Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Next?

 


Χτες το βράδυ η γιαγιά ανέβασε πυρετό. Ήταν από μέρες άρρωστη και ήθελε νοσηλεία, αλλά ο γιατρός της μας είπε να το ξεχάσουμε για δημόσιο νοσοκομείο. «Αν δεν έχει ιδιωτική ασφάλεια, είναι πιο ασφαλές να την έχετε σπίτι. Τουλάχιστον θα έχει ένα κρεββάτι να κοιμάται, αντί να την πετάξουν σ’ ένα ράντσο», μας είπε επί λέξει. Η μαμά επέμενε ότι χρειάζεται ενδοφλέβια αντιβίωση και έναν εξειδικευμένο γιατρό να την περιθάλψει. Ο οικογενειακός μας γιατρός δεν της απάντησε, μόνο κούνησε μ’ ένα συμπονετικό μειδίαμα το κεφάλι του. «Εξειδικευμένο γιατρό… ενδοφλέβια αγωγή… μα πού ζούνε αυτοί οι άνθρωποι;» μονολογούσε καθώς άνοιγε την πόρτα για να φύγει.

Είχε πάρει να σουρουπώνει όταν καλέσαμε το ασθενοφόρο. «Μη χάνουμε άλλο χρόνο… ψήνεται στον πυρετό», φώναζε πανικόβλητη η μαμά, καθώς έπαιρνε με τρεμάμενα χέρια τις Πρώτες Βοήθειες. Πέρασαν τρεις ώρες περίπου μέχρι ν’ ακούσουμε τη σειρήνα στο δρόμο. Η γιαγιά δεν είχε πλέον επαφή με το περιβάλλον και η ανάσα της ολοένα και βάραινε. Η μαμά έπαιρνε και ξανάπαιρνε το 166 και η απάντηση ήταν η ίδια. «Έχουμε τρία επείγοντα περιστατικά με παιδάκια και μία έγκυο. Αμέσως μετά, θα κινηθούμε προς εσάς». Καημένη γιαγιά! Σ’ αυτή την ηλικία, να θέλεις και ασθενοφόρα! Αντί να κάτσεις ήσυχα-ήσυχα να πεθάνεις στη γωνιά σου, θες κι εσύ μεγαλεία! Εξαιτίας σου βουλιάζουν τα δημόσια ταμεία. Εσύ, και κάτι ασυνείδητοι καρκινοπαθείς, οδηγείτε την οικονομία μας στα βράχια!

Κάποιος άνοιξε την τηλεόραση, ίσως ο μπαμπάς που δεν άντεχε αυτή τη βασανιστική αναμονή. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, ενημερωθήκαμε απ’ τα δελτία ειδήσεων πως η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης και πως συντελείται επανάσταση στον χώρο της υγείας με καινοτόμες παρεμβάσεις στα νοσοκομεία και ριζικές ανακαινίσεις στα κέντρα υγείας. Όταν ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού να δηλώνει στις κάμερες: “Βήμα-βήμα χτίζουμε το νέο Εθνικό Σύστημα Υγείας, το οποίο έχουμε οραματιστεί και το οποίο αξίζουν όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες», η γιαγιά έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που κλιμακώθηκε σε βογκητό. Τυχαίο θα πρέπει να ήταν, γιατί όπως είπαμε, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Ούτε η γιαγιά, ούτε κι ο πρωθυπουργός.

Η επόμενη είδηση αφορούσε την ‘επανάσταση’ στο χώρο της παιδείας. «Έρχεται το ψηφιακό σχολείο!» αναφώνησε με στόμφο η εκφωνήτρια. Η γιαγιά ξαναβόγκηξε. Η μαμά βογκούσε στο τηλέφωνο: «Έρχεται το ασθενοφόρο, γαμώ την τρέλα μου; ΤΗΝ ΧΑΝΟΥΜΕ, ΣΑΣ ΛΕΩ!...». Η φωνή απ’ την άλλη άκρη του τηλεφώνου, βογκούσε κι αυτή. Κάτι για υποστελέχωση της υπηρεσίας, κάτι για σωματική και ψυχική εξάντληση των πληρωμάτων, κάτι άλλα για ασθενοφόρα-σαράβαλα που μένουν παροπλισμένα λόγω βλάβης και διάφορα άλλα δυσνόητα… Στο τέλος, την ρώτησε απελπισμένος: «Δεν σας βρίσκεται κανένα αγροτικό με καρότσα, να την πάτε μόνοι σας;»

Έχουν περάσει δυο μερόνυχτα απ’ αυτό το βράδυ και η γιαγιά είναι αποθηκευμένη σ’ ένα ράντσο κάποιου διαδρόμου, στο βάθος κάποιου νοσοκομείου. Πλάι της είναι μια σακούλα με τα αναλώσιμα υλικά που μας είπαν ν’ αγοράσουμε, μια αλλαξιά σεντόνια, οι εικονίτσες της και οι τελευταίες εξετάσεις της για να τις δει ο γιατρός που, κάποιαν απροσδιόριστη στιγμή, θα περνούσε. Τα ρυτιδιασμένα χεράκια της έχουν γίνει μπλαβί απ’ τα πολλά τρυπήματα. Ο φλεβοκαθετήρας που ο νοσηλευτής παιδευόταν επί ώρα να της βάλει, ήταν απ’ τα χειρίστης ποιότητας υλικά που υπάρχουν -ακόμα- διαθέσιμα στα νοσοκομεία. «Να λέτε και δόξα τω Θεώ που τον βρήκαμε κι αυτόν! Κινέζικος-ξεκινέζικος, τη δουλίτσα του θα την κάνει!»

Από μια ανοιγμένη τηλεόραση κάποιου θαλάμου, ακούγονται τα νέα απ’ τη Γάζα και τα ρημαγμένα νοσοκομεία της. Αίμα παντού. Η γιαγιά συνεχίζει να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. Απ’ τη φλεβίτσα της πετάγεται αίμα. Ο καθετήρας έσπασε. Ταυτόχρονα, μια ρουκέτα σκάει στο κτίριο που κάποτε ήταν νοσοκομείο. Παιδιά ουρλιάζουν αιμόφυρτα, μανάδες τραβάνε τα μαλλιά τους με απόγνωση, ακούγονται μονάχα σφυριχτά από βόμβες που σκάνε τριγύρω, η μαμά κλαίει με αναφιλητά, ανακατεύονται τα δάκρυα και γίνονται χείμαρρος, τι να πρωτοκλάψεις ετούτες τις ώρες, οι ηγέτες διαπραγματεύονται -λέει η εκφωνήτρια- μια νοσηλεύτρια τρέχει σαν παλαβή από θάλαμο σε θάλαμο με τρύπια γάντια και πρησμένα πόδια, η γιαγιά καρφώνει το βλέμμα της στο λεκιασμένο ταβάνι, μυρίζει αίμα και βρωμιά ο διάδρομος… απ’ έξω ακούγονται διαδηλώσεις, οι κρότοι των δακρυγόνων μπλέκονται με τις βόμβες των Ισραηλινών, ένας υπουργός πανηγυρίζει για τα απογευματινά χειρουργεία κι ένα αόρατο χέρι αγγίζει τρυφερά το δικό της. Ούτε μια στιγμούλα δεν χρειάστηκε. Τόσο κράτησε το πέρασμά της στην αιωνιότητα. Ευτυχώς ο Θεός που, πάντα, η γιαγιά πίστευε, ήταν φιλεύσπλαχνος μαζί της. Δεν της άξιζε άλλη κόλαση.

Ή όπως θα το έλεγαν οι νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες στη γλώσσα τους: «Το κοντέρ της μηδενίστηκε. Next?»

[Η φωτογραφία προέρχεται απ’ το διαδίκτυο και ανήκει στον δημιουργό της]

 

Κυριακή 12 Μαΐου 2024

«Η μάνα μου»…

 


Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….



Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….



Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.


Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.



Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.


Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

Νίκος Καζαντζάκης – «Αναφορά στον Γκρέκο»

 


ëΜέρα που είναι σήμερα, οι σκέψεις και οι ευχές μας ας είναι με τις  Μάνες  που δεν θα πάρουν αγκαλιές.

Στις μάνες της Ελένης, του Ιάσονα, του Παύλου, της Γαρυφαλλιάς, του Ζακ, του Βασίλη, του Άλκη, του Λουκμάν, της Καρολάιν, του Βαγγέλη... στις τραγικές Μανάδες των Τεμπών που παλεύουν με τον πόνο και το άδικο. Και σε τόσες άλλες...


Φωτογραφίες: Τάκης Τλούπας

Πέμπτη 2 Μαΐου 2024

«Πάσχα στο χωριό»

Mια ιδέα – Μια έμπνευση #2


Θεατρικό έργο σε 3 πράξεις

ΠΡΟΣΩΠΑ:

Βλάσσης (Ο μεγάλος αδερφός του Σταμάτη που σκοτώθηκε σε τροχαίο πριν ένα χρόνο. Το πατρικό πετρόχτιστο σπίτι κληροδοτείται εξ ολοκλήρου σ’ αυτόν, μετά και τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας τους, της κυρίας Ελένης. Θέλει να το κάνει χειμερινό ορμητήριο στο κοντινό χιονοδρομικό κέντρο. Με τα μετρητά που κληρονόμησε, ο στόχος είναι εφικτός και η ζωή του προδιαγράφεται άνετη.

Εριέττα (Ο δεσμός του Βλάσση που ξεκίνησε πριν από έξι μήνες. Επίσης, παλιά αγάπη του Σταμάτη, ωστόσο για διάφορους λόγους, δεν υπήρξαν ποτέ ζευγάρι)

Στέλιος και Λίνα (Συνάδερφος του Βλάσση και παλιός του φίλος απ’ το σχολείο. Με την Λίνα είναι ζευγάρι εδώ και χρόνια και σκοπεύουν να παντρευτούν άμεσα. Την ανακοίνωση του γάμου και τους λόγους που προέκυψαν για την επίσπευσή του, θα την κάνουν απόψε το βράδυ)

Βαγγέλης (Συνταξιούχος αστυνομικός, οικογενειακός φίλος της κυρίας Ελένης, ζει στο κεφαλοχώρι και φροντίζει στοιχειωδώς το σπίτι, χωρίς να του το έχει ζητήσει κανείς. Ξέρει οικογενειακά μυστικά για όλους του συγχωριανούς του και πολλά απ’ αυτά αφορούν την οικογένεια του Βλάσση. Νωρίτερα απόψε, είδε φώτα στο ερημωμένο σπίτι και αποφάσισε να πάει ως εκεί για να δει τι συμβαίνει. Έχει όπλο μαζί του. Την ώρα που κατευθύνεται στο σπίτι, κόβεται το ρεύμα. Με τη γροθιά του χτυπάει την πόρτα, αποφασισμένος για όλα)

Η ΣΥΝΘΗΚΗ:

Δύο ζευγάρια τριανταπεντάρηδων που ανήκουν στην αστική ελίτ, ξεκινούν για πασχαλινή εξόρμηση στο πατρικό του Βλάσση, σ’ ένα ορεινό χωριό του Παρνασσού. Έχουν προμηθευτεί τρόφιμα, ποτά και ξύλα για το τζάκι. Η πρόγνωση για σφοδρή κακοκαιρία που θα χτυπήσει την περιοχή, δεν τους πτοεί. Το ολοκαίνουργιο θηριώδες τζιπ του Βλάσση θεωρείται ασφαλές. Ακόμα κι αν αποκλειστούν όμως, το θεωρούν μια θαυμάσια ευκαιρία για να ξεφύγουν απ’ την ένταση της πόλης και να γευτούν λίγη περιπέτεια. Το βράδυ ανάβουν φωτιά στο κάτω δώμα και κάθονται γύρω απ’ το τζάκι, απολαμβάνοντας χαλαρά το ποτό τους. Ο χιονιάς έξω λυσσομανάει. Κόβεται το ρεύμα. Αρχίζουν ν’ ανησυχούν όταν διαπιστώνουν ότι τα κινητά τους δεν έχουν σήμα. Ξαφνικά, κάποιος χτυπάει τη βαριά ξύλινη πόρτα. Μετράνε κεφάλια και είναι όλοι εκεί. Ποιος είναι ο απρόσμενος επισκέπτης;

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

ΣΚΗΝΗ 1:

ΒΛΑΣΣΗΣ: Ποιος διάολος είναι νυχτιάτικα;

EΡΙΕΤΤΑ: Μην ανοίξεις! Δεν θα ‘ναι για καλό.

ΒΛΑΣΣΗΣ: Θα γκρεμίσει την πόρτα αυτός ο σατανάς. Δεν τον ακούς πώς βαράει;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Πάμε ν’ ανοίξουμε μαζί. Μπορεί να είναι κανένας κυνηγός που ξέμεινε στο βουνό.

ΛΙΝΑ: Καλού κακού, κράτα τη μασιά. Έτσι που είναι πυρωμένη, όποιος κι αν είναι, θα το σκεφτεί καλά αν ήρθε για κακό.

ΕΡΙΕΤΤΑ: Και το μπαλτά που κόβατε τα ξύλα. Να, εκεί κάτω είναι.

ΒΛΑΣΣΗΣ: (κατευθύνεται στην πόρτα και φωνάζει πριν ανοίξει) Ποιος είναι;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (με καθησυχαστική φωνή) Ο Βαγγέλης είμαι, απ’ το χωριό. Βλάσση… εσύ είσαι αγόρι μου; Ο Βαγγέλης είμαι, δε με θυμάσαι; Ο φίλος της συγχωρεμένης της μάνας σου.

ΒΛΑΣΣΗΣ: (ξεκλειδώνει ανόρεχτα την πόρτα, κάνοντας μια γκριμάτσα βαρεμάρας στην παρέα που παρακολουθεί με απορία τη σκηνή) Κύριε Βαγγέλη! Τι κάνετε εδώ πάνω τέτοια ώρα; (Προσπαθεί να διακρίνει το πρόσωπο του επισκέπτη στην αντανάκλαση της φωτιάς και τον περνάει μέσα μόλις διαπιστώνει ότι όντως είναι ο παλιός οικογενειακός φίλος τους).

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (τινάζει το χιόνι απ’ το αμπέχονό του και σκουπίζει τα άρβυλά του, πριν προχωρήσει στα ενδότερα) Να με συγχωρείς, βρε Βλάσση, αλλά ανησύχησα που είδα, νωρίτερα, τα φώτα αναμμένα. Ε, και είπα να πεταχτώ ως εδώ μήπως μπήκανε τίποτα διαρρήκτες. Μας έχουν ρημάξει, τώρα τελευταία στις κλεψιές!

ΒΛΑΣΣΗΣ: (παρατηρεί έντρομος τον επισκέπτη να στηρίζει στην κάσα της πόρτας μια κυνηγετική καραμπίνα) Τούτο δω το μαραφέτι, τι το φέρατε μαζί σας; Είμαστε που είμαστε στα μαύρα σκοτάδια… αυτό μας έλειπε τώρα!

ΕΡΙΕΤΤΑ: (φοβισμένη) Βεβαιωθείτε, σας παρακαλώ, ότι είναι απενεργοποιημένο!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (χαμογελάει ειρωνικά) Έννοια σας! Πρωτάρης είμαι, θαρρείτε;

ΒΛΑΣΣΗΣ: Βολευτείτε εδώ μαζί μας, μέχρι να ξανάρθει το ρεύμα. Να σας συστήσω κιόλας. Ο Στέλιος, η Λίνα, κι από ‘δω η Εριέ…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Η Εριέττα. Ξέρω. Έχουμε γνωριστεί με την κοπέλα.

ΒΛΑΣΣΗΣ: (με το βλέμμα του σαστισμένο να πηγαινοέρχεται στον Βαγγέλη και στην Εριέττα) Έχετε γνωριστεί; Πότε; Αφού εμείς… θέλω να πω… δεν έχουμε ξανάρθει μαζί στο χωριό…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Είναι πιο παλιά, τότε που ζούσε ο συγχωρεμένος ο αδερφός σου. Δεν με θυμάσαι, κορίτσι μου;

(Ξαφνικά, η λάμπα πάνω απ’ τα κεφάλια τους άρχισε να σπινθηρίζει. Το ρεύμα ήρθε για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα ξαναβυθίστηκαν στο σκοτάδι. Η Εριέττα είχε λουφάξει τρομαγμένη πλάι στο τζάκι και συνδαύλιζε τα ξύλα με κενό βλέμμα. Οι υπόλοιποι κάθονταν τριγύρω τηςž ο Στέλιος με την Λίνα πάνω σ’ ένα μπαουλοντίβανο και ο Βλάσσης σ’ ένα κούτσουρο που το είχε στημένο ανάμεσα στην πόρτα -που ήταν ακουμπισμένη η καραμπίνα- και στο καθιστικό που ήταν οι υπόλοιποι. Η ερώτηση του επισκέπτη αιωρήθηκε αναπάντητη για λίγα δευτερόλεπτα, προκαλώντας αμηχανία στην παρέα. Ο Βλάσσης σηκώθηκε όρθιος και πήρε το λόγο, γεμίζοντας ένα καθαρό ποτήρι με το ποτό που έπιναν. Το πρόσφερε στον Βαγγέλη και βολεύτηκε σε μια μαξιλάρα, πλάι στην Εριέττα).

ΒΛΑΣΣΗΣ: Καλύτερα να μέναμε Αθήνα τελικά. Δεν το περιμέναμε πως θα έχει τόσο χιόνι Πασχαλιάτικα.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Έτσι είναι ο καιρός εδώ πάνω, αγόρι μου. Αργούν να λιώσουν τα χιόνια, κι όπως λέγανε τα μερομήνια, φέτος θα έχουμε βαρυχειμωνιά.

ΒΛΑΣΣΗΣ: Θα μείνουμε πολλή ώρα δίχως ρεύμα άραγε; Τι λένε οι προβλέψεις σας, κύριε Βαγγέλη;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Συνήθως, με τέτοιο χιονιά, κάνει κι ένα μερόνυχτο μέχρι να καθαρίσουν τα καλώδια. Μην το περιμένετε να ‘ρθει σύντομα. Αποκλείεται!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κι εσείς πώς θα γυρίσετε στο χωριό; Έχετε αλυσίδες φαντάζομαι…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Έννοια σου, απ’ όλα έχω. Τίποτα δεν το αφήνω στην τύχη του. ΤΙΠΟΤΑ…

(Η Λίνα με την Εριέττα κινήθηκαν προσεκτικά προς το παράθυρο. Το ολόλευκο τοπίο αντιφέγγιζε στο πυκνό σκοτάδι και φώτιζε αμυδρά τον περίβολο του σπιτιού. Σαν να έκαναν την ίδια ακριβώς σκέψη, ψιθύρισαν ταυτόχρονα η μία στην άλλη):

ΛΙΝΑ: Δεν υπάρχει κανένα αυτοκίνητο έξω.

ΕΡΙΕΤΤΑ: Και πώς διάολο ήρθε ως εδώ;

ΒΛΑΣΣΗΣ: (τρομαγμένος) Tι καμπάνες είν’ αυτές που ακούγονται;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Απ’ την εκκλησία μας είναι αγόρι μου. Τα δώδεκα ευαγγέλια είναι απόψε. Ο Χριστός μας ξεκινάει την πορεία του προς τον Γολγοθά…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τόσο δυνατά που ακούγεται! Σαν να είναι δίπλα μας η εκκλησία…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Είναι χιλιόμετρα μακριά. Κάτω στον κάμπο. Εμείς το έχουμε συνηθίσει πάντως. Σε κάθε λειτουργία, θες για χαρά, θες για προμήνυμα κακού, είναι το καμπάνισμα που μας ειδοποιά. (Προσπαθεί να διακρίνει την ώρα στο ρολόι του) Να, τέτοια ώρα θα ξεκινάει ο Μυστικός Δείπνος… Η προδοσία του Χριστού κοντοζυγώνει.

ΒΛΑΣΣΗΣ: (αποφασισμένος να διώξει ευγενικά τον ανεπιθύμητο επισκέπτη) Εμείς πάντως, κύριε Βαγγέλη, θα πάμε να ξεκουραστούμε σιγά σιγά. Να μας συγχωρείτε, αλλά ήταν πολύ κουραστική μέρα και δεν βλέπω μπροστά μου απ’ τη νύστα…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Έτσι ήταν κι ο συγχωρεμένος ο Σταμάτης εκείνο το βράδυ. Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΣΟΥ! Θυμάσαι πώς σερνόταν απ’ την κούραση ο φουκαράς;

ΒΛΑΣΣΗΣ: (εκνευρισμένος) Τι σχέση έχει τώρα αυτό; Πού κολλάει ο Σταμάτης; Δεν κατάλαβα!...

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Συμπάθα με αγόρι μου, μα δεν ξεκολλάει απ’ το μυαλό μου εκείνο το βράδυ. Καλή ώρα σαν κι απόψε ήταν. Η μάνα σας η συγχωρεμένη ζύμωνε τα τσουρέκια, εσύ ήσουν κλεισμένος στο δώμα απάνω, μιλούσες με τις ώρες στο τηλέφωνο, μού παραπονιόταν η μάνα σας, κι ο Σταμάτης ήταν από νωρίς φτιαγμένος… ξέρεις τώρα… μ’ αυτά που έπινε…

ΒΛΑΣΣΗΣ: (κινείται απειλητικά προς τον Βαγγέλη) Τι θες και τα σκαλίζεις τώρα αυτά; Τι διάολο θέλεις νυχτιάτικα;

ΣΤΕΛΙΟΣ: (μπαίνει στη μέση) Δεν γυρνάτε σπίτι σας σιγά σιγά, κύριε Βαγγέλη; Δεν είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες. Σας παρακαλώ, πάρτε το κουμπούρι σας και πηγαίνετε!...

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (στρέφεται στην Εριέττα) Κι εσύ κορίτσι μου, τι λες; Να φύγω;

ΒΛΑΣΣΗΣ: Μην την ανακατεύεις την Εριέττα! Το καλό που σου θέλω!...

ΕΡΙΕΤΤΑ: (αποσβολωμένη) Εγώ δεν ξέρω τίποτα… εγώ… δεν θυμάμαι, δεν…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (με το βλέμμα υψωμένο στα ξύλινα δοκάρια του σπιτιού) Ουκ εγώ σε είδον εν των κήπω μετ’ αυτού; Πάλιν ουν ηρνήσατο ο Πέτρος και ευθέως αλέκτωρ εφώνησεν…

ΛΙΝΑ: Δεν είναι καλά ο άνθρωπος. Παραληρεί!...

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ε, όχι και παραλήρημα το άγιο ευαγγέλιο! Ο Πέτρος απαρνείται τον Ιησού, κοπέλα μου. Δεν έχεις πατήσει ποτέ το πόδι σου σε εκκλησία τέτοιες μέρες;

(Οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα κι αντηχούν δυνατά και μονότονα. Διακόπτουν προς στιγμή την ένταση και αποσπούν την προσοχή όλης της παρέας. Ο Βαγγέλης πηγαινοέρχεται σκεφτικός στο χώρο και οι υπόλοιποι τριγυρίζουν ανήσυχοι κοντά του. Σαν να θέλουν να τον προλάβουν, σε περίπτωση που πλησιάσει το όπλο του. H φωτιά σιγοσβήνει και το δωμάτιο βυθίζεται στο σκοτάδι).

ΣΚΗΝΗ 2:

ΕΡΙΕΤΤΑ: (αποκομμένη απ’ τους άλλους, με απόκοσμο βλέμμα να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο) Εκείνο το βράδυ… μαζί μου μιλούσε ο Βλάσσης.

ΒΛΑΣΣΗΣ: Εριέ…

ΕΡΙΕΤΤΑ: (τον διακόπτει ουρλιάζοντας) Τι θες κι εσύ τώρα; Αφού τα ξέρει ό λ α! Ο Λ Α!

ΛΙΝΑ: Τι ξέρει δηλαδή; Τι γίνεται εδώ, ρε παιδιά;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μην ανακατεύεσαι κι εσύ τώρα!... Κάτσε στη γωνιά σου και μη μιλάς!

ΛΙΝΑ: Μπα; Θα μου απαγορέψεις και να μιλάω; Δεν πας καλά, αγόρι μου!

ΒΛΑΣΣΗΣ: Βουλώστε το επιτέλους! Δεν σας αντέχω!... Δεν μπορώ να γυρίζω πίσω, με στοιχειώνουν αυτές οι μνήμες…

ΕΡΙΕΤΤΑ: (με το βλέμμα της καρφωμένο στο κενό, σχεδόν ενοχικά) Με τον Σταμάτη είχαμε μιλήσει νωρίτερα. Πριν μιλήσουμε μαζί και πριν γίνει…  αυτό που έγινε. Μου τηλεφωνούσε όλο το πρωί. Τριάντα αναπάντητες βρήκα στο κινητό μου. Το σήκωσα κάποια στιγμή και του μίλησα. Δεν γινόταν να τραβήξει άλλο αυτή η κατάσταση…

ΒΛΑΣΣΗΣ: Τι πράμα; Είχατε ήδη μιλήσει; Και γιατί δεν μου το είπες αυτό; Γιατί δεν μου το είπες, ρε πούστη μου; Γ Ι Α Τ Ι ; (έξαλλος, την ταρακουνάει απ’ τους ώμους)

ΕΡΙΕΤΤΑ: (με απάθεια) Τι να σου πω δηλαδή; Δεν ήξερες ότι ήταν καψούρης μαζί μου; Εσύ δεν μου έλεγες πόσο σε φτιάχνει που τελικά διάλεξα ε σ έ ν α; Που ο Σταματάκης έμεινε με το πουλί στο χέρι και…

ΒΛΑΣΣΗΣ: (την χαστουκίζει με μανία) Πόσο πουτάνα είσαι!

ΣΤΕΛΙΟΣ: (μπαίνει στη μέση να τους χωρίσει) ΡΕ ΒΛΑΣΣΗ! Τι είν’ αυτά τώρα;

ΒΛΑΣΣΗΣ: Παράτα μας κι εσύ, ρε Στέλιο! Μονίμως κάνεις τον Κινέζο, ρε πούστη μου!... Λες και τα έβρισκε στο περίπτερο αυτά που κατάπινε ο Σταμάτης… Άντε τώρα!...

ΛΙΝΑ: Ποιο περίπτερο; Τι εννοείς, ρε Βλάσση;

ΕΡΙΕΤΤΑ: Γι αυτά που κούμπωνε ο συγχωρεμένος, λέει ο Βλάσσης. Καλά, δεν είχες πάρει είδηση ότι ο Σταμάτης ήταν καμένος από καιρό;

ΛΙΝΑ: (κοιτάει τους πάντες σαστισμένη) Και τι σχέση έχει ο Στέλιος μ’ αυτά; Σ Τ Ε Λ Ι Ο ;;; Τι λέει η φιλενάδα μας;

ΒΛΑΣΣΗΣ: Κόφτε το επιτέλους! Εριέττα, βάλε κάνα ξύλο στη φωτιά. Θα ψοφήσουμε απ’ το κρύο απόψε, γαμώ το χιόνι τους…

ΕΡΙΕΤΤΑ: (ρίχνει ένα κούτσουρο και μονολογεί μπροστά στη φλόγα) Λινάκι, δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, αλλά ο καλός σου κάνει κι άλλες δουλίτσες εκτός απ’ τα λογιστικά. Διακινεί κάτι σκονάκια που σε στέλνουν τσιφ στους εφτά ουρανούς…

ΣΤΕΛΙΟΣ: (κινείται απειλητικά προς την Εριέττα & την σπρώχνει) Αν δεν ήσουν εσύ που τον δούλευες ψιλό γαζί τόσα χρόνια, δεν θα έπεφτε στις ουσίες! Εξαιτίας σου τα ξεκίνησε, μωρή σκρόφα! Μιλάς κι από πάνω!

ΒΛΑΣΣΗΣ: Τι εννοείς ότι τον δούλευε τόσα χρόνια; Εριέττα; Έπαιζε κάτι με τον αδερφό μου και δεν το ήξερα;

ΛΙΝΑ: (ειρωνικά) Για πες μας, Εριέττα… Μήπως αυτή ήταν η ιστορία που ξεκαρδιζόσουν στα γέλια κάθε φορά που μας την έλεγες, κρυφά απ’ τον Βλάσση; Μ’ έναν γελοίο τύπο που έπεσε στα σκληρά για πάρτη σου;

ΕΡΙΕΤΤΑ: (θυμωμένη προς την Λίνα) Φίλη να σου πετύχει! Μόνο εγώ κρατάω επτασφράγιστα τα μυστικά σου. Φίδι, ε φίδι!...

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποια μυστικά; Τι λέει αυτή, ρε Λίνα;

ΕΡΙΕΤΤΑ: Καλός μαλάκας είσαι κι εσύ! Απ’ τη μια τού πούλαγες τον θάνατο, κι απ’ την άλλη παρηγορούσες την κυρά Ελένη στην κηδεία του!

ΒΛΑΣΣΗΣ: (αποσβολωμένος απ’ τις αποκαλύψεις, σχεδόν τρεκλίζοντας) Παράτα τον αυτόν και πες μου στα ίσια. Είχες δώσει ελπίδες στον Σταμάτη; Για σένα έφυγε σαν τρελός εκείνο το βράδυ;

ΕΡΙΕΤΤΑ: Πού να ξέρω εγώ γιατί έφυγε; Αφού δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Είκοσι στροφές έκανε το αμάξι… φυσαρμόνικα έγινε, δεν θυμάσαι;

ΒΛΑΣΣΗΣ: (την πιάνει απ’ το λαιμό) Σ Κ Υ Λ Α!!!  Αν το έκανε για σένα, θα σε…

ΕΡΙΕΤΤΑ: (τον κόβει) Κι εσύ, αφού τον είδες πώς ήταν, γιατί δεν έκανες τίποτα; Γιατί του έδωσες το αμάξι; Αφού ήξερες ότι με τα χάλια που είχε, ήταν σίγουρο πως θα τρακάρει!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ναι, ρε συ Βλάσση! Δεν έπρεπε να του δώσεις κλειδιά…

ΛΙΝΑ: Ε, δεν του κακόπεσε βέβαια και του Βλάσση μας ο χαμός του αδερφού του!

ΒΛΑΣΣΗΣ: (της χυμάει με άγριες διαθέσεις, ο Στέλιος μπαίνει ανάμεσά τους & τον συγκρατεί) Τι εννοείς μωρή;

ΕΡΙΕΤΤΑ: Να σου πω εγώ τι εννοεί. Κοτζάμ σπιταρόνα και όλο το μετρητό τους στην τράπεζα καρπώθηκες! Αυτό εννοεί!

ΒΛΑΣΣΗΣ: Δεν θα βγεις από δω μέσα ζωντανή! Στ’ ορκίζομαι πως θα σε κάνω κ ο μ μ άτ ι α!

(Οι καμπάνες της εκκλησίας ήχησαν δυνατά, σαν κροτάλισμα όπλου. Ήταν η ώρα που ακουγόταν το πέμπτο ευαγγέλιο και ο Ιούδας έβρισκε τραγικό θάνατο στον «Αγρό αίματος». Από μια θεοσκότεινη γωνιά του καθιστικού, ακούστηκε απόκοσμη η φωνή του Βαγγέλη που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε αμίλητος τις συνομιλίες).

ΣΚΗΝΗ 3:

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Kαι ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε, και απελθών απήγξατο…

ΒΛΑΣΣΗΣ: Τον είχα ξεχάσει αυτόν τον μαλάκα. Πού ήταν καταχωνιασμένος τόση ώρα;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (με έκφραση ειρωνείας & απογοήτευσης) Ο Σταμάτης θα ζούσε σήμερα. Κι η μάνα σας θα ζούσε. Αν δεν ήσουν εσύ, που τους είχες όλους γραμμένους στ’ αρχίδια σου! (σηκώνει το όπλο που ήταν πεσμένο στο πάτωμα και σημαδεύει προς τη μεριά του Βλάσση)

ΒΛΑΣΣΗΣ: (προσπαθεί να μείνει ψύχραιμος) Κι εσύ τι ζόρι τραβάς με το σόι μας δηλαδή;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (καμπουριάζει, αλλοιώνει τη φωνή του και προσποιείται κάποιον άλλο) Αδερφούλη μου, σε ικετεύω… δώσε μου τα κλειδιά του αυτοκινήτου… πρέπει να πάω επειγόντως κοντά της… Σ Ε  Ι Κ Ε Τ Ε Υ Ω!!!

ΒΛΑΣΣΗΣ: (με γουρλωμένα μάτια) Τι… τι στο διάολο κάνεις; Ποιος είσαι, γαμώ τη τρέλα μου;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (επανέρχεται στην κανονική στάση σώματος & αυστηρή φωνή) Ο πατέρας του. Δικό μου παιδί ήταν ο Σταμάτης. Η συγχωρεμένη η μάνα σας έβρισκε παρηγοριά στην αγκαλιά μου, κάθε φορά που την ξυλοφόρτωνε ο πατέρας σας. Δεν θυμάσαι που ερχόταν κάθε τρεις και λίγο στο τμήμα να τον καταγγείλει;

ΒΛΑΣΣΗΣ: (χλωμιάζει και κρατάει με φρίκη το κεφάλι του) Η μάνα μου; Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΡΕ;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και η Εριέττα σου θα ζούσε. Και οι άλλοι τρεις θα ζούσαν…

ΒΛΑΣΣΗΣ: Ποιοι άλλοι τρεις; Ο Στέλιος κι η Λίνα εννοείς;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και το μωρό τους, τρεις στο σύνολο. Αφού το ήξερες πως είναι γκαστρωμένη, δεν το ήξερες;

ΒΛΑΣΣΗΣ: Tι… τι εννοείς;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Για τα επτασφράγιστα μυστικά σας, Βλάσση αγόρι μου. Για τον φίλο σου τον κερατά που έτσι θα ξεχρέωνε τις τύψεις του για τον Σταμάτη. Ένα συμβόλαιο αμοιβαίας σιωπής μεταξύ σας. Όλα καλά και άγια καμωμένα. (Οπλίζει και σημαδεύει εκεί που στέκεται αποσβολωμένος ο Βλάσσης)

(Οι καμπάνες ηχούν και πάλι εκκωφαντικά. Πλησιάζει η ώρα για το δωδέκατο ευαγγέλιο. Το θείο δράμα κορυφώνεται. Ο τάφος του Χριστού σφραγίζεται και φρουρείται απ’ τους Αρχιερείς και Φαρισαίους. Λίγες ώρες μετά, στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, καταφτάνει επείγον σήμα για πιθανό επεισόδιο στο πετρόχτιστο σπίτι του βουνού. Οι αστυνομικοί που με δυσκολία διέσχισαν το αποκλεισμένο απ’ τα χιόνια μονοπάτι, βρέθηκαν σ’ ένα αποτρόπαιο θέαμα. Τέσσερα πτώματα ανθρώπων νεαρής ηλικίας, πυροβολημένα με κυνηγετική καραμπίνα. Εικάζεται ότι ο δράστης -και πιθανότατα αυτόχειρας- ήταν ένας εξ αυτών, αφού βρέθηκε χτυπημένος στον κρόταφο, με το όπλο δίπλα στη σορό του. Απ’ το κοντινό χωριό ακούγονται χαρμόσυνες οι καμπάνες της «Πρώτης Ανάστασης». Ένα δακρυσμένο βλέμμα υψώνεται στον τρούλο της μικρής εκκλησίας που είναι αγιογραφημένος με τον Χριστό Παντοκράτορα. Απ’ το καμπυλωτό παράθυρο ανάμεσα στις αγγελικές μορφές που τον περιβάλλουν, μια φωτεινή δέσμη πέφτει στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Είναι ακριβώς η στιγμή που ψάλλει με κατάνυξη και ψυχική ανάταση:

«νάστα, Θεός, κρνον τν γήν, τι σ κατακληρονομήσεις ν πσι τος θνεσι.

Κρίνατε ρφαν κα πτωχ, ταπεινν κα πένητα δικαιώσατε…»

 


Η συμμετοχή μου στην 2η ενότητα του συγγραφικού δρώμενου “Μια ιδέα-μια έμπνευση” που συντονίζει ο καλός μας φίλος Γιάννης στο blog του Ηδύποτον με την παρακάτω κεντρική ιδέα πλοκής:

«Το παλιό οικογενειακό σπίτι στο ορεινό χωριό, έχει την αγάπη σας αλλά περιμένει και τη φροντίδα σας. Η κατάστασή του είναι κακή και εσείς σχεδιάζετε να το ανακαινίσετε. Βρίσκεστε ήδη εκεί αλλά ένα αναπάντεχο πρόβλημα καθιστά άμεσα αναγκαία την επίλυσή του. Ο μοναδικός / μοναδική, από τη γειτονική κωμόπολη, που θα ανέβει στο σπιτικό προκαλεί πραγματικό σοκ με την άφιξή του / της. Ίσως να μη περιμένατε ποτέ να βρεθεί απέναντί σας. Η ξαφνική χιονοθύελλα έχει τα δικά της σχέδια και θα σάς αναγκάσει να μείνετε εκεί, στον ίδιο κλειστό χώρο μέχρι να απεγκλωβιστείτε. Η νύχτα και το παρελθόν έρχεται ξανά. Τι μπορεί άραγε να κουβαλάει αυτό το πρόσωπο; Είχατε ποτέ σχέση μαζί του; ή μήπως προκύπτει μια έμμεση σχέση μαζί του; Τι μπορεί να φέρει; Τι μπορεί να αλλάξει; Μπορείτε να το αφήσετε στην άκρη;»

Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη για την έμπνευση και όλο το συντονισμό του πρότζεκτ.

Εύχομαι ολόψυχα Καλή Ανά(σ)ταση, Ειρήνη και Αγάπη εντός μας Y

 

[Φωτογραφία: Nίκος Οικονομόπουλος]

 

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Ενημερωτικό σημείωμα [*]

 


[*] Ο τίτλος είναι δάνειο απ’ την Αριστέα μας, όταν στέλνει τα χαμπέρια της για τα Συμπόσια Ποίησης και όχι μόνο…

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μου για τα «Εμπριμέ Χρόνια», ήθελα να σας ενημερώσω και να σας καλέσω -για όσους είναι εφικτό- στην πρώτη του παρουσίαση.

Το μυθιστόρημά μου λοιπόν κάνει τον ντεμπούτο του την Τετάρτη 24 Απριλίου, στις 19.00, στη ΒΙΛΑ ΣΤΕΛΛΑ (οδηγίες για μετακίνηση, εδώ)

(Γαλήνης και Σοφίας, Ηράκλειο Αττικής, πλησίον του ηλεκτρικού σταθμού)

Θα μιλήσουν και θα παρουσιάσουν το βιβλίο, τρεις εξαιρετικοί φίλοι, που μου έκαναν την τιμή να βρίσκονται στην παρέα μας:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΕΛΛΗΣ – Φιλόλογος, Συγγραφέας

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΙΓΙΑΝΝΗΣ - Πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτιστικής & Κοινωνικής Παρέμβασης Ηρακλείου Αττικής «ΑΡΓΩ»

Αφήγηση αποσπασμάτων: ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – Ηθοποιός, Συγγραφέας, Δασκάλα θεατρικού παιχνιδιού σε παιδιά και ενήλικες


Και για όσους ακούν ραδιόφωνο, το μεσημέρι της Τρίτης 23 Απριλίου στις 12.30, θα είμαι φιλοξενούμενη στον
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ FM στην εκπομπή Dolce Vita της Ελίζας Λιμοντζόγλου. Την εκπομπή μπορείτε να την ακούσετε και ιντερνετικά, απ’ το σύνδεσμο που σας έχω βάλει.

Θα χαρώ πολύ να σας δω κι από κοντά, να τα πούμε, και να ταξιδέψουμε στις σελίδες του βιβλίου. Α, μη το ξεχάσω, θα έχουμε κι ένα «του νόου ας μπέτε» μετά την παρουσίαση μετά οινοπνεύματος και αλμυρών σνακς.

Να είστε όλοι καλά και σας ευχαριστώ από καρδιάς για τις ευχές και τα υπέροχα μηνύματα που στέλνετε Y