Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Απ’ την Τρόικα με αγάπη


Ο ταχυδρόμος χτύπησε τρεις φορές. Την τέταρτη όπως  μου είπε, θα τον συνοδεύει η φιλαρμονική ορχήστρα του δήμου και άγημα με επίλεκτα στελέχη των ΕΛ.ΤΑ. Επίσης με ρώτησε αν περιμένω κι άλλα πακέτα∙ για την ακρίβεια μου είπε Θα συνεχιστεί για πολύ αυτό το βιολί μαντάμ;

Το πρώτο πακέτο στήριξης, κατέφτασε προ ημερών και ήταν το δώρο του φίλου μας Γιάννη, για τη συμμετοχή μου στο διαγωνισμό σεναρίου. Ένα εξαιρετικό λεύκωμα του Ανδρέα Ταρνανά, με φωτογραφίες και αναφορές στον μεγάλο Ιταλό ποιητή, πεζογράφο, σεναριογράφο και σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Απολαυστικό ανάγνωσμα!


Ακολούθησε δεύτερο πακέτο, το οποίο με αιφνιδίασε γιατί δεν το περίμενα, αντιθέτως περίμενα το τρίτο πακέτο που θα δείτε παρακάτω. Η Ρούλα μας απ’ την Κρήτη, έστειλε το πεσκέσι της και τις καλοκαιρινές ευχές της. Το βιβλίο του Κώστα Καρακάση «Πορτραίτα σε θρυμματισμένο καθρέφτη». Το τηλεφώνημά μου την βρήκε στα θερινά της “ανάκτορα”, στο θρυλικό μπαλκονάκι με θέα τον …Ατλαντικό (που έλεγε και μια λαίδη). “Για διακοπές” μου είπε, αλλά μεταξύ μας τώρα, δεν την κόβω να περάσει το καλοκαίρι στην  ξαπλώστρα. Θ’ αναστενάξουν οι καμβάδες κι οι ντεμισέδες… Άσε που την έχω ικανή να ράψει τίποτα καλύμματα για τις ξαπλώστρες της παραλίας. Για μια ανανέωση, ξέρετε… Κάτι τέτοια βλέπει η Ντέλια Βελκουλέσκου και θα μας πάει το όριο συνταξιοδότησης στα ενενήντα.



Το τρίτο πακέτο κατέφτασε μετά από δύο μέρες και η παραλαβή του έγινε με τιμές αρχηγού κράτους. Σύσσωμοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου, με υποδέχτηκαν με την οικειότητα που δημιουργείται στους ανθρώπους, μετά από τακτικές συναντήσεις. «Μ’ όλο το θάρρος, μπορείτε να κάτσετε πέντε λεπτά στο πόστο μου, να πεταχτώ να πάρω ένα φρέντο;», με ρώτησε η συμπαθέστατη υπάλληλος. «Καλέ ναι!... με την ησυχία σας, τα έμαθα τα κατατόπια εδώ…», της απάντησα. Μέχρι να επιστρέψει, εντόπισα και το τρίτο πακέτο που μου έστειλε η Μία, το οποίο ξεχώριζε από μακριά, απ’ τον όγκο, το κατακόκκινο χαρτί περιτυλίγματος και τα καλλιγραφικά της γράμματα.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Τσαντούλα σένια, κολιεδάκια, σκουλαρίκια, βραχιολάκι, στεφάνι με πάνινα λουλούδια, καλλυντικά, ξύλινα καδράκια vintage, καραμέλες, σοκολάτες, ένα ρολό χαρτί περιτυλίγματος και πλαστικά “μαξιλαράκια” συσκευασίας. Ένα απλό και λιτό δηλαδή δώρο, που ο καθένας μας συνηθίζει να στέλνει, δώθε-κείθε… 
«Πού έχεις μπλέξει ρε μάνα;» με ρώτησε καχύποπτα ο γιος μου, καθώς φωτογράφιζα τη λεία μου. Κι άντε να του εξηγήσω τώρα, πως μια Σμαραγδένια, μία Μία κι ένας Giannis Pit, είναι οι πρωτεργάτες αυτής της φιλικής συνωμοσίας. Οι πυρήνες της καρδιάς, ένα πράμα…


Γιάννη, Ρούλα και Μία, σας ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου!...

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

"Το τελευταίο παράσημο" [15ο παιχνίδι λέξεων]



Αγαμέμνων Αγριδιώτης
Αντιστράτηγος ΕΑ
4ος όροφος


Στο ευρύχωρο ρετιρέ των εκατό και βάλε τετραγωνικών, διάγει το μοναχικό του βίο ο κύριος Αγαμέμνων∙ Μένιος για τους ελάχιστους φίλους του, που κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα, είτε λόγω θανάτου, είτε λόγω θανατερής ανίας, κατά τις απογευματινές συνευρέσεις τους στο γειτονικό καφενείο «Το Νέον». Οι τέως νέοι, και νυν επιζήσαντες-θαμώνες του ΝΕΟΝ, έχουν μπουχτίσει τον κυρ-Μένιο, τις χιλιοειπωμένες ιστορίες του για τις μάχες του ένδοξου στρατού και τα κηρύγματα περί εθνικοφροσύνης, αναμασημένα απ’ τα άρθρα της εφημερίδας που διαβάζει.
«Οι ξένοι αγαπητοί μου, είναι ο ύπουλος εχθρός που προωθείται στη χώρα!».
«Κάτσε ρε Μένιο να προωθήσουμε ένα καφεδάκι στον καταπιόνα μας κι ύστερα πιάνουμε την πολιτική…»

Έχει συνηθίσει τα πειράγματά τους και γλυκαίνει τα φαρμάκια του, στον πολλά-βαρύ που του σερβίρει ο Λέανδρος. Ο νεαρός ιδιοκτήτης του καφενείου, είναι Βορειοηπειρώτης και κατά τη θεωρία του κυρ-Μένιου, “αποτελεί έναν εν δυνάμει εκδοροσφαγέα της πατρίδος”. Το γεγονός ότι το ένδοξο όνομά του, γειτονεύει με το όνομα ενός αλβανόφωνου καφετζή στα κουδούνια της πολυκατοικίας, τον θλίβει βαθύτατα.

«Λέανδρος-Αννίτα»
«Τι’ ναι πάλι τούτο; Ντουέτο τσίρκου;»
Αναφώνησε θορυβημένος στον διαχειριστή, την αποφράδα ημέρα που αντίκρυσε το κακογραμμένο χαρτάκι στο καντράν.
«Οι καινούργιοι νοικάρηδες του ισογείου είναι κυρ-Μένιο!... Αμάν η μίρλα σας!»

Απ’ το ευάερο μπαλκόνι με τις κατάφυτες ζαρντινιέρες και τις άνετες σαιζ-λονγκ, δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να κρυφοκοιτάζει επί ώρα, το σαραβαλιασμένο φορτηγάκι που ξεφόρτωνε την πραμάτεια του νεοφερμένου ζεύγους. Ένα παλιό στρώμα, τάβλες, τεντζερέδες και ξεχειλισμένες βαλίτσες με ρούχα∙ ξοπίσω, μια τουρλωτή κοιλιά και η γλυκύτατη κάτοχός της. Γιατί στρατηγός-ξεστρατηγός, είχε ξεροσταλιάσει απ’ την πολύχρονη χηρεία κι όταν αντίκρυζε τέτοιες υπάρξεις, ο μικρός στρατηγός απ’ τη σκελέα του, εξανίστατο σφοδρώς.

Λίγες μέρες μετά, ένα μωρουδιακό κλάμα ξεχύθηκε σα λάβα ηφαιστείου απ’ τον κρατήρα του φωταγωγού, εκβαλλόμενο στο ασπρομάλλικο κεφάλι του κυρ-Μένιου. Λίγο η ζήλεια που του έξυσε την παλιά πληγή της ακαρπίας του, λίγο τα θαλασσιά ζιπουνάκια που θροΐζανε ευωδιαστά, καθώς διέσχιζε το μικρό μπαλκονάκι του ζευγαριού, τον έριξαν στην άβυσσο της απέραντης μοναξιάς. Καθημερινά, κρυφάκουγε εμμονικά απ’ το φωταγωγό τα βρεφικά κλάματα, τα μητρικά νανουρίσματα και τις χαρούμενες φωνές του καφετζή. Είχε μάθει τις συνήθειες του μωρού, κάθε πότε βύζαινε, πότε κοιλοπονούσε και πότε πρωτόβγαλε  δοντάκια. Για κάθε νεογιλό, μετρούσε  κι ένα δικό του ξεδόντιασμα.

«Ποιος διάολος είναι νυχτιάτικα;»
«Η Αννίτα είμαι, απ’ το ισόγειο. Του Λέανδρου… Ανοίχτε μου σας παρακαλώ, είναι ανάγκη!»

Στο δρόμο, στρίγγλιζε μια σειρήνα ασθενοφόρου κι αν δεν κοιμόταν τόσο βαριά, θα ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο παρατηρητήριο-μπαλκόνι του, ρουφώντας με βουλιμική περιέργεια το θέαμα.  Ο μεταλλικός ήχος του φορείου που κυλάει στη ράγα της καμπίνας, συνόδευε την τσιριχτή φωνή:

«Λιποθύμησε κύριε Αγαμνέμονα, τον πάμε στο νοσοκομείο!…»
«Αγαμέμνονα με λένε κυρία μου!»
«Σας παρακαλώ, κρατείστε για λίγο το μωρό…πρέπει να πάω μαζί του, δεν έχουμε άλλον δικό μας εδώ…εσείς είστε καλός άνθρωπος… ο Λέανδρος σας θαυμάζει… είστε και αξιωσωματικός του στρατού!…»

Στον καθρέφτη του χολ, αντίκρισε συγκινημένος τον εαυτό του.
Ένας “αξιωσωματικός” του ελληνικού στρατού, καθαιρεμένος απ’ το μικρό αγόρι που κοιμόταν στον ώμο του. Δίχως στολή και παράσημα, ολόγυμνος και πάναγνος, να φυλάει τις Θερμοπύλες του Λέανδρου και της Αννίτας.





Συμμετείχε στο 15ο (πότε φτάσαμε στα 15 Παναγία μου;) παιχνίδι των λέξεων, που φιλοξενεί με συνέπεια και φροντίδα η Μαρία στο χώρο της mytripsonblog. To παιχνίδι διανύει αισίως την άγρια εφηβεία του και πετάει μπόι, δυναμώνει και εμπλουτίζεται με νέο αίμα και δυνατές συμμετοχές. Είχε ξεκινήσει πριν χρόνια από μια ιδέα της Φλώρας μας στο μπλογκ της: texnistories απ’ όπου το παρέλαβε η Μαρία και το συνεχίζει ακάθεκτη.

Ευχαριστώ θερμά τους φίλους που συμμετείχαν και σ’ αυτό το συγγραφικό ταξίδι και φυσικά την Μαρία μας, που τραβάει όλο το ζόρι για την προετοιμασία και την υλοποίηση. Εις το επανιδείν λοιπόν και καλό καλοκαίρι εύχομαι!

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Υλιστική διαλεκτική σε τόνους λεοπάρ [20ο Συμπόσιο Ποίησης]


Μη με λέτε Ασημίνα
τρε-μπανάλ και αντιστάρ
ζε-μα-μπελ “Μαντάμ Σιμόν”
«Ποια Σιμόν; η Μποβουάρ;»
Δεν την ξέρω τη μαντάμ
εγώ είμαι η  Λεοπάρ

(ρεφρέν)
Ούσα στη μπουρζουαζία
διαθέτω ευαισθησία
πάντ’ αφήνω μπουρμπουάρ
σε πτωχούς και σε κλοσάρ (ώπα)

Είμαι ενσωματωμένη
καναπέ και λινζερί
ασορτί και το τυρμπάν
«το φακιόλι εννοείς;»
Όχι πες, δεν είμαι σταρ;
«Σαν τη Τσίτα του Ταρζάν»
Δεν την ξέρω τη μαντάμ
εγώ είμαι φου-ζαμάν

(ρεφρέν νο2)
Και στα υποδήματά μου
ο κοσμάκης στα παλιά μου
κι αν δεν έχουνε να φαν’
τους κερνάω κρουασάν (ώπα-ώπα)

«Μια σταλιά ψυχή δεν έχεις;
δίπλα ρίχνουνε ναπάλμ
σφάζουνε μικρά παιδιά»
Εγώ είμαι μια μαντάμ!
Μπυθουλαίοι και μπας-κλας
κι όλη αυτή η ντεκαντάνς
μου ταράζουνε  το ζεν
κι είμαι ευαίσθητη ναι-μεν
αλλά ο μόνος μου χαβάς
να περνάω ΕΓΩ τρε-μπιέν!



Συμμετείχε στο 20ο συμπόσιο ποίησης της Αριστέας μας.

Για την ιστορία: Η μαντάμ Σιμόν έπληττε θανάσιμα εκείνο το βράδυ. «Να ανακατευτείτε με λαϊκούς ανθρώπους, για να νιώσετε ένα ψυχολογικό ξύπνημα» της είπε ο ψυχαναλυτής της στο τηλέφωνο, ακούγοντας το μονόλογο-ντελίριο της μαντάμ και τις ατελέσφορες εσωτερικές της αναζητήσεις. Μετά από πολύωρες περιπλανήσεις στο διαδίκτυο, βρέθηκε στα λημέρια της Αριστέας μας.

«Η ζωή είναι ωραία» διαβάζει κι ένα χαμόγελο διαγράφεται στα σαρκώδη χείλη της. «Αυτό είναι. Θα καταπιαστώ με την ποίηση!», σκέφτεται. Κάπως έτσι ξετυλίγεται το πηγαίο ταλέντο της στην αυτοαναφορικότητα και τον αχαλίνωτο αυτοθαυμασμό της.

Κάθε ομοιότητα με αντίστοιχες «ανήσυχες» υπάρξεις, δεν είναι τυχαία.
Η λεοπαρδαλή, είναι ένα σαρκοφάγο θηλαστικό, της οικογένειας των “homo je m' en fous ”. Ζει και κινείται στις ζούγκλες των πόλεων, την χαρακτηρίζει η κοινωνική οκνηρία και [εκ]τρέφεται από εύπορους ζωέμπορες.


Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

“Μουρμούρα ιλ φό[ρ]νο”


(Αμάν αυτή η μάνα σου πια)



Βράδυ καθημερινής. Κλασσικό δείπνο, μιας συνηθισμένης (στη γκρίνια) οικογένειας. Τριάρι στη τσιμεντένια καρδιά της πόλης∙  η κρεββατοκάμαρα του ζεύγους, το εφηβικό δωμάτιο της Νικόλ και το μικροσκοπικό ημιυπαίθριο, που φιλοξενεί την κυρία Νικολίτσα, πεθερά της Βούλας και μητέρα του Παντελή. Στενό μπαλκονάκι με ξεφτισμένες τέντες και θέα στη μπουγάδα απ’ το απέναντι τριάρι, όπου είναι στρυμωγμένη μια άλλη τυπική οικογένεια…

-            Νικόοοολ, κλείσ’το ρημάδι κι έλα να φάμε!
-            Άντε Νικολίτσα μου, ήρθε ο μπαμπάς πουλάκι μου…πλύνε τα χέρια σου…
-            Σπέρααα…πάλι τρώγεστε; Μέχρι έξω ακούγεστε!
-            Η κόρη σου!
-            Τι έκανε πάλι η Νικολίτσα;
-            Νικόλ τη λένε!
-            Ναι καλά, τι σου’ κανε το παιδί;
-            Ναι βρε Βούλα μου, τι σου φταίει πάλι το έρμο;
-            Καλά, εσύ δεν την έβριζες νωρίτερα,που δεν ξεκολλάει απ’ το κινητό;
-            Να μην της παίρνατε κινητό, εσείς φταίτε! Τι δουλειά έχει μια σταλιά κοριτσάκι με κινητό;
-            Μας τρολάρεις ρε γιαγιά; Ξέρεις από πότε έχω περίοδο;
-            ΝΙΚΟΛΙΤΣΑ ΒΟΥΛΩΣ’ΤΟ!... Καλά ρε Βούλα, της ήρθε περίοδος και δεν μου είπες τίποτα;
-            ΝΙΚΟΛ τη λένε! Δε πήρες χαμπάρι τα κιβώτια με τις σερβιέτες;
-            Το κοριτσάκι μου…Της μίλησες τουλάχιστον σα μάνα προς κόρη;
-            Ναι, εμένα περίμενε!
-            Θα φάμε επιτέλους;
-            Πες ότι έχεις πρεμούρες να δεις τη Φαζιλέτ!... Κι ύστερα λες για την εγγονή σου… ΕΣΥ, που έχεις κολλήσει βεντούζα στην τηλεόραση!
-            Ρε Βούλα!... Όρεξη έχεις βραδιάτικα;
-            Θα με πεθάνετε εσείς…κάνε παιδιά σου λένε!
-            Καλά άστο γι’ απόψε, πεθαίνεις αύριο…Βούλα, τι έψησες;
-            Το ψάρι στα χείλη μου έψησε, που ανάθεμα την ώρα που άφησα το χωριό, για να καταχωνιαστώ στο κλουβί με τους τρελούς!
-            Μπορούμε να ελπίζουμε σε μια απόδραση δηλαδή;
-            ΒΟΥΛΑ, ΤΙ ΕΨΗΣΕΣ;
-            Ψάρι λαδορίγανη.
-            Πάαααλι ψάρι ρε μάνα; Ήμαρτον!...
-            Συγνώμη κορίτσι μου, αύριο θα ετοιμάσω ελάφι γουέλινγκτον…με τσιπς το θέλεις, ή προτιμάς ένα αντζέμ πιλάφι;
-            Πάω να βγάλω το ψάρι απ’ το φούρνο…άντε, κάντε και κάνα σταυρό να σας συγχωρέσει ο Θεός για τις αμαρτίες σας!
-            Με τόσα τούρκικα που βλέπεις, θα φέρουμε ιμάμη να σε διαβάσει…άμα έρθει η ώρα σου…
-            ΒΟΥΛΑ ΒΟΥΛΩΣ’ΤΟ!... Μια φορά να φάμε σαν άνθρωποι ρε γαμώτο!…
-            Νικόλ, φέρε ποτήρια!
-            Πάλι εγώ;
-            Άστα Νικολίτσα μου, τα φέρνω εγώ…
-            Νικόλ τη λένε! Μια φορά να συμφωνήσουμε σε κάτι ρε Παντελή!
-            Ρίξε μου τώρα και ευθύνες!…Έβαλες καμμιά μπύρα στο ψυγείο;
-            Δε θυμάμαι...τράβα δες!
-            Άστο μπαμπά, πάω εγώ…
-            Μπράβο κούκλα μου!...
-            Μήπως ρώτησες για το σελφοκόνταρο που λέγαμε;
-            Όχι…
-            Καλά, άσε θα τα φέρει η γιαγιά τα ποτήρια…
-            Ρε μάνα; Τι κάνεις τόση ώρα στην κουζίνα; Τι έγινε γαμώ το στανιό μου; Την κατάπιε ο φούρνος;
-            Πού τέτοια τύχη;
-            ΒΟΥΛΑ ΣΚΑΣΕ!
-            Σκάσε εσύ, Παντελή!
-            Δε σκάτε κι οι δυο σας λέω ‘γω; Δεν σας αντέχω άλλο!...Πάω στη γιαγιά να τη βοηθήσω…
-            Τα βλέπεις; Θα το τρελάνουμε το παιδί με τις υστερίες σου!
-            Τα χαΐρια της μάνας σου δεν τα βλέπεις; Μας έχει σπάσει τα νεύρα με τη μουρμούρα της…
-            ΓΙΑ-ΓΙΑ!!!...
-            Κάηκε το ψάρι; Και τα’λεγα εγώ!... Η γρουσουζιά της Παναγία μου!...

(Το ζευγάρι τρέχει στην κουζίνα)

-            Μάνα;
-            Αχ, και της το’ πα της χριστιανής!…Οι πάνω αντιστάσεις έχουν διαρροή…
-            Εσύ φταις!...Κακούργα γυναίκα!...
-            Τόσο καιρό σε κυνηγάω ν’ αλλάξεις το ρελέ!
-            Κι ότι την έψηνα να μου πάρει το σελφοκόνταρο ρε γαμώτο!
-            Την παράψησες όμως…
-            Είστε ηλίθιες ρε;
-            Εσύ που είσαι λογικός, γιατί δεν την ξεφουρνίζεις, μήπως την προλάβουμε ζωντανή;
-            Θα με χτυπήσει το ρεύμα!
-            Ενώ αν είχαμε τώρα το σελφοκόνταρο, θα την σπρώχναμε με ασφάλεια! Τα’ λεγα εγώ!





[Συμμετείχε στην πρώτη απόπειρα - άσκηση σεναρίου, με τίτλο: «Πες το με εικόνες» εμπνευσμένο και σκηνοθετημένο στην εντέλεια, απ’ τον καλό φίλο Γιάννη (Giannis Pit ή και CINEFIL, όπως είναι γνωστός στο διαδικτυακό στερέωμα).
Η αγάπη του Γιάννη για το σινεμά, οι γνώσεις που έχει κατακτήσει με την πολύχρονη παρουσία του στο χώρο, οι  έρευνές και το πάθος του για τους δημιουργούς της έβδομης τέχνης, αλλά κυρίως η (πάντα) ευγενική του διάθεση να μοιράζεται εμπειρίες και να δημιουργεί διαδραστικές συνευρέσεις, έδωσαν το έναυσμα για τη νέα αυτή ιδέα. Απόπειρες να γράψουμε σε σεναριακή μορφή, μικρά κείμενα. Η αρχή έγινε, ελπίζω να ανταποκριθήκαμε στις προσδοκίες του και να συνεχίσει να μας δίνει τέτοιες αφορμές για έκφραση και δημιουργικότητα.

Η “Μουρμούρα ιλ φό[ρ]νο”, συρρικνώθηκε για τις ανάγκες του ορίου λέξεων στο παιχνίδι, κι εδώ είναι στην αρχική της μορφή. Ευχαριστώ θερμά τους συμπαίκτες και τους φίλους που διάβασαν και αξιολόγησαν τα κείμενά μας και φυσικά ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον Γιάννη!]