Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Έγκλημα και τιμωρία

 


Και να που έσκασε μια ανακουφιστική είδηση για να υποδεχτούμε τον Νοέμβρη. Η καταδίκη των MAΤατζήδων που σακάτεψαν ένα παιδί, στην πλατεία Ελευθερίας (τι ειρωνεία!) ακριβώς μπροστά στα δικαστήρια του Βόλου. Ήταν 14 Ιούνη του 2020. Ο Βασίλης συμμετείχε στο μαζικό συλλαλητήριο για την καύση των σκουπιδιών απ’ την ΑΓΕT και οι αστυνομικοί ήταν φρενιασμένοι απ’ τη δυναμική συμμετοχή των πολιτών. Κάποιοι απ’ αυτούς ξέσπασαν όλο το μένος τους πάνω στον Βασίλη. Αν και ήταν αναίσθητος στο οδόστρωμα, συνέχιζαν να τον χτυπούν με μίσος, για περισσότερο από ένα τέταρτο. Ο κόσμος ούρλιαζε στα μπαλκόνια να σταματήσουν γιατί θα τον σκοτώσουν στο τέλος. Μια άλλη ομάδα ΜΑΤατζήδων κινήθηκε προς τις εισόδους των πολυκατοικιών και όρμησαν σ’ όσες βρήκαν ανοιχτές. Ανέβηκαν σε ορόφους, αναζητώντας τους διαμαρτυρόμενους πολίτες (!)



Όπως είχε γράψει ο Βασίλης στο προφίλ του στο fb, ξυλοκοπήθηκε άγρια, τόσο που με δυσκολίες μπορούσε ν’ ανασάνει. Στο περιπολικό οι αστυνομικοί τον χτυπούσαν και γελούσαν μαζί του χλευαστικά. Το ίδιο και στο κρατητήριο. Ζήτησε νερό και τον έβαλαν να πίνει σταγόνα-σταγόνα. Επειδή ήταν πολύ χτυπημένος θα έπρεπε να τον πάνε στο νοσοκομείο. Αντ’ αυτού, τον πέταξαν έξω από το τμήμα και τελικά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο από μια παρέα περαστικών. Εκεί έμεινε 4 μέρες. Είχε πολλαπλά κατάγματα στα πλευρά και θλάση στο συκώτι και στη χοληδόχο κύστη.

Ένα μήνα μετά, στις 13 Ιουλίου 2020, ο Βασίλης κατέληξε. Ήταν η περίοδος που η κοινωνία “έβραζε” απ’ τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στην Αμερική.

“Οι ιδέες μας, όσους κι από μας αν σκοτώσουν, δε θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούνε πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε ν’ ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα! ”

Βασίλης Μάγγος, 16/6/2020



“Ο κόσμος μου είναι τόσο διαφορετικός απ’ τον δικό τους…”, έγραφε ο Βασίλης πάνω από μια φωτογραφία του.

Διάβαζε και έγραφε ποίηση. Λάτρευε τον Μπουκόφσκι και τον Κώστα Καρυωτάκη. Τον χαρακτήριζε τον αγαπημένο του ποιητή. Από μια διαβολεμένη σύμπτωση, ο Βασίλης έφυγε όπως κι ο ποιητής, Ιούλιο μήνα και πολύ πρόωρα.

“Πού να ‘ξεραν οι αλήτες γνωστοί και φίλοι

Οι απλοί άνθρωποι και συναδέλφοι

Τα χιλιάδες ρεμάλια που γνώρισα

Οι κατατρεγμένοι

Οι κολασμένοι

Αυτοί που απ’ όλα στο κόσμο είναι κυνηγημένοι

Πως εγώ έχω μια πένα και γράφω γι’ αυτούς;

Πού να ‘ξεραν πως εγώ, ο όμοιός τους  - και πάντα λίγο διαφορετικός-

Πως γι’ αυτούς θα τραγουδούσα;



Η φωτογραφία είναι από ένα βίντεο που είχε ανεβάσει ο Γιάννης Μάγγος με το γιο του στα βουνά. Η λεζάντα αποδείχτηκε τραγικά προφητική: «28/4 2020 Η τελευταία πορεία»…

Μετά από λίγο καιρό, ο γιος του συλλαμβάνεται και βασανίζεται μέχρι θανάτου. Το “αδίκημά του” ήταν ότι υπερασπίστηκε το περιβάλλον και την υγεία των συμπολιτών του.  



Ο πατέρας του, εδώ και έξι χρόνια, είναι παντού και πάντα παρών. Ψύχραιμη, ευγενική και αλύγιστη φιγούρα, μονίμως μ’ ένα πλακάτ. Και μ’ ένα σταυρό στην πλάτη. Να διεκδικεί το αυτονόητο. Δικαιοσύνη και τιμωρία των δολοφόνων του παιδιού του. Πάντα & παντού. Πλάι στην Μάγδα, στη μητέρα του Ζακ, στον Πάνο Ρούτσι στο Σύνταγμα… σε πόσους άλλους. Δεν έλειψε ποτέ από πουθενά. Απέναντι σ’ ένα σύστημα που προσπαθεί μανιασμένα εδώ και χρόνια να τον σπάσει.

Εκείνος, εκεί. Πάντα με τον Βασίλη στην πλάτη.

Και πάντα με σύνθημα τη φράση του παιδιού του: «Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα».

Και νίκησαν!

Πολεμώντας, επί έξι χρόνια, τον κρατικό μηχανισμό και τα συστημικά μέσα.

Μας  έμαθαν ότι η αξιοπρέπεια μπορεί να νικήσει τη χυδαιότητα.

Πέτα, αγόρι μου, στα βουνά που αγαπούσες…

Ο μπαμπάς σου τα κατάφερε. Καθάρισε για πάρτη μας…



[Σημείωση: Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

 




Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Πάμε θέατρο;

 


Μια οικογένεια εντοιχισμένη στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τσιμεντένιου κουτιού. Ένας μικρόκοσμος σφηνωμένος στην άβυσσο της πόλης. Στα λίγα τετραγωνικά που μπορούν ελεύθερα να κινηθούν και να εκφραστούν, οι χαρακτήρες του έργου ξεσκεπάζουν έναν ολόκληρο κόσμο. Μας στήνουν μπροστά σ’ έναν καθρέφτη για να δούμε κατάματα τις άβολες αλήθειες μας. Να αναμετρηθούμε με τις ματαιώσεις και τις πληγές μας. Να ξεριζώσουμε τις σιωπές και τους φόβους μας, να ματώσουμε, να πεισμώσουμε και να ξανασηκωθούμε όρθιοι. Οι ηθοποιοί δεν ενσαρκώνουν ρόλους. Καταθέτουν ψυχή. Η σκηνή του θεάτρου εναλλάσσεται από άγρια αρένα, σε μια μητρική “παραδεισένια” αγκαλιά.

Είναι μια στερεοτυπική ελληνική οικογένεια. Είναι κάποιος ή κάποια από εμάς. Είναι η εποχή που βιώνουμε. Eίναι το συλλογικό μας τραύμα. Είναι οι μικροί εμφύλιοι σπαραγμοί πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες. Και είναι η υπενθύμιση πως τα συστατικά που κρατούν ακόμα ζωντανό τον ιστό της κοινωνίας μας, είναι η αλληλεγγύη και η αγάπη.

Ευχαριστώ από καρδιάς τη θεατρική ομάδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΡΑΞΕΙΣ και την Τασιλένα Βουδούρη. Γιατί δεν διεκπεραίωσαν απλά τους ρόλους τους. Ψηλάφισαν ενδελεχώς τους χαρακτήρες, ταυτίστηκαν, ανακάλεσαν προσωπικά τους βιώματα -ή και τραύματα-, κατανόησαν βαθιά και με απέραντο σεβασμό τους ήρωες και τον ψυχισμό τους. Τους έδωσαν υπόσταση και, από άψυχο κείμενο σ’ ένα χαρτί, κατάφεραν να του δώσουν ανάσα. Και την προοπτική στους θεατές να φύγουν μετά την παράσταση, με την επίγευση της καμένης μουρμούρας…

------------------------------------------------------------------------------

Πληροφορίες για την παράσταση: 

Παίζουν με αλφαβητική σειρά:

ΑΛΕΞΙΑΔΟΥ ΜΑΛΑΜΑΤΗ (Βούλα)

ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ (Έρση)

ΡΟΥΣΕΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ (Παντελής)

ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ ΒΕΝΕΤΙΑ (Νικόλ)

ΧΑΡΙΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ΑΜΑΛΙΑ (Νικολίτσα)

Επιμέλεια – Σκηνοθεσία:

ΒΟΥΔΟΥΡΗ ΤΑΣΙΛΕΝΑ

Σκηνικά – Κουστούμια:

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΡΑΞΕΙΣ”

Φωτογραφίες:

ΛΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Φώτα – ήχος:

ΓΚΟΤΣΙΝΑΣ ΜΠΑΜΠΗΣ

------------------------------------------------------------------------------

Hμερομηνίες παραστάσεων: 9, 10, 11 & 16, 17 Οκτώβρη 2026

Έναρξη: 21.00

Διάρκεια: 1 ώρα περίπου

Στο Πολιτιστικό “Πολύκεντρο – Ηλέκτρα Αποστόλου”, Κουντουριώτου 18Α & Νεότητος, Ηράκλειο Αττικής 141 22 (κοντά στο σταθμό ΗΣΑΠ)

Είσοδος ελεύθερη


Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

13 χρονών και κάτι ημερών...

 


-Με ξέχασες πάλι φέτος.

-Εγώ να ξεχάσω το Απάγκιο μου; Φωτιά να πέσει και να με κάψει.

-Ναι, καλά. Πέρσι με ξεπέταξες με κάτι φθινοπωρινά δρώμενα που παίζατε με τους φίλους σου και φέτος τίποτα… ούτε μια τόση δα αναρτησούλα, ρε γαμώτο…

-Σκοτούρες, μπλογκάκι μου. Μας γονάτισαν οι σκοτούρες, πού να σου εξηγώ τώρα κι εσένα;

-Η Ρούλα πώς έκανε γενέθλια στο δικό της μπλογκάκι, δηλαδή; Αυτή δεν έχει σκοτούρες;

-Ποτέ δεν κατάλαβα πώς τα προλαβαίνει όλα στην ώρα τους αυτή η γυναίκα!

-Και του έφτιαξε και μια πλατφόρμα γαλακτομπούρεκο, αμέ! Κι εσύ μάς έχεις ταράξει στις μπάρες πρωτεΐνης. Έλεος δηλαδή!...

-Να σου δώσω λεφτά να βγεις έξω, να κεράσεις τους φίλους σου τα άλλα μπλογκάκια; Μεγάλωσες πια. 13 χρονών γαϊδούρι έγινες!

-Είμαι σε προεφηβική ηλικία και χρειάζομαι στοργή και αγάπη.

-Κι εγώ είμαι σε μετακλημακτηριακή ηλικία και χρειάζομαι χώρο και ηρεμία.

-Αγεφύρωτο το χάσμα ανάμεσά μας, μάδερ μπλόγκερ…

-Πώς μιλάς έτσι στην ψηφιακή σου μητέρα; Ποιος σου τα έμαθε αυτά τα λόγια;

-Μάντεψε…

-Εντάξει, εγώ είμαι ο διαχειριστής σου, δε λέω… αλλά κι εσύ δεν μπορείς να δείξεις μια σταλιά κατανόηση; Εδώ ο κόσμος φλέγεται, παγκόσμιες ισορροπίες ανατρέπονται, ολόκληρες οικονομίες καταρρέουν, oι νεοφασίστες ξετρύπωσαν απ’ τα λαγούμια τους…  κι εσύ έφαγες σκάλωμα με τα γενέθλιά σου;

-Για το κλίμα δεν είπες τίποτα.

-Αυτό πού το πας; Είδες τι γίνεται με τους πάγους που λιώνουν; Ξεθεμελιώνεται ο κόσμος μας, μπλογκάκι μου…

-Δύσκολη η περίοδος μετά την κλιμακτήριο, ε;

-Μη το συζητάς! Κι ακριβύνανε κι οι ψυχολόγοι. Κι η γιόγκα από μόνη της, τι να σου κάνει; Με τριάντα ΩΜΜΜ είμαι απ’ το πρωί… αλλά ένα βήμα με χωρίζει ν’ αρχίσω  πάλι τα μπινελίκια!

-Να βάλουμε κάτω τα υπαρξιακά μας και ό,τι περισσέψει να τα κάνουμε γλυκό του κουταλιού;

-Να, για κάτι τέτοια σ’ αγαπάω, βρε μπλογκάκι μου.

-Φώναξε και τ’ άλλα παιδιά. Τους φίλους σου. Λένε πως μια βόλτα με καλούς φίλους, ισοδυναμεί με δέκα συνεδρίες στον ψυχολόγο.

-Χρόνια σου πολλά, γλυκό μου! Κι ας είναι χωρίς κεράκια και τούρτες.



~ ~ ~ ~ ~ Y ~ ~ ~ ~ ~

Καλό αποκαλόκαιρο στη διαδικτυακή μας παρέα!

Αυτό το φθινόπωρο φέρνει πολλές αλλά και όμορφες υποχρεώσεις στις θεατρικές μου διαδρομές. Θα ανεβάσουμε ξανά την καλοκαιρινή παράσταση "Άλλού η ζωή μάς πάει" με την ομάδα Γ.Κ.ΑΡΑ.Ζ του Γιώργου Χαρατζά. Παράλληλα, κάνουμε εντατικές πρόβες για το βραβευμένο θεατρικό μου έργο «Μουρμούρα Αλ Φόρνο» που θα ανέβει τον Οκτώβρη, για 6 παραστάσεις, απ’ την ομάδα ΕΛΕΥΘΕΡΊΑΣ ΠΡΑΞΕΙΣ.

Κι έχει ο θεός (του θεάτρου)…

Μένουμε συντονισμένοι και προχωράμε. Καλή δύναμη σ’ όλους μας!

Σημείωση: Oι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους


 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

“Αντιθέσεις” του Νίκου Τσιφόρου

 


Ήταν ένα πούρο. Και στην άκρη του πούρου κρεμόταν ένας παχουλός κύριος. Ένας καλοθρεμμένος και λιπαρός κύριος, με κατακόκκινα μάγουλα, που βάραγες το ένα και έσκαγε ρόιδι το άλλο.

Γενικά, ένας κύριος από αυτούς που στάζουνε ευτυχία και εμπνέουνε σεβασμό. Που φοράνε σοβαρότατες μαύρες ρεπούμπλικες, που κάνουνε να τσακίζονται τα σωφέρια των ταξί και οι θυρωροί στις κοσμικές ταβέρνες. Που αποτελούνε την κορυφή στην πυραμίδα των βλέψεων των μετρίων δεσποινίδων, έτσι που μακαρίζουνε τις γυναίκες τους με φράσεις όπως:

– Αχ, τύχη που την είχε η Μαίρη!

Ήτανε και μια γόπα. Και στην άκρη της γόπας ένας φουκαράς. Ένας λιπόσαρκος κοκκαλιάρης φουκαράς, με κατακίτρινα μάγουλα, χρώμα μεταχειρισμένου σταφιδόπανου. Γενικά, ένας φουκαράς από κείνους που στάζουνε μιζέρια και εμπνέουνε αποστροφή. Που φοράνε θλιβερά κουρέλια, που εκδιώκονται ως κοπρόσκυλα από οποιαδήποτε αξιοπρεπή πόρτα. Που αποτελούνε τον πυθμένα των κοινωνικών χαντακιών και που κάνουνε τις γυναίκες να σφίγγουν τις τσάντες τους όταν περνάνε από κοντά τους ή να φυλάγονται με φράσεις τέτοιες:

– Κάνε πιο κει, θα κολλήσουμε καμιά ψείρα!

 Έτυχε, λοιπόν, να περπατάνε εξ αντιθέτου ο μεγαλειώδης κύριος και ο κουρελιάρης φουκαράς. Δρόμος, κόσμος, συνωστισμός, έρχονται στο κόντρα, πέφτει ο φουκαράς πάνω στον κύριο.

Το πέσιμο αυτό ήτανε τέλεια τυχαίο. Δεν ξεκίνησε από καμιά πρόθεση. Η μοίρα, ας πούμε, έφερε σε επαφή δύο αντίθετες εφαπτόμενες. Αλλά γίνηκε με δύναμη τέτοια, που το πούρο γλίστρησε από το στόμα του κυρίου κι έπεσε στο πεζοδρόμιο. Και η γόπα γλίστρησε από το στόμα του φουκαρά και έπεσε και αυτή πλάι στο πούρο.

Ο κύριος ξεσκονίστηκε και είπε:

– Πρόσεχε, ζώον!

Ο φουκαράς δεν ξεσκονίστηκε και είπε:

– Συγγνώμη.

Ο κύριος εξακολούθησε τον δρόμο του. Ο φουκαράς ακούμπησε σε ένα δένδρο γιατί ζαλίστηκε από τον βρόντο. Ήτανε κιόλας νηστικός  και έπρεπε να ακουμπήσει κάπου για να συνέλθει.

Μείνανε λοιπόν η γόπα και το πούρο. Κι επειδή οι γόπες και τα πούρα έχουνε κοινή την καταγωγή, και τα δυο βλέπεις γίνονται από καπνό, πιάσανε την κουβέντα. Όχι βέβαια με μεγάλες οικειότητες, πάντως μιλήσανε.

– Πώς βρωμάς έτσι; Ρώτησε το πούρο.

– Να με συγχωρείτε, δεν το κάνω εξ επί τούτου, ντράπηκε η γόπα.  Αλλά είμαι κατασκευασμένη από φυσικού μου, από ταμπάκο τρίτης ποιότητος. Καϊλάρι, θα το έχετε ακουστά.

– Πουφ! Έκανε το πούρο. Αυτά τα καϊλάρια είναι η ντροπή της φαμίλιας μας.

– Εσείς, τι ωραίο δαχτυλίδι είναι αυτό που έχετε και φοράτε! Θαύμασε η γόπα. Ολόκληρη περιουσία.

– Οικογενειακό, καμάρωσε το πούρο. Όλα μου τα αδέλφια φοράνε και από ένα τέτοιο. Είναι για να δείχνουμε την ανωτερότητα της ράτσας μας. Στα σαλόνια…

– Τι θα πει «σαλόνια»; Απόρησε η γόπα.

– Σαλόνι είναι ένα μέρος που μαζεύεται ο καλός κόσμος. Πίνουνε πιοτά με πολλά χρήματα και λένε ευγενικότατα πράγματα. Δεν έχεις πάει ποτέ;

– Όχι! Εμείς όλοι πηγαίνουμε σε τίποτα ταβέρνες οδός Αθηνάς. Και σε φάμπρικες. Εκεί πάμε.

– Κι εμείς πάμε σε φάμπρικες, είπε το πούρο. Αλλά στα γραφεία. Σας βλέπουμε από τα παράθυρα να κουβαλάτε φορτία και να χαμαλοδουλεύετε και είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Αν δεν ήμασταν εμείς, δεν θα βρίσκατε μεροκάματο και θα ψοφάγατε της πείνας. Καθόμαστε, λοιπόν, και λογαριάζουμε τι  μεροκάματο να σας  δώσουμε, γιατί δεν συμφέρει να πεθάνετε. Ύστερα ποιος θα μας κάνει εμάς τη δουλειά μας;

– Πρέπει να ζείτε, για να μπορούμε κι εμείς να φοράμε τα δαχτυλίδια μας. Μονάχα άμα ζητάτε παραπάνω λεφτά, σας θεωρούμε αναρχικούς. Τι τα θέλετε τα παραπάνω λεφτά, δηλαδή; Μήπως έχετε τα έξοδα; Μια Κυριακή που θα πάτε περίπατο. Ενώ εμείς έχουμε αυτοκίνητα, τουαλέτες, ταξίδια στην Ευρώπη, μαιτρέσσες, του κόσμου τα έξοδα. Και είμαστε και ανώτεροι φιλάνθρωποι. Πφ! Άμα πεθάνει κανένας δικός μας, κάνουμε δωρεές και τις γράφουνε οι εφημερίδες. Ξέρεις πόσα δώσαμε στη «Φανέλα του στρατιώτη»;  Ένα στρόγγυλο εκατομμύριο. Αμέ!

-Τόσα πολλά! Θαύμασε η γόπα.

Είχε κέφι να πει και άλλα το πούρο. Αλλά δεν πρόλαβε. Γιατί ο φουκαράς, που είχε συνέλθει, έσκυψε, το πήρε και το έβαλε στο στόμα του. Το πούρο αηδίασε πολύ σ’  αυτήν την επαφή και από την αηδία του έβγαλε ένα κίτρινο σάλιο. Έφυγε όμως μαζί με τον φουκαρά, επειδή και τα πούρα υποτάσσονται στη μοίρα τους.

Η γόπα το είδε να φεύγει. Ύστερα αδυνάτισε να καπνίζει και πέθανε με τον τρόπο που πεθαίνουνε οι γόπες. Σώθηκε ο καπνός της και τα τίναξε από ασιτία…

Νίκος Τσιφόρος – Διήγημα απ’ το βιβλίο του «Ο κόσμος και ο κοσμάκης»

---------------------------------------------------------------------------------------------------

Εδώ ένα υπέροχο αφιέρωμα της Φίνος Φιλμ για τον σπουδαίο συγγραφέα. Έγραφε ως την τελευταία στιγμή της ζωής του και οι ήρωές του ήταν οι απανταχού φτωχοί και περιφρονημένοι άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου.