Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Μαθήματα φωτογραφίας για αρχάριους


-       Τι τη θες τώρα τη φωτογραφία, βρε χριστιανέ μου; Τα χάλια μου είμαι…

-       Κάτσε βρε Χαρικλάκι που έχεις τα χάλια σου. Κούκλα είσαι! Εδώ κοίτα, θα βγει το πουλάκι τώρα.

-       Μην τρομάξει και φύγει το πουλάκι, έτσι που είμαι. Έλα κι εσύ πλάι μου, να βγάλουμε μία …πώς τις λένε είπαμε, αυτές που βγάζουν τώρα με τα κινητά τους;

-       Σέλφις, νομίζω…

-       Σελφ-σέρβις τις λένε, βρε, Χαράλαμπε! Δηλαδή, δεν μπορούμε να βγούμε μία, μαζί;

-       Δεν τραβάει τέτοιες η μηχανή μας, βρε Χαρικλάκι… Είναι απ’ τις παλιές, με το φιλμ και το διάφραγμα. Κάτσε να σε τραβήξω άλλη μία, με φλας.

-       Ναι, να τη στείλεις και στον Άγιο Πέτρο, για να με αναγνωρίσει όταν θα πάω στο σκοτεινό του θάλαμο. Έτσι, καλή είμαι;

-       Δεν θα το πιστέψεις βρε Χαρικλάκι, αλλά εγώ σε βλέπω ακόμα, σαν το μικρό μου κοριτσάκι.

-       Από βδομάδα, θα πάμε στον οφθαλμίατρο, Χαράλαμπε. Ο καταρράκτης σου έχει χειροτερέψει.

-       Βρε, λέγε ό,τι θέλεις, εσύ! Έχουμε πολλές πόζες ακόμα στο φιλμ. Πάρα πολλές, Χαρικλάκι μου!... Χαμογέλα μου, βρε, λίγο!
~ // ~

Το ζεστό σούρουπο τούς βρήκε ακόμα στο μικρό άλσος, να βολτάρουν πιασμένοι αγκαζέ, εκείνη να σταματάει για λίγο, να ξεκουράζει σ’ ένα παγκάκι τα πρησμένα της πόδια κι εκείνος, να κατευθύνεται στον υπαίθριο μικροπωλητή και να επιστρέφει μ’ ένα φεγγαρένιο χαμόγελο κοντά της. Με χέρια που έτρεμαν, ξετύλιξε απ’ τη ζελατίνα του ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι και της το πρόσφερε, σαν να ήταν ένα ολάνθιστο μπουκέτο. «Στο χρωστούσα απ’ τα παλιά, Χαρικλάκι μου. Θυμάσαι;» της είπε όλο τρυφεράδα. «Πώς δε θυμάμαι; Η ζωή είναι ένα γλειφιτζούρι, μου έλεγες. Μαζί θα το γευτούμε, ως το τέλος. Μα τι πας και θυμάσαι, βρε, Χαράλαμπε; Θα σ’ ανέβει κι η πίεση… και το ζάχαρο… αχ, βρε, Χαράλαμπε!...»

Οι περαστικοί χάζευαν το ηλικιωμένο ζευγάρι που μοιραζόταν ένα κατακόκκινο γλειφιτζούρι, πονηρογελώντας ο ένας στον άλλο. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω απ’ τις τσιμεντένιες κορυφογραμμές της πόλης και τα φλασάκια απ’ τις οθόνες των κινητών, φεγγοβολούσαν σαν πύρινες λαμπηδόνες τριγύρω τους. Σε λίγη ώρα, θα γινόντουσαν είδηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης∙ οι φωτογραφίες και τα βίντεο απ’ την τρυφερή και σπάνια αυτή εικόνα, θα μάζευαν πολλά “λάικ” στα στέκια του διαδικτύου, εκεί που οι άνθρωποι θαυμάζουν και αυτοθαυμάζονται, μέσα από ψηφιακές φωτογραφίες και έξυπνες ατάκες.

Οι  εικόνες που έχουν απομείνει στο φιλμ τους, όσο πάνε και λιγοστεύουν. Η παλιά τους αναλογική μηχανή θα παροπλιστεί, κλείνοντας για πάντα μέσα της τα καρέ μιας ολόκληρης, κοινής ζωής. Που είχε ηλιόλουστες μέρες, αλλά και άγριες βαρυχειμωνιές. Που άντεξε στο χρόνο και τη φθορά και αξιώθηκε να γλυκολειώνει, σαν ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι.

-       Έλα Παναγία μου! Καλέ, εμείς είμαστε εδώ; Ποιος μας τράβηξε, βρε Χαράλαμπε;

-       Τις προάλλες στο αλσάκι, βρε Χαρίκλεια. Ξέχασες;

-       Μμμ… καλούτσικοι βγήκαμε, ε Χαράλαμπε; Μικροδείχνουμε, ή ιδέα μου είναι;

 (Σημ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι απ' το διαδίκτυο και ανήκει στο δημιουργό της)


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Η Σούζυ ψεύδεται (αλλά δεν τρώει)



Πελαζί μου, σου έχω νέα. Η Σούζυ πήγε τελικά σε σύμβουλο διατροφής, έκανε κάτι δίαιτες εξπρές, στο καπάκι χτύπησε και μια βραζιλιάνικη λιπογλυπτική, “μάσησε” κάτι βαζάκια με χάπια και σκόνες αδυνατίσματος, τυλίχτηκε με στρέμματα μεμβράνης και θερμαντικά ζουμιά, που κάνουν -λέει- επίπεδη κοιλιά και σμιλεμένα μπράτσα. Μετά, πήγε και σήκωσε μάγουλο, ζωγράφισε φρύδι, φούσκωσε χείλι, χτύπησε κι ένα σολάριουμ, έβαλε μαλλί κι έριξε κι ένα φινίρισμα στον τόρνο, σε κάτι προγούλια και διπλοσάγονα. Αγνώριστη έγινε, στο σταυρό που σου κάνω. Να την έβλεπες από μια μεριά! Θα τρόμαζες. Μεταξύ μας όμως τώρα, μόνο εσύ θα μπορούσες να την συνεφέρεις. Να την πιάσεις απ’ το μαλλί (προσοχή στα εξτένσιον) και να την επαναφέρεις στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις: 

- Εμουά ζε σουί Πελαζί, ντε Παρί.

- Εμουά ζε σουί Μουρλή, ντε Πλαστική.

- Σούζυ;… Ρε, Σουζάρα, εσύ είσαι;

- Κρύβε λόγια Πελαγία μου. Λέγε με «Κουκλίτσα μου», θα καταλάβω εγώ.

- Σούζυ, ακόμα ψεύδεσαι!... Ψεύδεσαι κι ας μην τρως! Τι μασκαριλίκια είν’ αυτά;

- Τι να κάνω Πελαγία μου; Έπρεπε να βρω την αυτοεκτίμησή μου. Το είπε και ο διαιτολόγος μου.

- Κι έχασες τον εαυτό σου τελικά. Βρε Σούζυ, στην παλιά μας φιλία σε ξορκίζω… έχεις δει τον καθρέφτη σου;

- Ουουου… άλλος άνθρωπος έγινα!

- Άσε μας κουκλίτσα μου! Λάθος άνθρωπος έγινες!

- Mωρέ, λέγε εσύ! Εγώ και μίνι θα βάλω, και σορτσάκι θα φορέσω, και θα πάω και στη Μύκονο, να κάνω φάση. Αμέ!...

- Ζαμέ και το κρίμα στο λαιμό σου. Εγώ, η Πελαγία απ’ τη Νέα Φιλαδέλφεια στο λέω και να μου το θυμηθείς. Θα γελάσουν κι οι πελεκάνοι μαζί σου.

- Ζηλεύεις Πελαγία. Τι να σου κάνω, που δεν έχεις ακόμα εκείνο το ραφτάδικο στο Σηκουάνα. Θα γινόμουν το μοντέλο σου. Χρυσές δουλειές θα κάναμε.

- Όσο ήμουν εγώ Παριζιάνα, άλλο τόσο είσαι κι εσύ μοντέλο. Και να σου πω κάτι ρε Σούζυ; Μια χαρά ήσουν τότε, με τα πιασίματά σου, τα παχάκια σου και τις περιφέρειές σου. Τουλάχιστον, ήσουν αυθεντική.

- Γιατί, τώρα τι είμαι δηλαδή;

- Σαν παραφουσκωμένη νεόγρια είσαι. Τέλος πάντων, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις χρυσό μου. Φεύγω. Άφησα στη μέση μια παρτίδα μπόμπα χαρακίρι στου στρατηγού.

- Αυτό, από άλλη ταινία δεν είναι;

- Ναι, ναι… μαζευόμαστε οι παλιοί φίλοι και στήνουμε κανένα χαρτάκι να περάσει η ώρα. Λοιπόν, γεια σου Σούζυ-μοντελίστ, και καλά τραβήγματα! Χαιρέτα μου τους ανεμόμυλους της Μυκόνου!

- Κάτσε βρε Πελαγία μου, θα ᾽ρθω κι εγώ μαζί σου. Πεθύμησα τα παλιά μας λημέρια. Κάτσε να βγάλω αυτό το κολάν, γιατί με στενεύει… βοήθα με λίγο.

- Θ’ αργήσουμε πάντως, να το ξέρεις. Ο στρατηγός έχει μεγάλο τραπέζι απόψε. Μπορεί να χάσεις και την πτήση για Μύκονο.

- Και δεν μου λες, βρε Πελαγία… θα… θα έχει και τίποτα μεζεδάκια;

- Tα ελέη του Θεού Σούζυ μου!

- Μωρέ, κομμάτια να γίνει! Και πώς θα πάμε στου στρατηγού;

- Πάντως με τη κομπινεζόν, δεν μπορείς να έρθεις. Άσε που δεν θα σε γνωρίσει κανείς, χρυσό μου, έτσι που έγινες. Να δοκιμάσουμε το παλιό φουστάνι που σου έραβα τότε;

- Το έχεις κρατήσει Πελαγία μου;

- Μωρέ, εγώ το κράτησα. Τι λες; Είσαι;

- Θα βάλεις ένα χεράκι να κάνουμε μια πρόβα; Όπως τότε…

- Έλα δω… Πώς έγινες έτσι, πανάθεμα σε; Σαν την Τουίγκι κατάντησες.

- Tι είν’ αυτό;

- Μία από άλλη ταινία, δεν την ξέρεις.

- Και πώς θα πάμε στου στρατηγού Πελαγία μου;

- Θα περάσει να μας πάρει ο Βαγγέλης με τ’ αεροπλανάκι του.

- Κι αυτό, από άλλη ταινία δεν είναι;

- Πολλά ρωτάς. Για να σε δω… αυτή είσαι! Η αγαπημένη τροφαντούλα μου.

- Πω-πω, ξανάγινα σαν κρεοπωλείο πάλι! Βρε Πελαγία, πώς θα σηκωθεί το αεροπλάνο του Βαγγέλη;

- Μωρέ θα τραβήξουμε μαλλί, που θα πάει σύννεφο, Σούζυ μου!


//Αφιερωμένο σ’ όλα τα ακομπλεξάριστα κορίτσια κάθε ηλικίας, που αγαπούν τις εξωτερικές τους ατέλειες και σέβονται τον εαυτό τους. 
Καλό καλοκαίρι και προσοχή στην εσωτερική πλαδαρότητα!//


Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Πεφτοσυννεφιές


Για μια Μαρία & μια Κατερίνα


Το λες και επέτειο μνήμης.

Για δυο κορίτσια που έσβησαν απ’ τις “υπερβολικές φροντίδες” του Ανδρέα. Τι «ποιου Ανδρέα;» Του τότε «υπουργού και θεματοφύλακα της υγείας» (εδώ γελάμε) και νυν συνδαιτυμόνα του Εισαγγελέα Διαφθοράς, για ένα σκανδαλάκι, που δεν στοίχισε στο δημόσιο, παραπάνω από είκοσι τρία δις (εδώ κλαίμε).


Ήταν τέτοιες μέρες λοιπόν, Μάης του 2016, όταν έσβησε η Μαρία. «Ποιος να την θυμάται άραγε, εκτός απ’ τους δικούς της;» αναρωτιόμουν, καθώς άκουγα τις προεκλογικές κορόνες για «επαναφορά της ασφάλειας και της τάξης στην κοινωνία» (εδώ μειδιούμε), απ’ τους πρωτεργάτες της à la carte ευνομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Μαρία ήταν μία απ’ τις oροθετικές γυναίκες που διαπομπεύτηκαν και φυλακίστηκαν απ’ τον Ανδρέα Λοβέρδο. Η Μαρία δεν πρόλαβε να ζήσει τη δικαστική αθώωση (αλλά όχι τη δικαίωση) που έγινε τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου.

Η Μαρία ήταν μόλις 32 χρόνων, ψηλή, μελαχρινή και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Η είδηση του θανάτου της μπορεί να μην έφτασε ποτέ στ’ αυτιά του κ. Λοβέρδου, ο χαμός της όμως, θα στοιχειώνει διαρκώς τον θύτη της που την σκότωσε άνανδρα «δια λιθοβολισμού». Το σημείωμα της μητέρας της που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών, έγραφε:

"Έγινε πια κι αυτό και τώρα ο κύριος Λοβέρδος μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Η κοινωνία σχεδόν καθάρισε από αυτές τις κοπέλες κι αυτό το φρόντισε ο ίδιος.
Εξευτέλισαν το παιδί μου, ήρθαν στο χωριό και το ΚΕΕΛΠΝΟ εξέτασε το εγγόνι μου μέσα στο σχολείο, μας εκθέσανε όλους, μας ξεφτίλισαν. Πήγαν τα κορίτσια στο υπόγειο της Γ' πτέρυγας του Κορυδαλλού αντί να τα φροντίσουν στα νοσοκομεία. Τους πέταγαν το φαγητό από τα κάγκελα και εκείνα, την ίδια ώρα, κατάπιναν μπαταρίες.
Δημόσια μας εξευτελίσανε και τώρα εγώ δημόσια ανταποδίδω λίγο πριν θάψω την κόρη μου, ότι μπορεί πλέον να κοιμάται ήσυχος ο Ανδρέας Λοβέρδος. Και αυτό το λέω κι εγώ η μητέρα της, δημόσια, με το όνομά μου.
Ευμορφία Κουλουριώτη".

Τον Νοέμβρη του ’14 είχε αυτοκτονήσει η Κατερίνα, άλλη μια κοπέλα που είχε συλληφθεί τον Μάη του 2012 ως «εκδιδόμενη οροθετική». Όταν την συνέλαβαν, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και ο πατέρας της. 

«Η Κατερίνα δραπέτευσε. Όσες φυλακές έζησε, όσους παραδείσους κι αν αναζήτησε στα ναρκωτικά, ποτέ δεν έφτασαν. Η επιχείρηση δίωξης των οροθετικών χρηστριών πριν τις εκλογές του 2012, μάζεψε μαζί με τις άλλες κοπέλες και την Κατερίνα. Την γνωρίσαμε κι αυτή στις φυλακές Κορυδαλλού. Ένα κορίτσι γελαστό που του άρεσαν οι αγκαλιές και τα χάδια. Ήταν διαχυτική, πάντα με φιλούσε.

»Η Κατερίνα έγινε αργότερα ασθενής μου, καθώς το «αδίκημα» της οροθετικότητάς της, την έφερε στην πόρτα της Μονάδας Λοιμώξεων. Γρήγορα ενεργοποιήθηκε. Μάχιμη, πήρε μέρος σε όλες τις δράσεις της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης για τις διωκόμενες οροθετικές: μίλησε σε προβολές, σε πάνελ, σε συγκεντρώσεις για τα αυτονόητα: τα νοσήματα δεν φυλακίζονται, θεραπεύονται. Την αγαπήσαμε για το θάρρος της, την ανθρωπιά της, το ωραίο μυαλό της».

[Απόσπασμα ανάρτησης Χρύσας Μπότση, γιατρού και μέλους της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στις διωκόμενες οροθετικές]

Στις τριτοκοσμικές και απολίτιστες χώρες, συνηθίζεται το βίαιο ξύρισμα των γυναικών στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Συνηθίζεται επίσης η κλειτοριδεκτομή, η σεξουαλική εκμετάλλευση και ο θάνατος δια λιθοβολισμού. Στη λιγότερο βάρβαρη κοινωνία που βαυκαλιζόμαστε ότι ζούμε, διαθέτουμε πιο σικάτες μεθόδους εξόντωσης∙ λιγότερο αιματηρές, αλλά περισσότερο αποτελεσματικές. Διαθέτουμε επίσης και μια μεγάλη γκάμα με παραπλανητικές ετικέτες με τις οποίες, ελαφρόκαρδα και αμέριμνα, καλύπτουμε (ή παραχαράσσουμε) τα σεξουαλικά εγκλήματα, την παιδοφιλία και την έμφυλη βία. «Έγκλημα ζηλοτυπίας» για τον συζυγοκτόνο, «Αυτοκτόνησε 14χρονη» για το ανθρωπόμορφο τέρας που βίαζε ανήλικα κορίτσια και «Σοκάρουν τα στοιχεία για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη», που καθόλου δεν είχε σοκάρει ωστόσο, τους αστυνομικούς που είχε καταφύγει η άτυχη κοπέλα για να καταγγείλει τον βιασμό της, όσο ήταν εν ζωή.

«Υπόθεση παιδεραστίας στη Μολδαβία» έγραφαν ακροθιγώς οι φιλικά προσκείμενες φυλλάδες, για τον καταδικασμένο για ασέλγεια εις βάρος ανηλίκων, βουλευτή της ΝΔ στην Κέρκυρα, Νίκο Γεωργιάδη. Ο Πρόεδρος (της φυλής του) τον διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα ξεχαστεί το θέμα (όπως και τόσα άλλα) και η Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης: «Δεν είμαι στην κρεβατοκάμαρα του κ. Γεωργιάδη, μόνο την δική μου ερωτική ζωή γνωρίζω από πρώτο χέρι». Όταν, ειδικά, μια γυναίκα -ούσα, ή δυνάμει μητέρα- υπερασπίζεται την παιδική κακοποίηση για χάρη της πολιτικής ματαιοδοξίας της, είμαστε ήδη βάρβαροι.

Καλό μας ταξίδι στις επόμενες πεφτοσυννεφιές. Να είμαστε καλά και να μην παραλείψουμε να σοκαριστούμε στο επόμενο έγκλημα (δέκα έγιναν το τελευταίο δίμηνο). Μέχρι να διαπιστώσουμε (αν γίνει αυτό κάποτε), πως τα μοντέλα της ανδροκρατούμενης βίας, προέρχονται απ’ αυτούς που προάγουν την έννοια του δυνατού, του οικονομικά ισχυρού, αυτού που επικρατεί πάνω στον αδύναμο, γιατί μόνο έτσι χτίζονται και καθιερώνονται οι τάξεις, τα σύμβολα και τα πρότυπα προς μίμηση και καταξίωση.


Είναι οι άριστοι και αμόλυντοι χαρτογιακάδες που τα βάζουν με την Κούνεβα και, κατ’ επέκταση, με όλες τις γυναίκες που εργάζονται με αξιοπρέπεια και μόχθο για να μας ξεβρομίζουν.

Και είμαστε απέναντί τους εμείς (;)
Ή στο πλάι τους...
 (φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο)

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Απ’ την παρουσίαση στο Ρέθυμνο


Την εβδομάδα που μας πέρασε, ο καιρός στο Ρέθυμνο ήταν νεφελώδης, με ενδιάμεσες ηλιοφάνειες, υψηλά ποσοστά υγρασίας και ανέμους που έπνεαν με ωριαία ταχύτητα -περίπου- 8χλμ. «Εκουζουλάθηκε κι αυτός ο παντέρμος, ίντα να πω δα;» όπως σχολίαζαν οι ντόπιοι σ’ έναν καφενέ.

Η Παλιά Πόλη ήταν στα φόρτε της. Όσο παλιώνει, τόσο ομορφαίνει αυτός ο τόπος. Στις παρυφές του ενετικού κάστρου, εκεί που διακλαδώνονται σαν πολύχρωμες γιρλάντες τα πέτρινα σοκάκια με τα τουριστικά μαγαζιά, τα ρακάδικα και τα ολάνθιστα πεζούλια, αφεθήκαμε στις τρυφερές περιποιήσεις και την κρητική φιλοξενία. Και φυσικά, στις ρακές που κερνούσαν ανελλιπώς, άπαντες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, νομίζω πως η πιο συχνή φράση που έλεγα, ήταν αυτή:

Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε σ’ ένα ιστορικό κτήριο στην καρδιά της πόλης, το Σπίτι του Πολιτισμού. Ένας υπέροχος, ατμοσφαιρικός πολυχώρος που φιλοξενεί θέατρο, μουσικά σχήματα και πολιτιστικές εκδηλώσεις, στην ιστορική Πλατεία Μικρασιατών, πλάι στον θεόρατο μιναρέ απ’ το Τζαμί Νερατζέ. Ξεκινώντας απ’ το ξενοδοχείο και διασχίζοντας τα βενετσιάνικα δρομάκια μέχρι να φτάσουμε στην αίθουσα, ξεχάσαμε προς στιγμή την παρουσίαση και αφεθήκαμε στις μαγευτικές εικόνες των σπιτιών με τους ξύλινους εξώστες, τα περίτεχνα θυρώματα, τις πέτρινες κρήνες, τις ανάγλυφες ζωφόρους και τους κήπους με τα αρωματικά φυτά του τόπου, τα πιθάρια με τις αναρριχόμενες βουκαμβίλιες και μια ατέλειωτη πολύχρωμη στρατιά με κατιφέδες και γεράνια. Στο βάθος του κάδρου, τα Λευκά Όρη και η παλιά γειτονιά του Κουμπέ, με το ενετικό κάστρο της Φορτέτζας να στολίζει σαν πέτρινος σκούφος την ιστορική πόλη. Αφήσαμε πίσω μας το θέατρο  “Ερωφίλη” στον προμαχώνα του Αγίου Ηλία και ρουφήξαμε μια τελευταία ανάσα απ’ τη θάλασσα και τις μυρωδιές των φαγητών που μοσχοβολούσαν στους αυλόγυρους των σπιτιών.
καθ' οδόν προς την αίθουσα
Το ραντεβού μας ήταν με εξαιρετικούς φίλους που διάβασαν το βιβλίο και μίλησαν γι’ αυτό. Χωρίς να γνωριζόμαστε (τους πρωτοείδα εκείνο το απόγευμα) και δίχως να έχει προηγηθεί κάποια προετοιμασία, πήγα με την αγωνία και το ενδιαφέρον για τα σχόλιά τους.
οι προετοιμασίες

Ένα τεράστιο και εγκάρδιο «ευχαριστώ» σ’ όλους τους:
Στην Ειρήνη Γαβριλάκη (Αρχαιολόγο & Συγγραφέα) για τη δυναμική της παρουσία και το στοχαστικό της λόγο.
Στον Θεόδωρο Ρηγινιώτη (Καθηγητή Θεολογίας, Συγγραφέα & περίφημο Μαντιναδολόγο) για τα εύστοχα και φιλοσοφημένα του σχόλια.
Στην Ελευθερία Μιχάλα (Μουσικολόγο, Καθηγήτρια πιάνου) για όλη την οργάνωση, το συντονισμό και την άψογη παρουσίαση της εκδήλωσης.
Στην Μάρθα Τριποδιανάκη-Σηφάκη (Εκπαιδευτικό) για την καθηλωτική ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου, αλλά, κυρίως, για την αφοπλιστική της γλυκύτητα που εξέπεμπε όλη την ευγένεια και τη θετική της αύρα. 
Στoν καλό φίλο και σπουδαίο "τεχνίτη" της ζωγραφικής και του λόγου, Αλέξανδρο Ανδρουλάκη. Για την ιώβεια υπομονή του & την πολύτιμη βοήθειά του σε όλα τα διαδικαστικά, πριν και μετά την εκδήλωση. 
Στην μικρή μας πιανίστρια Ελευθερία Κανελλάκη, που έντυσε μουσικά την εκδήλωση μ’ ένα κομμάτι του Γ.Σ. Μπαχ. Ομολογώ ότι θαύμασα το θάρρος της να εκτεθεί για πρώτη φορά στο ανοιχτό κοινό, σε μια εκδήλωση που για πρώτη φορά συμμετείχε.
Στον δήμαρχο του Ρεθύμνου κ. Γιώργο Μαρινάκη, στον Γεν. Αρχιερατικό Επίτροπο Πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Νικηφόρο και στον Ιερέα Εμμανουήλ Πολυχρονάκη, που μας τίμησαν με τη συντροφιά τους.
η γιορτή
Στους φίλους και συγγενείς που -με αφορμή το βιβλίο- ανταμώσαμε ύστερα από πολύ καιρό.
τα μεθεόρτια
Ήταν μια αξέχαστη βραδιά, απ' αυτές που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη και την καρδιά. Εις το επανιδείν λοιπόν, ή καλύτερα "στο ξαναντάμωμά μας"...
οι αγαπημένοι 
Το βίντεο της παρουσίασης εδώ:

Υστερόγραφο: Ευχαριστίες από καρδιάς στους αφανείς “εργάτες” που δούλεψαν στο παρασκήνιο, για να έχουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Στην Εμμανουέλα, στον Κώστα που φρόντισε άψογα ήχο, εικόνα, κλιματισμό και κουβαλήματα, στην Φωτεινούλα μου, στ’ αδέρφι μου.

Ξετέλεψε τ' όνειρο. Τις κεφαλές μας μέσα τώρα...