά του. Νομίζω πως τέτοια κείμενα είναι και πάλι επίκαιρα.
      Φιλιά πολλά Άννα μου!

      Διαγραφή
  7. Πολύ όμορφο κείμενο με μηνύματα και στο πνεύμα των Χριστουγέννων

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άγγιγμα στις ψυχές μας, Νατάσσα μου.
      Καλές γιορτές να έχεις!

      Διαγραφή
  8. Υπέροχος Τσιφόρος! Έχω διαβάσει όλα τα έργα του. Διαχρονικός, με διαφορετική κουλτούρα, τρόπο σκέψης, ανατρεπτικό χιούμορ και κριτική ματιά διακωμωδεί την ιστορία, την κοινωνία, τους ανθρώπους. Θα μπορούσε το κείμενο να είναι δραματικό, όμως μέσα απ’ τον σαρκασμό, ανάμεσα στο δράμα και το ευτράπελο αφήνει ένα συναίσθημα τρυφερότητας.
    Με τις καλύτερες ευχές Μαρία μου, Σ' ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό είναι και το μεγαλείο στα έργα του, Αννίκα μου. Γελάς, δακρύζεις, προβληματίζεσαι, γίνεσαι καλύτερος...
      Εγώ σ' ευχαριστώ ♥

      Διαγραφή
  9. Αξεπέραστος για την εποχή του και όχι μόνο ο Τσιφόρος Κανελλάκι μου διαβάζοντας τον βλέπεις την σπιρτάδα του πνεύματός του και μέσα από αυτήν γίνεσαι και εσύ μέρος του γραφτού του.
    Εστω και αν έχεις ένα κόμπο στο λαιμό διαβάζοντας, μέχρι εκεί που βρίσκει το πιτσιρίκι, κατά βάθος ξέρεις ότι ο Πάεικιέλας θα έκανε ότι έκανε στο τέλος και θα σου άφηνε αυτήν την γλυκιά γεύση συναισθήματος Χριστουγεννιάτικα!!
    Να είσαι καλά Κανελλάκι μου και σε ευχαριστούμε για το μοίρασμα του πνεύματος αγάπη μου φιλώ σε ❤ Σ.Λ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αγαπημένος συγγραφέας ο Τσιφόρος.
    Υπέροχη ιστορία διάλεξες για να μοιραστείς μαζί μας Μαρία μου.
    Μόνο ο πεινασμένος μπορεί να καταλάβει τον πεινασμένο.
    Πόση ευτυχία να δίνεις χαρά.
    Να είσαι καλά και φιλάκια πολλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ Ρένα μου!
      Φιλιά πολλά και καλό μήνα να έχεις ♥

      Διαγραφή
  11. Τον αγαπώ πολύ.
    Μια εποχή, παρά τη φτώχεια και την ανέχεια, υπήρχε μια αυθεντικότητα που πίσω δεν θα ξανάρθει. Με θάρρος και εύστοχο λόγο μετέφερε στο χαρτί τον κλαυσίγελο της πραγματικότητας χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν.
    Εξαιρετική η επιλογή σου!
    Καλό μήνα, κορίτσι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Τεραστιος και πολύ μπροστά για την εποχή του!!!Εξαιρετικη η αναρτηση σου.🌸🌸Πέρασα να σου ευχηθώ καλές γιορτές με υγεία και όλα τα καλά στο σπίτι σου🌸🌸

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας.