Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν στο σπίτι μας…



Απ’ τον κυκλαδίτικο νησί και τους αέρηδες που λυσσομανούσαν ασταμάτητα, επιστροφή στα πάτρια. Απ’ τους ατέλειωτους χωματόδρομους και τα στενά περάσματα, (εξ)αναγκαστική προσγείωση στις λεωφόρους της πόλης. Απ’ τα κάτασπρα εκκλησάκια και τις αμμουδερές παραλίες με τ’ ασβεστωμένα αλμυρίκια και τα λευκά κρινάκια, πίσω στα φανάρια  και την κίνηση των δρόμων. Απόμεινε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, τηλέφωνα φίλων που προστέθηκαν στις επαφές, κάτι βαζάκια με γλυκά και θερμιώτικο μέλι που μοσχομυρίζει θυμάρι και καθαρό αεράκι, πέτρες και θαλασσόξυλα απ’ τις δαντελένιες παραλίες, ό,τι μπόρεσε να χωρέσει τέλος πάντων στις αποσκευές μας, για να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη και τη γεύση. Τα πολύτιμα “σουβενίρ” για να κρατηθούμε ψύχραιμοι και ζεστοί στις ψύχρες που έρχονται.

Αν και είναι μικρό το νησί, όλα προσφέρονται σε χορταστικές ποσότητες. Οι δυνατοί αέρηδες, οι αναβαθμίδες με ξερολιθιές, τα πάλευκα ξωκλήσια, τα στεγάδια και οι ανεμόμυλοι, οι γλάστρες με τους βασιλικούς και τις μπουκαμβίλιες, οι φιλόξενες παραλίες, τ’ ασπρισμένα σοκάκια, τα ζωγραφισμένα πλατύσκαλα κι οι ξύλινες ταμπελίτσες με ποιήματα και μαντινάδες. Οι οδοδείκτες του νησιού, είναι καλλιγραφημένες ξύλινες επιγραφές και αμέτρητα εκκλησάκια που φυτρώνουν ακόμα και σε απόκρημνα βράχια, γυαλιστερά σαν λεπίδες, στις ακροθαλασσιές.


Η Παναγιά η Κανάλα και το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Καλλιόπης λίγο πιο κάτω, είναι τα ορόσημα του νησιού. 

Γραφικά καλντερίμια με στρατιές από ανθισμένες γλάστρες στους κήπους και παραδοσιακά μαγαζάκια, σφηνωμένα αρμονικά, σαν πολύχρωμες πινελιές, στον ασπρογάλαζο καμβά της ενδοχώρας.


Συναντήσεις απρόσμενες. Κουβέντες με ανθρώπους που έχουν κατακτήσει ήδη το ζητούμενο҆ να μιλάνε ήρεμα κι απλά. Στην ανασφάλεια και τη μοναξιά ενός μικρού νησιού, δίχως ανέσεις και λούσα, που αντέχουν να ξεχειμωνιάζουν δίχως αυτά που για τους ανθρώπους της πόλης, θεωρούνται αυτονόητα. Ένα νοσοκομείο. Έναν έμπειρο γιατρό για τα σοβαρά περιστατικά. Αν προλάβει το ελικόπτερο, κι αν ο καιρός το επιτρέψει, κι αν αντέξει ο ασθενής, κι αν…

Κυρία Γιαννούλα, κυρία Ντίνα, Θάνο και Ρένα, και όλοι όσοι μοιραστήκαμε μοναδικές στιγμές. Σαν τα ιαματικά νερά που αναβλύζουν ασταμάτητα στην πιο ωραία περιοχή του νησιού, στα Λουτρά. Σας ευχαριστώ για όλα όσα μας φιλέψατε. Εύχομαι γρήγορα να γίνει εκείνο το αρχαιολογικό μουσείο (τόσα πολύτιμα ευρήματα, βρίσκονται επί σειρά ετών, εκτεθειμένα). Να γίνει κι ένα ιατρείο της προκοπής, να έχουν πρόσβαση οι άνθρωποι στις μονάδες υγείας, αντί να καρδιοχτυπούν αν θα τους προλάβει το ελικόπτερο. Να αξιοποιηθεί κι αυτό το ιστορικό σπήλαιο στην Δρυοπίδα, που είναι ανοιχτό στους επισκέπτες με δωρεάν είσοδο, χάρη στις προσωπικές φροντίδες των  εθελοντών. Να προκύψουν οι λόγοι και οι ευκαιρίες, για να μένουν τα νέα παιδιά στο νησί. «Για να μην ξενιτευόμαστε», όπως με παράπονο μάς εμπιστεύτηκε η ευγενική κοπέλα, στο λαογραφικό μουσείο της Χώρας∙ παρεμπιπτόντως, κι αυτό λειτουργεί με εθελοντική δουλειά. 

Λίγο πριν το φευγιό μας απ’ το νησί, μια αναπάντεχη έκπληξη. Ένα οργανωμένο παραδοσιακό τυροκομείο (το μοναδικό αν δεν κάνω λάθος) με δυο νέα μορφωμένα κορίτσια στο τιμόνι, που συνεχίζουν την οικογενειακή επιχείρηση στο νησί. Αν δεν είχαμε να κάνουμε ταξίδι, θα συζητούσαμε ακόμα… Για τις δυσκολίες, τις σπουδές τους, το πείσμα τους, το στήσιμο μιας άρτιας τυροκομικής μονάδας με υψηλές προδιαγραφές, τις προκλήσεις και τα… μυστικά της κοπανιστής και της καλής φέτας.

Στον αντίποδα της αυθαιρεσίας, της κακοτεχνίας και των καταπατήσεων (που κι εδώ ζουν και βασιλεύουν), είναι οι άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο τους και οργανώνουν τις ζωές τους με εντιμότητα και μεράκι.

Στα σίγουρα, η Κύθνος -ή Θερμιά- όπως τη λένε οι ντόπιοι, δεν προσφέρεται για εξτραβαγκάντζες, χλιδάτες παραλίες με μπιτσόμπαρα και πανάκριβες ξαπλώστρες, θορυβώδη νυχτερινή ζωή και εισαγόμενες γκουρμεδιές. Κι αυτό την κάνει ακόμα πιο γοητευτική, για όσους αγαπούν την απλότητα, την παραδοσιακή χωριάτικη με ντόπια κάπαρη και φρεσκοκομμένα λαχανικά απ’ το μποστάνι και φιλόξενους ανθρώπους που σε καλωσορίζουν στην αυλή τους δίχως δισταγμό, με δροσερό νεράκι κι ένα τρατάρισμα με ό,τι τους βρίσκεται διαθέσιμο.


Υ.Γ. Κρατάω την εικόνα της μοναχικής, ηλικιωμένης κυρίας που, κάθε σούρουπο, άνοιγε τα λουλακί πορτόφυλλά της κι έβγαζε τραπεζάκι και καρέκλες στο πεζοδρόμιο. Δεν περίμενε επισκέπτες, ήταν όμως διαθέσιμη να υποδεχτεί όποιον περαστικό θα σταματούσε στο σπίτι της, για κουβεντούλα. Κι ήταν αμοιβαία η συγκίνηση που νιώσαμε, το βράδυ που καθίσαμε κοντά της και μιλήσαμε, σαν να είμασταν γνωστοί από χρόνια. Τόσο απλά και τόσο θαυμαστά…
Το επιδόρπιο ήταν τοπικό γιαούρτι με γλυκό κουταλιού και κουβεντούλα με τον καπετάν-Γιώργη

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

«Το μούσι πάει σύννεφο»




 Σσστ… κρύβε λόγια, κύριε Περδικούλη μου. Και μη λες ονόματα. Λέγε με «Πρόεδρε». Θα καταλάβω εγώ. Και  Ντόρα να με πεις, πάλι θα καταλάβω. Γι’ αυτό λούφαξα ο φουκαράς εδώ μέσα, κύριε Περδικούλη μου. Κόσμο αξούριστο έχει, υπόκοσμο με τη σέσουλα έχει, κι από μούσια -δόξα τω Θεώ- ούτε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τόση τρίχα. Κότσαρα κι εγώ μια μουστάκα σαν υπόστεγο, τρούπωσα εδώ χάμω,  κι άντε να με γνωρίσουν μετά. Άντε, να με γνωρίσουν. Παιδί!... ένα γλυκύ βραστό, σε παρακαλώ!

Και, πού είσαι; Κύριε Περδικούλη μου, μη γυρίσεις απότομα. Αυτός εκεί πίσω, με τα γυαλιά τα φινιστρίνια… Μου φαίνεται πως κρύβεται, κύριε Περδικούλη μου. Γύρευε ποιος τον κυνηγάει κι αυτόν τον χαντακωμένο! Αφού να σκεφτείς κύριε Περδικούλη μου, ρώταγε τον καφετζή τον Πανάγο, μήπως το καφενείο έχει κάνα πεζούλι από πίσω, κι αν πατιέται. Κι ο άλλος πίσω μου, ο ψωμωμένος,  που είναι σαν αιδεσιμότατος…  Mα μην καρφώνεσαι έτσι, κύριε Περδικούλη μου! Θα μας πάρουν είδηση και θα γίνει του Κουτσόπυργου, εδώ μέσα. Αυτός που λες, κύριε Περδικούλη μου, κοιτιόταν περίεργα με τον άλλο εκεί πίσω. Τον φινιστρίνη, ξέρεις… Κοντοχωριανοί θα είναι, να μου το θυμηθείς, κύριε Περδικούλη μου. Σε τα μας τώρα; Τήρα να δεις που θα έχουν καμιά βεντέτα κι αυτούνοι, και θα ντρέπουνται τα πλατάνια του χωριού, γι’ αυτό μασκαρεύτηκαν έτσι. Τώρα βέβαια θα μου πεις. “Ποια πλατάνια, κατακαημένε Θωμά; Στάχτη και μπούρμπερη γινήκανε όλα”. Ε, κάτι θα ντρέπονται κι αυτοί οι δόλιοι.

Πάμε σιγά-σιγά, κύριε Περδικούλη μου; Εδώ πέρα, δεν ξεχωρίζει ο ҆γούμενος το καλογεροπαίδι του, έτσι που γινήκαμε. Και να ҆ρθει δηλαδή ο Στέλιος ο Κοντογιώργης, με τόσα μούσια εδώ μέσα, θα ξεχάσει τη βεντέτα, θα με πιάσει αγκαζέ και θα γίνουμε μπιντζινάκατοι. Γιατί, κύριε Περδικούλη μου, στο λέω εγώ, ο Θωμάς ο Μακρυκώστας και να με θυμηθείς. Τα μούσια ολονών εδώ μέσα, μπορεί να είναι από αληθινές τρίχες, αλλά οι μούρες τους είναι μουσαντένιες. Μουσαντένιες και μπαμπέσικες, κύριε Περδικούλη μου!

Πάω πίσω, ν’ αράξω στο πλατάνι του χωριού μου. Όσο υπάρχει ακόμα κι αυτό. Να ζητήσω για λογαριασμό τους συγχώρεση απ’ το πηγάδι, απ’ τα φραγκόσυκα κι απ’ τα κουκουνάρια. Κι απ’ τον Νίκο τον Παπίδα που του έχουν φορέσει ένα φέσι με φούντα από δω, ίσαμε τον αστράγαλο. Κι απ’ όλους τους νοικοκυραίους που πληρώνουν χρόνια τώρα, για ν’ αφρατεύουν αυτοί τα μούσια τους. 
Ωρεντουβάρ κύριε Περδικούλη μου!

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Γενέθλια στους ΚΗΠΟΥΣ της Ειρήνης


Κήποι καταπράσινοι, θαλεροί, ολάνθιστοι.
− Ποιος τους ποτίζει; ρώτησες.
− Ποτίζονται από τα δάκρυα εκείνων που συγκινούνται από την ομορφιά, σου είπα.
− Πόση ώρα πρέπει να κοιτάξεις ένα κήπο για να ποτιστεί αρκετά, ρώτησες πάλι.
− Για πάντα, σου είπα.

Με κοίταξες λιγάκι σκεπτικός.
− Κι αν δεν αντέξω να κοιτάζω τόση ομορφιά; είπες.
− Αν δεν αντέξεις, τότε κοίταξε τη θάλασσα. Φτιάχτηκε από τη συγκίνηση αυτών που κοίταξαν την ομορφιά των κήπων. Θα σου μάθει να κοιτάζεις.

Για τον Παρασκευά Κ.
(απ' το βιβλίο "κήποι", εκδ. 24γράμματα) 

Αυτό το μήνα το Απάγκιο κλείνει, αισίως,  τα έξι του χρόνια. Φέτος, γιορτάζει τα γενέθλιά του με μια σπουδαία γυναίκα που με τιμά με τη φιλία της. Την Ειρήνη Γαβριλάκη. Η Ειρήνη άνοιξε διάπλατα τους υπέροχους κήπους της, για να κάνουμε παρέα μια βόλτα στα ηλιοτρόπια και τις μαργαρίτες της. Στους κάκτους, στα νυχτολούλουδα, στα μυριστικά και στα βότανα. Διάλεξα αυτό το μέρος για να σβήσουμε -νοερά- τα κεράκια του Απάγκιου, γιατί η ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου της, μ’ έβγαλε σ’ ένα ξέφωτο. Εκεί ακριβώς που απαγκιάζει η ψυχή∙ εκεί που οι λέξεις και τα νοήματα γίνονται χλωρά κλαράκια κι ανθοφορούν την ελπίδα και την προσδοκία. Εκεί που, κάποτε, παρατήσαμε σύξυλη την παιδικότητά μας  κι η Ειρήνη την ανέσκαψε και μας την παρουσιάζει σχεδόν άθικτη. Διαπρέποντας άλλωστε και ως επαγγελματίας Αρχαιολόγος, η Ειρήνη γνωρίζει καλά τις φροντίδες του «ξεβοτανίσματος», αναγνωρίζοντας σε κάθε κλαδάκι της γης «κι ένα υλικό δομής μιας φωλιάς».

Βλέποντας την περσινή, αντίστοιχη, γενέθλια ανάρτηση του Απάγκιου, θυμάμαι πως γράφτηκε υπό την καπνώδη και αποπνικτική ατμόσφαιρα απ’ την καταστροφική φωτιά στο Μάτι. Με τη θλιβερή διαπίστωση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως γινόμαστε, ολοένα, και φτωχότεροι από φυσικούς «Κήπους» και πως εξακολουθούμε να θρηνούμε με εμμονή το (καμένο) δέντρο, αλλά αποφεύγουμε ν’ αναλάβουμε την προσωπική μας ευθύνη απέναντι στο «δάσος», γι’ αυτά και για άλλα πολλά που δεν είναι της παρούσης, διάλεξα αυτό το βιβλίο-σταθμό, για να κάνω τις προσωπικές μου «ανασκαφές».  

Γιατί, όπως γράφει και η Ειρήνη στον πρόλογό της:
«Μικροί ή αχανείς, φροντισμένοι ή όχι, δεν νοιάστηκα, αν και οι αφρόντιστοι κήποι, μάλλον με κέρδιζαν πιο γρήγορα, ίσως γιατί ο ρυθμός ξεβοτανίσματος ταιριάζει με τον ρυθμό μου, όταν περιδιαβαίνω έναν κήπο. Και γιατί αρέσκομαι να θεωρώ ότι οι φροντίδες τελεσφορούν»



Μια ευχή:  N’ αφήσουμε επιτέλους, όση φύση μας απόμεινε, να μας κατακτήσει.
Κι ένα τεράστιο ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου, στους φίλους που τιμούν με την παρουσία τους το Απάγκιο, όλα αυτά τα χρόνια!

Καλή Παναγιά και Χρόνια Πολλά σ’ όσους και όσες γιορτάζουν 💚

Για όσους θέλουν να απολαύσουν τη βόλτα στους “Κήπους” της Ειρήνης, εδώ όλες οι πληροφορίες για το βιβλίο της (απ’ τις εκδόσεις 24γράμματα): http://dyslexiashop.gr/index.php/product/99981/

Art photography: Gemmy Woud-Binnendijk

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Όχι από τζόκερ. Από τζάκι.



Έβαλε ψύχρα ξαφνικά. Μην ακούς για καύσωνες και βουτιές στις παραλίες. Απ’ τα ορθάνοιχτα παραθυρόφυλλα του αιθέρα ορμούν, ήδη, ψυχρά ρεύματα. Όσοι είναι ευαίσθητοι στο κρύο, το νιώθουν να ξυρίζει τη ραχοκοκαλιά τους, προμηνύοντας επιτελικές κακοκαιρίες και αλγεινές υγρασίες∙ εξαιρουμένων βέβαια, των κατόχων ρετιρέ, στον έβδομο ουρανό. Θα ξεχειμωνιάσουμε με κάτι φαντάσματα απ’ το ένοχο παρελθόν μας και θα χάσουμε τον αμέριμνο ύπνο μας απ’ τις μορφές των αγγέλων που γυροφέρνουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αδικαίωτες ψυχές, βεβηλωμένες μνήμες και αποτρόπαια εγκλήματα, εν καιρώ «δημοκρατίας» και κανονικότητας.

Ιάκωβε, Σταματίνα, Μιχάλη, Νίκο, Ζακ, Αλέξανδρε, Παύλο… όλοι εσείς, εκεί πάνω. Το ξέρουμε πως κοιμάστε ανήσυχα. Ανέκαθεν οι ήρωες υποφέραν από αϋπνίες. Και οι λαοί από ακατάσχετη υπνηλία. Οι σύγχρονοι «ψυχικά νοσούντες», κατά την φεγγαροφωτισμένη και υπερχαρισματική κυρία Δόμνα, θα περιμένουν υπομονετικά το μελλοντικό τους λιντσάρισμα, απ’ την επόμενη γενιά τεχνοκρατών και λασπολόγων. Όπως το έχει εξηγήσει, χρόνια τώρα, κι ο πατερούλης της ψυχανάλυσης Sigmund Freud:  “Οι υστερικοί υποφέρουν, κυρίως, από τις αναμνήσεις”.

Το κουστουμάκι της εθνικής μας κατάντιας, είναι προσφορά της εγχώριας Ιβάνκας, της γνωστής οικογενείας των Τραμπς. Απ’ τη ντιβανοκασέλα της ιστορίας μας, σιγκούνια, φέσια, σκουτιά και ταγάρια, σε τιμές λογικότατες∙ ήτοι, ένας μέσος μισθός, για μια πουκαμίσα της κολεξιόν: “Μαρέβα με τη φούρια σου, βάρα τα κουμπούρια σου”. Προσφάτως λανσαρισμένη κι απ’ το enfant gâté της γυναικείας δημοσιογραφίας, βλέπε: κυρία Σπυράκη, κυρία Στάη και άλλες celebrities απ’ το Επικρατείας. Εκείνες οι ριγωτές μπατανίες της γιαγιάς και οι ντορβάδες από τραγόμαλλο, τώρα δικαιώνονται! Αχ βρε γιαγιά και να ξερες, σε τι τζάκια κυκλοφορούν τα υφαντά και τα βουργιάλια σου!
Day Dreams
c. 1930–32, by William M. Rittase
Source: Philadelphia Museum of Art




Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

"Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό" (*)



Αν δεν έχεις νιώσει την αγωνία να μεγαλώνεις παιδί εν μέσω μνημονίων, μη μιλάς για μητρότητα. Δεν θέλουν επιδόματα και συσσίτια τα παιδιά, αγάπη μου. Ανθρώπινη και δίκαιη κοινωνία για να μεγαλώσουν, θέλουν. Κι αλίμονο στους νέους που θα γίνουν γονείς, με κίνητρο δυο ψωροχιλιάρικα. Κι αλίμονο στα παιδιά που θα έρθουν στον κόσμο, απ' αυτή την "προσφορά-γνωριμίας". Και ντροπή στη γυναίκα που υποβαθμίζει τόσο πολύ το ρόλο της σημερινής γυναίκας, ανακοινώνοντας τέτοιους νόμους.  Όχι αυτής που περιφέρεται στα έδρανα της βουλής (καλή ώρα). 

Αλλά της άνεργης μάνας που δίνει ηρωικές μάχες για να μη στερήσει τα στοιχειώδη αγαθά απ' το παιδί της. Ένα ζευγάρι αθλητικά, τα εμβόλιά του, τα φροντιστήριά του, το μέλλον του...

Tης εργαζόμενης μάνας που είναι έρμαιο της εργοδοτικής λογικής "ΕΙΣΑΙ ΕΓΚΥΟΣ-ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ" ενόψει μάλιστα και  της ανύπαρκτης (πια) Eπιθεώρησης Eργασίας.

Της γιαγιάς που συντηρεί παιδιά και εγγόνια απ' την καταρρακωμένη της σύνταξη.

Της γυναίκας που συντηρεί, με αξιοπρέπεια μονογονεϊκή οικογένεια, της μάνας που έχει παιδί με ειδικές ανάγκες, της κόρης που είναι επιφορτισμένη με τη φροντίδα των γονιών της... ακόμα κι αυτής της γυναίκας που αποφάσισε να διακόψει την κύησή της γιατί... "δεν βγαίνει ο προϋπολογισμός, μάνα μου".

Θα γίνεις (ενδεχομένως) κι εσύ μάνα και θα καταλάβεις τι σου λέω.
Μέχρι τότε, κάνε λίγο ησυχία, γιατί μας κούρασες, "μάνα" μου!... 



(* Στίχος απ’ το τραγούδι της Ελένης Βιτάλη «Κιβωτός». Για την έμπνευση του στίχου, η Βιτάλη είχε πει σε μια συνέντευξή της: «Μόλις γέννησα το γιό μου. Ήμουν 20 χρονών. Οι φίλοι μου έλεγαν το παιδί έκανε παιδί κι εγώ σκεφτόμουν: Εξάρτημα εγώ της μηχανής, έκανα κι άλλο ένα. Έτσι προέκυψε το τραγούδι. Στο μαιευτήριο Λητώ»)


Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Αμφιλύκη - [24ο Συμπόσιο Ποίησης]


ενός λεπτού σιγή για τα εκλιπόντα
για το τρυφερό φιλί
το στοργικό αγκάλιασμα
τις γαληνεμένες κουβέντες
τα δάκρυα στα μάτια
την προσευχή στον ουρανό

ενός λεπτού κραυγή για τα ορατά και αόρατα
το γοργοφτέρουγο γλαροπούλι που ξαπόστασε στην πλώρη μιας ψαρόβαρκας
τις ψυχούλες που λικνίζονταν πάνω στα χρυσά λέπια της ξεστήθωτης γοργόνας
το παράπονο του ήλιου καθώς αγκυροβολούσε τις αχτίδες του
στα νερά του Σιλωάμ
το όλον της φύσης και το τίποτα που κατέγραψαν οι οθόνες

ενός Θεού οργή
για το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του κόσμου
που ξοδεύτηκε στο κλικ μιας συσκευής
για τον άνθρωπο που στα σκουπίδια
πέταξε τα δώρα Του
και γύρισε περιφρονητικά την πλάτη του
στο επιθανάτιο σπινθήρισμα του ήλιου
μέσα στον κάδο με τις πλαστικές σακούλες

ενός τέλους η αρχή
στο ξεκίνημα του πιο παγερού κι ανήλιαγου χειμώνα
οι άνθρωποι αλυχτούσαν κι έψαχναν τροφή στα σκουπίδια
το θαύμα της τεχνολογίας καθόλου δεν τους χόρτασε
κι όλο θρηνούσαν ενθυμούμενοι το τελευταίο δείπνο της Εκάτης.


Συμμετείχε στο 24ο Συμπόσιο Ποίησης στον ιστότοπο Η ζωή είναι ωραία
Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου, το στυλοβάτη  του θεσμού αυτού, την Αριστέα μας και όλους τους φίλους και τις φίλες που συντροφεύουν με τις συμμετοχές και τα σχόλιά τους, αυτή την υπέροχη ποιητική μας απόδραση.



Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Μαθήματα φωτογραφίας για αρχάριους


-       Τι τη θες τώρα τη φωτογραφία, βρε χριστιανέ μου; Τα χάλια μου είμαι…

-       Κάτσε βρε Χαρικλάκι που έχεις τα χάλια σου. Κούκλα είσαι! Εδώ κοίτα, θα βγει το πουλάκι τώρα.

-       Μην τρομάξει και φύγει το πουλάκι, έτσι που είμαι. Έλα κι εσύ πλάι μου, να βγάλουμε μία …πώς τις λένε είπαμε, αυτές που βγάζουν τώρα με τα κινητά τους;

-       Σέλφις, νομίζω…

-       Σελφ-σέρβις τις λένε, βρε, Χαράλαμπε! Δηλαδή, δεν μπορούμε να βγούμε μία, μαζί;

-       Δεν τραβάει τέτοιες η μηχανή μας, βρε Χαρικλάκι… Είναι απ’ τις παλιές, με το φιλμ και το διάφραγμα. Κάτσε να σε τραβήξω άλλη μία, με φλας.

-       Ναι, να τη στείλεις και στον Άγιο Πέτρο, για να με αναγνωρίσει όταν θα πάω στο σκοτεινό του θάλαμο. Έτσι, καλή είμαι;

-       Δεν θα το πιστέψεις βρε Χαρικλάκι, αλλά εγώ σε βλέπω ακόμα, σαν το μικρό μου κοριτσάκι.

-       Από βδομάδα, θα πάμε στον οφθαλμίατρο, Χαράλαμπε. Ο καταρράκτης σου έχει χειροτερέψει.

-       Βρε, λέγε ό,τι θέλεις, εσύ! Έχουμε πολλές πόζες ακόμα στο φιλμ. Πάρα πολλές, Χαρικλάκι μου!... Χαμογέλα μου, βρε, λίγο!
~ // ~

Το ζεστό σούρουπο τούς βρήκε ακόμα στο μικρό άλσος, να βολτάρουν πιασμένοι αγκαζέ, εκείνη να σταματάει για λίγο, να ξεκουράζει σ’ ένα παγκάκι τα πρησμένα της πόδια κι εκείνος, να κατευθύνεται στον υπαίθριο μικροπωλητή και να επιστρέφει μ’ ένα φεγγαρένιο χαμόγελο κοντά της. Με χέρια που έτρεμαν, ξετύλιξε απ’ τη ζελατίνα του ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι και της το πρόσφερε, σαν να ήταν ένα ολάνθιστο μπουκέτο. «Στο χρωστούσα απ’ τα παλιά, Χαρικλάκι μου. Θυμάσαι;» της είπε όλο τρυφεράδα. «Πώς δε θυμάμαι; Η ζωή είναι ένα γλειφιτζούρι, μου έλεγες. Μαζί θα το γευτούμε, ως το τέλος. Μα τι πας και θυμάσαι, βρε, Χαράλαμπε; Θα σ’ ανέβει κι η πίεση… και το ζάχαρο… αχ, βρε, Χαράλαμπε!...»

Οι περαστικοί χάζευαν το ηλικιωμένο ζευγάρι που μοιραζόταν ένα κατακόκκινο γλειφιτζούρι, πονηρογελώντας ο ένας στον άλλο. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω απ’ τις τσιμεντένιες κορυφογραμμές της πόλης και τα φλασάκια απ’ τις οθόνες των κινητών, φεγγοβολούσαν σαν πύρινες λαμπηδόνες τριγύρω τους. Σε λίγη ώρα, θα γινόντουσαν είδηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης∙ οι φωτογραφίες και τα βίντεο απ’ την τρυφερή και σπάνια αυτή εικόνα, θα μάζευαν πολλά “λάικ” στα στέκια του διαδικτύου, εκεί που οι άνθρωποι θαυμάζουν και αυτοθαυμάζονται, μέσα από ψηφιακές φωτογραφίες και έξυπνες ατάκες.

Οι  εικόνες που έχουν απομείνει στο φιλμ τους, όσο πάνε και λιγοστεύουν. Η παλιά τους αναλογική μηχανή θα παροπλιστεί, κλείνοντας για πάντα μέσα της τα καρέ μιας ολόκληρης, κοινής ζωής. Που είχε ηλιόλουστες μέρες, αλλά και άγριες βαρυχειμωνιές. Που άντεξε στο χρόνο και τη φθορά και αξιώθηκε να γλυκολειώνει, σαν ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι.

-       Έλα Παναγία μου! Καλέ, εμείς είμαστε εδώ; Ποιος μας τράβηξε, βρε Χαράλαμπε;

-       Τις προάλλες στο αλσάκι, βρε Χαρίκλεια. Ξέχασες;

-       Μμμ… καλούτσικοι βγήκαμε, ε Χαράλαμπε; Μικροδείχνουμε, ή ιδέα μου είναι;

 (Σημ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι απ' το διαδίκτυο και ανήκει στο δημιουργό της)


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Η Σούζυ ψεύδεται (αλλά δεν τρώει)



Πελαζί μου, σου έχω νέα. Η Σούζυ πήγε τελικά σε σύμβουλο διατροφής, έκανε κάτι δίαιτες εξπρές, στο καπάκι χτύπησε και μια βραζιλιάνικη λιπογλυπτική, “μάσησε” κάτι βαζάκια με χάπια και σκόνες αδυνατίσματος, τυλίχτηκε με στρέμματα μεμβράνης και θερμαντικά ζουμιά, που κάνουν -λέει- επίπεδη κοιλιά και σμιλεμένα μπράτσα. Μετά, πήγε και σήκωσε μάγουλο, ζωγράφισε φρύδι, φούσκωσε χείλι, χτύπησε κι ένα σολάριουμ, έβαλε μαλλί κι έριξε κι ένα φινίρισμα στον τόρνο, σε κάτι προγούλια και διπλοσάγονα. Αγνώριστη έγινε, στο σταυρό που σου κάνω. Να την έβλεπες από μια μεριά! Θα τρόμαζες. Μεταξύ μας όμως τώρα, μόνο εσύ θα μπορούσες να την συνεφέρεις. Να την πιάσεις απ’ το μαλλί (προσοχή στα εξτένσιον) και να την επαναφέρεις στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις: 

- Εμουά ζε σουί Πελαζί, ντε Παρί.

- Εμουά ζε σουί Μουρλή, ντε Πλαστική.

- Σούζυ;… Ρε, Σουζάρα, εσύ είσαι;

- Κρύβε λόγια Πελαγία μου. Λέγε με «Κουκλίτσα μου», θα καταλάβω εγώ.

- Σούζυ, ακόμα ψεύδεσαι!... Ψεύδεσαι κι ας μην τρως! Τι μασκαριλίκια είν’ αυτά;

- Τι να κάνω Πελαγία μου; Έπρεπε να βρω την αυτοεκτίμησή μου. Το είπε και ο διαιτολόγος μου.

- Κι έχασες τον εαυτό σου τελικά. Βρε Σούζυ, στην παλιά μας φιλία σε ξορκίζω… έχεις δει τον καθρέφτη σου;

- Ουουου… άλλος άνθρωπος έγινα!

- Άσε μας κουκλίτσα μου! Λάθος άνθρωπος έγινες!

- Mωρέ, λέγε εσύ! Εγώ και μίνι θα βάλω, και σορτσάκι θα φορέσω, και θα πάω και στη Μύκονο, να κάνω φάση. Αμέ!...

- Ζαμέ και το κρίμα στο λαιμό σου. Εγώ, η Πελαγία απ’ τη Νέα Φιλαδέλφεια στο λέω και να μου το θυμηθείς. Θα γελάσουν κι οι πελεκάνοι μαζί σου.

- Ζηλεύεις Πελαγία. Τι να σου κάνω, που δεν έχεις ακόμα εκείνο το ραφτάδικο στο Σηκουάνα. Θα γινόμουν το μοντέλο σου. Χρυσές δουλειές θα κάναμε.

- Όσο ήμουν εγώ Παριζιάνα, άλλο τόσο είσαι κι εσύ μοντέλο. Και να σου πω κάτι ρε Σούζυ; Μια χαρά ήσουν τότε, με τα πιασίματά σου, τα παχάκια σου και τις περιφέρειές σου. Τουλάχιστον, ήσουν αυθεντική.

- Γιατί, τώρα τι είμαι δηλαδή;

- Σαν παραφουσκωμένη νεόγρια είσαι. Τέλος πάντων, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις χρυσό μου. Φεύγω. Άφησα στη μέση μια παρτίδα μπόμπα χαρακίρι στου στρατηγού.

- Αυτό, από άλλη ταινία δεν είναι;

- Ναι, ναι… μαζευόμαστε οι παλιοί φίλοι και στήνουμε κανένα χαρτάκι να περάσει η ώρα. Λοιπόν, γεια σου Σούζυ-μοντελίστ, και καλά τραβήγματα! Χαιρέτα μου τους ανεμόμυλους της Μυκόνου!

- Κάτσε βρε Πελαγία μου, θα ᾽ρθω κι εγώ μαζί σου. Πεθύμησα τα παλιά μας λημέρια. Κάτσε να βγάλω αυτό το κολάν, γιατί με στενεύει… βοήθα με λίγο.

- Θ’ αργήσουμε πάντως, να το ξέρεις. Ο στρατηγός έχει μεγάλο τραπέζι απόψε. Μπορεί να χάσεις και την πτήση για Μύκονο.

- Και δεν μου λες, βρε Πελαγία… θα… θα έχει και τίποτα μεζεδάκια;

- Tα ελέη του Θεού Σούζυ μου!

- Μωρέ, κομμάτια να γίνει! Και πώς θα πάμε στου στρατηγού;

- Πάντως με τη κομπινεζόν, δεν μπορείς να έρθεις. Άσε που δεν θα σε γνωρίσει κανείς, χρυσό μου, έτσι που έγινες. Να δοκιμάσουμε το παλιό φουστάνι που σου έραβα τότε;

- Το έχεις κρατήσει Πελαγία μου;

- Μωρέ, εγώ το κράτησα. Τι λες; Είσαι;

- Θα βάλεις ένα χεράκι να κάνουμε μια πρόβα; Όπως τότε…

- Έλα δω… Πώς έγινες έτσι, πανάθεμα σε; Σαν την Τουίγκι κατάντησες.

- Tι είν’ αυτό;

- Μία από άλλη ταινία, δεν την ξέρεις.

- Και πώς θα πάμε στου στρατηγού Πελαγία μου;

- Θα περάσει να μας πάρει ο Βαγγέλης με τ’ αεροπλανάκι του.

- Κι αυτό, από άλλη ταινία δεν είναι;

- Πολλά ρωτάς. Για να σε δω… αυτή είσαι! Η αγαπημένη τροφαντούλα μου.

- Πω-πω, ξανάγινα σαν κρεοπωλείο πάλι! Βρε Πελαγία, πώς θα σηκωθεί το αεροπλάνο του Βαγγέλη;

- Μωρέ θα τραβήξουμε μαλλί, που θα πάει σύννεφο, Σούζυ μου!


//Αφιερωμένο σ’ όλα τα ακομπλεξάριστα κορίτσια κάθε ηλικίας, που αγαπούν τις εξωτερικές τους ατέλειες και σέβονται τον εαυτό τους. 
Καλό καλοκαίρι και προσοχή στην εσωτερική πλαδαρότητα!//


Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Πεφτοσυννεφιές


Για μια Μαρία & μια Κατερίνα


Το λες και επέτειο μνήμης.

Για δυο κορίτσια που έσβησαν απ’ τις “υπερβολικές φροντίδες” του Ανδρέα. Τι «ποιου Ανδρέα;» Του τότε «υπουργού και θεματοφύλακα της υγείας» (εδώ γελάμε) και νυν συνδαιτυμόνα του Εισαγγελέα Διαφθοράς, για ένα σκανδαλάκι, που δεν στοίχισε στο δημόσιο, παραπάνω από είκοσι τρία δις (εδώ κλαίμε).


Ήταν τέτοιες μέρες λοιπόν, Μάης του 2016, όταν έσβησε η Μαρία. «Ποιος να την θυμάται άραγε, εκτός απ’ τους δικούς της;» αναρωτιόμουν, καθώς άκουγα τις προεκλογικές κορόνες για «επαναφορά της ασφάλειας και της τάξης στην κοινωνία» (εδώ μειδιούμε), απ’ τους πρωτεργάτες της à la carte ευνομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Μαρία ήταν μία απ’ τις oροθετικές γυναίκες που διαπομπεύτηκαν και φυλακίστηκαν απ’ τον Ανδρέα Λοβέρδο. Η Μαρία δεν πρόλαβε να ζήσει τη δικαστική αθώωση (αλλά όχι τη δικαίωση) που έγινε τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου.

Η Μαρία ήταν μόλις 32 χρόνων, ψηλή, μελαχρινή και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Η είδηση του θανάτου της μπορεί να μην έφτασε ποτέ στ’ αυτιά του κ. Λοβέρδου, ο χαμός της όμως, θα στοιχειώνει διαρκώς τον θύτη της που την σκότωσε άνανδρα «δια λιθοβολισμού». Το σημείωμα της μητέρας της που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών, έγραφε:

"Έγινε πια κι αυτό και τώρα ο κύριος Λοβέρδος μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Η κοινωνία σχεδόν καθάρισε από αυτές τις κοπέλες κι αυτό το φρόντισε ο ίδιος.
Εξευτέλισαν το παιδί μου, ήρθαν στο χωριό και το ΚΕΕΛΠΝΟ εξέτασε το εγγόνι μου μέσα στο σχολείο, μας εκθέσανε όλους, μας ξεφτίλισαν. Πήγαν τα κορίτσια στο υπόγειο της Γ' πτέρυγας του Κορυδαλλού αντί να τα φροντίσουν στα νοσοκομεία. Τους πέταγαν το φαγητό από τα κάγκελα και εκείνα, την ίδια ώρα, κατάπιναν μπαταρίες.
Δημόσια μας εξευτελίσανε και τώρα εγώ δημόσια ανταποδίδω λίγο πριν θάψω την κόρη μου, ότι μπορεί πλέον να κοιμάται ήσυχος ο Ανδρέας Λοβέρδος. Και αυτό το λέω κι εγώ η μητέρα της, δημόσια, με το όνομά μου.
Ευμορφία Κουλουριώτη".

Τον Νοέμβρη του ’14 είχε αυτοκτονήσει η Κατερίνα, άλλη μια κοπέλα που είχε συλληφθεί τον Μάη του 2012 ως «εκδιδόμενη οροθετική». Όταν την συνέλαβαν, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και ο πατέρας της. 

«Η Κατερίνα δραπέτευσε. Όσες φυλακές έζησε, όσους παραδείσους κι αν αναζήτησε στα ναρκωτικά, ποτέ δεν έφτασαν. Η επιχείρηση δίωξης των οροθετικών χρηστριών πριν τις εκλογές του 2012, μάζεψε μαζί με τις άλλες κοπέλες και την Κατερίνα. Την γνωρίσαμε κι αυτή στις φυλακές Κορυδαλλού. Ένα κορίτσι γελαστό που του άρεσαν οι αγκαλιές και τα χάδια. Ήταν διαχυτική, πάντα με φιλούσε.

»Η Κατερίνα έγινε αργότερα ασθενής μου, καθώς το «αδίκημα» της οροθετικότητάς της, την έφερε στην πόρτα της Μονάδας Λοιμώξεων. Γρήγορα ενεργοποιήθηκε. Μάχιμη, πήρε μέρος σε όλες τις δράσεις της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης για τις διωκόμενες οροθετικές: μίλησε σε προβολές, σε πάνελ, σε συγκεντρώσεις για τα αυτονόητα: τα νοσήματα δεν φυλακίζονται, θεραπεύονται. Την αγαπήσαμε για το θάρρος της, την ανθρωπιά της, το ωραίο μυαλό της».

[Απόσπασμα ανάρτησης Χρύσας Μπότση, γιατρού και μέλους της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στις διωκόμενες οροθετικές]

Στις τριτοκοσμικές και απολίτιστες χώρες, συνηθίζεται το βίαιο ξύρισμα των γυναικών στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Συνηθίζεται επίσης η κλειτοριδεκτομή, η σεξουαλική εκμετάλλευση και ο θάνατος δια λιθοβολισμού. Στη λιγότερο βάρβαρη κοινωνία που βαυκαλιζόμαστε ότι ζούμε, διαθέτουμε πιο σικάτες μεθόδους εξόντωσης∙ λιγότερο αιματηρές, αλλά περισσότερο αποτελεσματικές. Διαθέτουμε επίσης και μια μεγάλη γκάμα με παραπλανητικές ετικέτες με τις οποίες, ελαφρόκαρδα και αμέριμνα, καλύπτουμε (ή παραχαράσσουμε) τα σεξουαλικά εγκλήματα, την παιδοφιλία και την έμφυλη βία. «Έγκλημα ζηλοτυπίας» για τον συζυγοκτόνο, «Αυτοκτόνησε 14χρονη» για το ανθρωπόμορφο τέρας που βίαζε ανήλικα κορίτσια και «Σοκάρουν τα στοιχεία για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη», που καθόλου δεν είχε σοκάρει ωστόσο, τους αστυνομικούς που είχε καταφύγει η άτυχη κοπέλα για να καταγγείλει τον βιασμό της, όσο ήταν εν ζωή.

«Υπόθεση παιδεραστίας στη Μολδαβία» έγραφαν ακροθιγώς οι φιλικά προσκείμενες φυλλάδες, για τον καταδικασμένο για ασέλγεια εις βάρος ανηλίκων, βουλευτή της ΝΔ στην Κέρκυρα, Νίκο Γεωργιάδη. Ο Πρόεδρος (της φυλής του) τον διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα ξεχαστεί το θέμα (όπως και τόσα άλλα) και η Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης: «Δεν είμαι στην κρεβατοκάμαρα του κ. Γεωργιάδη, μόνο την δική μου ερωτική ζωή γνωρίζω από πρώτο χέρι». Όταν, ειδικά, μια γυναίκα -ούσα, ή δυνάμει μητέρα- υπερασπίζεται την παιδική κακοποίηση για χάρη της πολιτικής ματαιοδοξίας της, είμαστε ήδη βάρβαροι.

Καλό μας ταξίδι στις επόμενες πεφτοσυννεφιές. Να είμαστε καλά και να μην παραλείψουμε να σοκαριστούμε στο επόμενο έγκλημα (δέκα έγιναν το τελευταίο δίμηνο). Μέχρι να διαπιστώσουμε (αν γίνει αυτό κάποτε), πως τα μοντέλα της ανδροκρατούμενης βίας, προέρχονται απ’ αυτούς που προάγουν την έννοια του δυνατού, του οικονομικά ισχυρού, αυτού που επικρατεί πάνω στον αδύναμο, γιατί μόνο έτσι χτίζονται και καθιερώνονται οι τάξεις, τα σύμβολα και τα πρότυπα προς μίμηση και καταξίωση.


Είναι οι άριστοι και αμόλυντοι χαρτογιακάδες που τα βάζουν με την Κούνεβα και, κατ’ επέκταση, με όλες τις γυναίκες που εργάζονται με αξιοπρέπεια και μόχθο για να μας ξεβρομίζουν.

Και είμαστε απέναντί τους εμείς (;)
Ή στο πλάι τους...
 (φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο)

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Απ’ την παρουσίαση στο Ρέθυμνο


Την εβδομάδα που μας πέρασε, ο καιρός στο Ρέθυμνο ήταν νεφελώδης, με ενδιάμεσες ηλιοφάνειες, υψηλά ποσοστά υγρασίας και ανέμους που έπνεαν με ωριαία ταχύτητα -περίπου- 8χλμ. «Εκουζουλάθηκε κι αυτός ο παντέρμος, ίντα να πω δα;» όπως σχολίαζαν οι ντόπιοι σ’ έναν καφενέ.

Η Παλιά Πόλη ήταν στα φόρτε της. Όσο παλιώνει, τόσο ομορφαίνει αυτός ο τόπος. Στις παρυφές του ενετικού κάστρου, εκεί που διακλαδώνονται σαν πολύχρωμες γιρλάντες τα πέτρινα σοκάκια με τα τουριστικά μαγαζιά, τα ρακάδικα και τα ολάνθιστα πεζούλια, αφεθήκαμε στις τρυφερές περιποιήσεις και την κρητική φιλοξενία. Και φυσικά, στις ρακές που κερνούσαν ανελλιπώς, άπαντες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, νομίζω πως η πιο συχνή φράση που έλεγα, ήταν αυτή:

Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε σ’ ένα ιστορικό κτήριο στην καρδιά της πόλης, το Σπίτι του Πολιτισμού. Ένας υπέροχος, ατμοσφαιρικός πολυχώρος που φιλοξενεί θέατρο, μουσικά σχήματα και πολιτιστικές εκδηλώσεις, στην ιστορική Πλατεία Μικρασιατών, πλάι στον θεόρατο μιναρέ απ’ το Τζαμί Νερατζέ. Ξεκινώντας απ’ το ξενοδοχείο και διασχίζοντας τα βενετσιάνικα δρομάκια μέχρι να φτάσουμε στην αίθουσα, ξεχάσαμε προς στιγμή την παρουσίαση και αφεθήκαμε στις μαγευτικές εικόνες των σπιτιών με τους ξύλινους εξώστες, τα περίτεχνα θυρώματα, τις πέτρινες κρήνες, τις ανάγλυφες ζωφόρους και τους κήπους με τα αρωματικά φυτά του τόπου, τα πιθάρια με τις αναρριχόμενες βουκαμβίλιες και μια ατέλειωτη πολύχρωμη στρατιά με κατιφέδες και γεράνια. Στο βάθος του κάδρου, τα Λευκά Όρη και η παλιά γειτονιά του Κουμπέ, με το ενετικό κάστρο της Φορτέτζας να στολίζει σαν πέτρινος σκούφος την ιστορική πόλη. Αφήσαμε πίσω μας το θέατρο  “Ερωφίλη” στον προμαχώνα του Αγίου Ηλία και ρουφήξαμε μια τελευταία ανάσα απ’ τη θάλασσα και τις μυρωδιές των φαγητών που μοσχοβολούσαν στους αυλόγυρους των σπιτιών.
καθ' οδόν προς την αίθουσα
Το ραντεβού μας ήταν με εξαιρετικούς φίλους που διάβασαν το βιβλίο και μίλησαν γι’ αυτό. Χωρίς να γνωριζόμαστε (τους πρωτοείδα εκείνο το απόγευμα) και δίχως να έχει προηγηθεί κάποια προετοιμασία, πήγα με την αγωνία και το ενδιαφέρον για τα σχόλιά τους.
οι προετοιμασίες

Ένα τεράστιο και εγκάρδιο «ευχαριστώ» σ’ όλους τους:
Στην Ειρήνη Γαβριλάκη (Αρχαιολόγο & Συγγραφέα) για τη δυναμική της παρουσία και το στοχαστικό της λόγο.
Στον Θεόδωρο Ρηγινιώτη (Καθηγητή Θεολογίας, Συγγραφέα & περίφημο Μαντιναδολόγο) για τα εύστοχα και φιλοσοφημένα του σχόλια.
Στην Ελευθερία Μιχάλα (Μουσικολόγο, Καθηγήτρια πιάνου) για όλη την οργάνωση, το συντονισμό και την άψογη παρουσίαση της εκδήλωσης.
Στην Μάρθα Τριποδιανάκη-Σηφάκη (Εκπαιδευτικό) για την καθηλωτική ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου, αλλά, κυρίως, για την αφοπλιστική της γλυκύτητα που εξέπεμπε όλη την ευγένεια και τη θετική της αύρα. 
Στoν καλό φίλο και σπουδαίο "τεχνίτη" της ζωγραφικής και του λόγου, Αλέξανδρο Ανδρουλάκη. Για την ιώβεια υπομονή του & την πολύτιμη βοήθειά του σε όλα τα διαδικαστικά, πριν και μετά την εκδήλωση. 
Στην μικρή μας πιανίστρια Ελευθερία Κανελλάκη, που έντυσε μουσικά την εκδήλωση μ’ ένα κομμάτι του Γ.Σ. Μπαχ. Ομολογώ ότι θαύμασα το θάρρος της να εκτεθεί για πρώτη φορά στο ανοιχτό κοινό, σε μια εκδήλωση που για πρώτη φορά συμμετείχε.
Στον δήμαρχο του Ρεθύμνου κ. Γιώργο Μαρινάκη, στον Γεν. Αρχιερατικό Επίτροπο Πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Νικηφόρο και στον Ιερέα Εμμανουήλ Πολυχρονάκη, που μας τίμησαν με τη συντροφιά τους.
η γιορτή
Στους φίλους και συγγενείς που -με αφορμή το βιβλίο- ανταμώσαμε ύστερα από πολύ καιρό.
τα μεθεόρτια
Ήταν μια αξέχαστη βραδιά, απ' αυτές που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη και την καρδιά. Εις το επανιδείν λοιπόν, ή καλύτερα "στο ξαναντάμωμά μας"...
οι αγαπημένοι 
Το βίντεο της παρουσίασης εδώ:

Υστερόγραφο: Ευχαριστίες από καρδιάς στους αφανείς “εργάτες” που δούλεψαν στο παρασκήνιο, για να έχουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Στην Εμμανουέλα, στον Κώστα που φρόντισε άψογα ήχο, εικόνα, κλιματισμό και κουβαλήματα, στην Φωτεινούλα μου, στ’ αδέρφι μου.

Ξετέλεψε τ' όνειρο. Τις κεφαλές μας μέσα τώρα...

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Ο Μάης και τα ματωμένα γαρύφαλλα


«Παιδί μου, θυμάμαι σαν τώρα τα καμιόνια με τα πτώματα που στάζανε τα αίματα, σαν να ᾽τανε σφαχτάρια», μονολογούσε μια γερόντισσα σε μια ιστορική περιήγηση στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Το Μπλοκ 15, ήταν το Νταχάου της Ελλάδας, λίγοι όμως το γνωρίζουμε κι ας είναι δυο βήματα απ’ την πόλη που ζούμε.
Περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν εκεί την περίοδο της Κατοχής: Εβραίοι, τσιγγάνοι, πολιτικοί κρατούμενοι, κομμουνιστές, ανάμεσά τους και οι 200 που μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή για να εκτελεστούν, την Πρωτομαγιά του 1944.
Τα φορτηγά που τους μετέφεραν διέσχισαν το Χαϊδάρι και οι μελλοθάνατοι πάσχιζαν να πουν ένα τελευταίο «αντίο» στους δικούς τους, με τα αποχαιρετιστήρια σημειώματα που πέταγαν σαΐτες στο δρόμο.
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν ανάμεσα στους διακόσιους νεκρούς Ακροναυπλιώτες της Καισαριανής. Ήταν μορφωμένος και ήξερε γερμανικά, γι’ αυτό και ανέλαβε χρέη διερμηνέα. Όταν το παλιοτόμαρο που εκτελούσε χρέη διοικητή, ο Καρλ Φίσερ, τον είδε ανάμεσα στους μελλοθανάτους της Πρωτομαγιάς του '44, του πρότεινε να τον απαλλάξει:
«Νάιν, όχι εσύ, γύρνα πίσω στη σειρά σου, θα πάρει κάποιος άλλος τη θέση σου στο φορτηγό».
Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε και προτίμησε να θυσιαστεί, παρά να καταδικάσει κάποιον άλλον.

«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση», έγραψε στο τελευταίο σημείωμα που έγινε και ταινία από τον Παντελή Βούλγαρη.
Στο Χαϊδάρι αντηχούν ακόμα οι οιμωγές των βασανισμένων και τα γέλια των καθαρμάτων που διοικούσαν το στρατόπεδο. Ο κτηνώδης ταγματάρχης Πάουλ Ραντόμσκι, ήταν ένας μέθυσος βασανιστής που έφερε από την Ουκρανία το «γαλόνι» της εξόντωσης των ποδοσφαιριστών της Ντιναμό Κιέβου, εκείνων που τόλμησαν να ρεζιλέψουν τους Ναζί στο περιβόητο «ματς του θανάτου» τον Αύγουστο του 1942.
Στα χέρια του στυγερού δολοφόνου Ραντόμσκι (αποτάχθηκε το ’44, όταν μέθυσε και απείλησε να σκοτώσει την υποδιοικητή του), το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, έγινε συνώνυμο της φρίκης, του σαδισμού και του θανάτου.

Οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων ήταν άθλιες. Δεν υπήρχαν κρεβάτια, κουβέρτες, τρεχούμενο νερό, ούτε καν αποχετευτικό σύστημα. Οι φυλακισμένοι ήταν γεμάτοι ψείρες και οι ασθένειες θέριζαν. Όποιον αρρώσταινε, τον ξέγραφαν. Ο μοναδικός γιατρός του στρατοπέδου χρησιμοποιούσε τα ελάχιστα φάρμακα για να θεραπεύει τους στρατιώτες των Ες-Ες.
Τα μαστιγώματα και οι ξυλοδαρμοί ήταν σε ημερήσια διάταξη. Στον φράχτη του στρατοπέδου, είναι ακόμα καρφωμένα τα τσιγκέλια-βραχιόλια που έδεναν τους κρατούμενους για να τους βασανίσουν. Τους στοίβαζαν επί ώρες στο μεγάλο θάλαμο, στο εσωτερικό του κτηρίου, τόσο ασφυχτικά, που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Ώρες ατέλειωτες, δίχως τροφή και νερό, δίχως οξυγόνο. Ξαμολούσαν άγρια σκυλιά για να τους σπάσουν το ηθικό, τους καίγανε τα ρούχα και τους έκαναν ομαδικά  καψόνια. Για ν’ ακούν και οι απ’ έξω και να φοβούνται. Μοιραία, το όνομα του στρατοπέδου και η δυσοίωνη νεκροκεφαλή που στόλιζε την πύλη του, συμβόλιζαν τον αναπόφευκτο θάνατο.

«Μorgen kaputt», φώναζαν αντί χαιρετισμού οι φύλακες προς τα φορτηγά με τους νεοσυλλέκτους δέσμιους: «Αύριο, θα πεθάνετε». Και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Οι πολιτικοί κρατούμενοι ανακρίνονταν με ανελέητα βασανιστήρια στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν, από τα οποία δεν έβγαινε κανένας ζωντανός και αρτιμελής.
Αρκετοί τρελάθηκαν μέσα στο στρατόπεδο και έσκιζαν τη νύχτα με τα ουρλιαχτά τους. Πολλοί δολοφονήθηκαν από τους αδυσώπητους φρουρούς ή προτίμησαν την αυτοκτονία.
Το Μπλοκ 15 ήταν η πτέρυγα των μελλοθανάτων, εκείνων που δεν θα ξανάβλεπαν το φως του ήλιου. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι περίπου 2.000 άνθρωποι εκτελέστηκαν στο Χαϊδάρι, ανάμεσά τους και 25 γυναίκες. Ανάμεσά τους και όλοι οι Εβραίοι που φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο, μεταφέρθηκαν με τα τρένα της φρίκης στο Άουσβιτς, για να θανατωθούν στους θαλάμους αερίων.

Σε ποιο σχολείο, μας μάθανε πως η Αθήνα ήταν γεμάτη στρατόπεδα θανάτου και τόπους βασανισμού; Σε ποιο μάθημα μας δίδαξαν πως η ιστορία του τόπου ξεκίνησε μετά τον 19ο αιώνα, πως τα χώματα που πατάμε σήμερα είναι ποτισμένα με το αίμα τόσων ηρώων; Πως στην καρδιά της Αθήνας, εκεί που στεγάζονται σήμερα μεγαλομάγαζα και εταιρείες, μαρτύρησαν στα υπόγειά τους τόσοι αγωνιστές;
«Όταν έπεφτε το βράδυ, ακούγαμε τις κραυγές των βασανισμένων απ’ τα παράθυρα του νοσοκομείου. Προσευχόμασταν να σταματήσει αυτό το αιματοκύλισμα. Γιατί τόσος πόνος Θεέ μου;» μου διηγήθηκε μια ηλικιωμένη κυρία που ήταν νοσηλεύτρια στο Αρεταίειο. Ακριβώς απέναντι, ήταν τα περιβόητα κολαστήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, στο σημερινό Πάρκο Ελευθερίας. Εδώ, το αντίστοιχο δόγμα των ντόπιων οπαδών του Ραντόμσκι, ήταν: «Φίλος ή σακάτης βγαίνει όποιος έρχεται εδώ μέσα».
Εδώ μαρτύρησε ο ήρωας Σπύρος Μουστακλής απ’ την ομάδα του Αναστασίου Σπανού. Ήταν 28 Απριλίου του ’86, όταν άφησε την τελευταία του πνοή, παράλυτος απ’ τις «φροντίδες» των βασανιστών του.

Σ’ ένα άλλο «ευαγές ίδρυμα» σωφρονισμού, στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι, βασανίστηκε άγρια ο Αλέκος Παναγούλης. Όπως μας είχε διηγηθεί ο αδερφός του σε μια περιήγηση, είχαν κατασκευάσει ένα ειδικό κελί απομόνωσης για τον Αλέκο, που ήταν αντίγραφο τάφου. Τα δύο αδέλφια δεν είχαν καμιά επαφή, παρ’ ότι έγκλειστοι στην ίδια φυλακή. Πέρασε φρικώδη βασανιστήρια (ο Θεοφιλογιαννάκος κεντούσε με καυτές βελόνες την ουρήθρα του, αργότερα όμως στη δίκη των χουντικών, ορκιζόταν πως τον εκτιμούσε απεριόριστα, γιατί δεν λύγισε ποτέ!) Του κατάσχεσαν ακόμα και τη γραφική ύλη, ωστόσο αυτός χρησιμοποίησε για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Έφυγε 36 χρονών, την Πρωτομαγιά του ’76, μετά από ένα αμφισβητούμενο "τροχαίο" στη Λεωφ. Βουλιαγμένης.



Επειδή η λήθη είναι το χαρακτηριστικό της φυλής μας, το κείμενο είναι μια άσκηση μνήμης και ένας ελάχιστος φόρος τιμής σ’ όλα τα βασανισμένα θύματα του φασισμού, στους τυραννισμένους προγόνους και στις χαροκαμένες μανάδες που ακολουθούσαν την αιμάτινη διαδρομή απ’ τα καμιόνια, για να βρουν τα πτώματα των παιδιών τους. 
Και για όσους επιμένουν στην ιστορική αμνησία, το κρίμα (θηλειά) στο λαιμό τους.
[Φωτογραφίες απ’ το προσωπικό μου αρχείο και από το διαδίκτυο]