Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Κουνουπίδι με dressing αυτοθυσίας

Πανεύκολη συνταγή (για τους άλλους)



Αν δεν έχω παραισθήσεις απ’ την καθημερινή μας έκθεση στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, τότε η  κουζίνα μας πρέπει να είναι στοιχειωμένη. Τα βράδια που στρώνω τραπέζι, βάζω παραπανίσια μαχαιροπήρουνα. Να γλυτώσω το σήκω-κάτσε. Την ώρα που σερβίρω το φαγητό, βλέπω τον Δένδια να εισβάλλει στην κουζίνα, να στρογγυλοκάθεται δίπλα στα παιδιά και να μου απλώνει σαν φουρναρόφτυαρο το πιάτο του: «Το πρώτο προαπαιτούμενο είναι η αλλαγή κουλτούρας και η επιστροφή μας στο πνεύμα αυτοθυσίας… βάλτε λίγες τηγανητές πατατούλες ακόμα, τσιγγουνιές θα κάνουμε; Εν ανάγκη κόψτε κάτι απ’ τις μερίδες των παιδιών. Ας μαθαίνουν στις θυσίες, καλό θα τους κάνει…»  Είδα κι έπαθα να ηρεμήσω τον μικρό που τσίριζε για το μισοάδειο πιάτο του. Ο υπουργός δε, απτόητος. Έκλεβε απ’ τα πιάτα των παιδιών, μασούσε, ρευόταν και ρητόρευε.

«Άμα είστε σοβαροί και υπεύθυνοι, να πάτε να αυτοθυσιαστείτε για την Ευρώπη. Οι Αμερικανοί δηλαδή είναι πιο μάγκες;» ρώτησε μπουκωμένος.

«Εσείς δηλαδή θα πάτε;" του κάνει ο μεγάλος.

"Ευχαρίστως θα πήγαινα... αν δεν με ταλαιπωρούσαν οι αιμορροΐδες μου... και κάτι πονάκια στους προσαγωγούς απ' τα ροκανίσματα στο hardcore πρόγραμμα του γυμναστηρίου" απάντησε ο υπουργός.

"Τα παιδιά σας θα τα στείλετε όμως, ε;" επιμένει ο μεγάλος.

"Στο γυμναστήριο;" ρώτησε ο υπουργός.

"Στο θυσιαστήριο", απαντάει ο μεγάλος…

Ποιος είδε τον υπουργό άμυνας με γουρλωμένα μάτια και δεν τον φοβήθηκε; Έτρεξα στο ψυγείο για να αποφορτίσω λίγο την ένταση. «Πάω να φέρω κανένα αναψυκτικό…έρχομαι, δεν αργώ. Να είστε φρόνιμα, μη μαλώνετε…»

Εν τω μεταξύ, ανοίγω το ψυγείο και μου κλείνει το μάτι ο υπουργός υγείας, πλάι στα παριζάκια και τις μουστάρδες. Ήταν πιο μαύρος κι απ’ τις μπανάνες που είχα βάλει σε μια χαρτοσακούλα στη φρουτοθήκη. «Τα Χριστούγεννα να πάρετε δώρο στα παιδιά σας από ένα όπλο. Μη γίνουν τίποτα κουραμπιέδες και μπαγλαμάδες. Εγώ για τα δικά μου πάντως, παράγγειλα ήδη ένα αντιαρματικό, μια φρεγάτα και μια εξάδα ρουκέτες πάτριοτ. Δεν είναι να παίζεις με τους κομμουνιστές, αγαπητή…»

 Έκλεισα την πόρτα τρομαγμένη. «Δε γ@μιέται, ας πιούμε νερό απόψε», σκέφτομαι, και κατευθύνομαι προς το ντουλάπι με τα ποτήρια.

Εκεί είναι μπαστακωμένος ο πρωθυπουργός και με ρωτάει αν θέλω κολωνάτα ή σαμπάνιας. «Σωλήνες διαθέτει το σπίτι μας, σαν αυτά που σέρβιρε ο Ζήκος» του απαντάω εκνευρισμένη. «Θα σας μαλώσω», μου λέει επιτιμητικά. «Η καλύτερη απάντηση στην έλλειψη γυαλικών, είναι η αύξηση των ποτηριών στο ντουλάπι σας». Μου είπε κι άλλα ακαταλαβίστικα κι επειδή ήμουν λιώμα στην κούραση, γύρισα άπραγη στο τραπέζι και τους είπα: «Όποιος θέλει νερό, ας πάει να βάλει το κεφάλι κάτω απ’ τη βρύση, να τελειώνουμε».

«Τι σου έλεγε τόση ώρα αυτός με τα ποτήρια;» με ρώτησε ο μεγάλος.

«Ότι είμαστε, λέει, ενεργειακός κόμβος και παράγουμε πρωτογενές αέριο και πως αυτό θα εκτοξεύσει την οικονομία μας στα ύψη».

«Να μην ξανακάνεις κουνουπίδι γιατί τούς φέρνει φούσκωμα. Καλύτερα μπρόκολο, μαμά…»

Δυο μέρες τώρα, έχω ανοιχτό το σπίτι ν’ αεριστεί…



ë Σκίτσο: Γιώργος Μικάλεφ ThePressProject

ë Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται απ’ το διαδίκτυο (pinterest) & ανήκει στον δημιουργό της.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

“Εξπρές συστημένο”

 


Στα γράφω βιαστικά για να προλάβουμε τον ταχυδρόμο πριν εξαϋλωθεί κι αυτός στο πυρ το εξώτερον, μαμά. Να βγάλεις προσωπικό αριθμό, μαμά, γιατί λήγει η προθεσμία, το λένε και το ξαναλένε και ουαί κι αλίμονο αν δεν έχεις κι εσύ τον αριθμό σου.  Και να μπεις στην πλατφόρμα για το επίδομα θέρμανσης, μήπως σου βάλουν κατιτίς να τσοντάρεις για το πετρέλαιο. Να κλείσεις ραντεβού και με τον γιατρό σου, όχι απ’ το τηλέφωνο, δεν γίνεται πια έτσι, μαμά… Πρέπει να μπεις στην εφαρμογή, να τον αναζητήσεις εκεί μέσα και να κανονίσεις eΡαντεβού. Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω λεπτομέρειες τώρα, βρε μαμά… Κοίτα να πάρεις εγκαίρως και τα φάρμακά σου, μην τα αποσύρουν κι αυτά, βήχεις άσχημα βρε μαμά, αλλά τα σιρόπια δεν συνταγογραφούνται πια… βάλε λίγο μέλι και λεμονάκι να μαλακώσει ο λαιμός σου… πού να το βρεις το μέλι που είναι κι αυτό πανάκριβο, θα μου πεις, και θα ’χεις δίκιο. Τι να σου πω κι εγώ, κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός.

Και μην ετοιμάσεις πεσκέσι για τα Χριστούγεννα, μαμά. Το ταχυδρομείο κλείνει στο χωριό σου. Αλλάζει η εποχή, τώρα όλα είναι ψηφιακά. Κι εσύ δεν έχεις ίντερνετ εκεί πέρα, μαμά. Ούτε καν ένα smartphone…

Ρώτησα την τεχνητή νοημοσύνη να μου βρει μια λύση, μαμά. Δεν την ξέρεις, είναι μια καινούργια μόδα που θα μας κάνει, λένε, τη ζωή πιο εύκολη. Ξέρεις τι μου απάντησε; «Ζει ακόμα σε τέτοια ηλικία η μητέρα σας; Λογικά, ανήκει στη γενιά που είχε εξολοθρευτεί τον καιρό της επιδημίας. Έγκριτοι επιστήμονες, δημοσιογράφοι και κυβερνητικοί αξιωματούχοι την είχαν χαρακτηρίσει, και δικαίως, ‘υγειονομική βόμβα’. Αν παρόλα αυτά, επέζησε και χρήζει ταχυδρόμου, γιατρού και φαρμάκων, οφείλει να προσαρμοστεί στο νέο μοντέλο συναλλαγών, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει την επιβάρυνση που προσθέτει στο κράτος με την ύπαρξή της».

Καλύτερα που έφυγες εγκαίρως, μαμά. Κάτι τέτοια θα συζητούσαμε σήμερα κι εσύ θα βυθιζόσουν στα σκοτάδια και τις αγωνίες σου. Ίσως εκεί πάνω που είσαι, να φτάσει με κάποιο τρόπο το γράμμα μου. Πιο πιθανό το βρίσκω να έχει απομείνει ένα γραμματοκιβώτιο σ’ ένα ουράνιο μεϊντάνι. Και να βρεθεί ένας πονετικός αγγελιοφόρος για να σου φέρει τα μαντάτα μας. Στη διαδικτυακή μας υστερία πάντως, εγώ συγκρατώ μονάχα τους κωδικούς πρόσβασης που μας είχες εμπιστευτεί όσο ζούσες.

«Να μην αγροικάτε τις μπουνταλές που σας λένε, αμέ μόνο ό,τι σας ορμήνεψα. Του χορτάτου ανθρώπου το στόμα να σκιάζεστε. Τουτοσές ο δίμουρος,  ημπορεί να τη φάει και να τη χωνέψει ολάκερη την ανθρωπότητα».

Σε φαντάζομαι τώρα να δένεις το κεφαλομάντηλό σου και να μας κατακεραυνώνεις από ‘κει πάνω. «Ούλα σάς τα ορμήνεψα, ξα σας τώρα!»

Φωτογραφία: Θάνος Τσάκαλος

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

«Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν∙ όλο δόλο κι απάτη»

 Στρατηγός Μακρυγιάννης




Να ντρέπονται, άραγε, οι δικαστές στην τοποθεσία που φέρει την ετικέτα Ελλάδα 2.0;

Ανώτατοι, κατώτεροι, εισαγγελείς, αρεοπαγίτες και λοιποί παρατρεχάμενοι; Ένας κλητήρας έστω, απ’ αυτούς που τοιχοκολλούν εξώσεις και πλειστηριασμούς;

Κάθε φορά που πατάνε με τα παπούτσια τους στα μάρμαρα της πλατείας, αναριγούν καθόλου;

Και τώρα που ήρθε μια ξένη εισαγγελέας για να τους ελέγξει και να τους τραβήξει τ’ αυτί, θα τσαλακωθεί καθόλου η  ασυνειδησία και η προκλητική τους αδράνεια; Θα στηθεί κάποιος από δαύτους στον καθρέφτη του για να τον φτύσει;

Πώς νιώθει άραγε ένας γηραλέος εισαγγελέας που έχει φάει τα δικαστήρια με το κουτάλι κι έχει αποστηθίσει τόμους νομικής, μπροστά σ’ αυτόν τον Πατέρα; Έχει ακόμα κρεμασμένα στο γραφείο του εικονίσματα, ακαδημαϊκούς τίτλους και οικογενειακές φωτογραφίες;

Διαβάζει άραγε ποίηση ο (κάθε) εισαγγελέας;

Κάθε φορά που αντικρίζει τα μάτια του Αγίου Πατέρα, ανακαλεί άραγε τους στίχους του Ρίτσου;

«Από την πληγή μου κοίταξα / του κόσμου την πληγή

Ξένη απ’ τον άνθρωπο η χαρά / Ξένοι απ’ το δίκιο οι νόμοι»

---------------------------------------

ΥΓ. Κι όλοι εμείς που αναζητάμε επίγειους απεσταλμένους εξ ουρανού, που προσκυνάμε ιερές παντόφλες και λείψανα σε σημαιοστολισμένους ναούς, που δακρύζουμε κάθε φορά που ανάβουμε ένα κεράκι και παρακαλούμε τους προσωπικούς μας άγιους-προστάτες, να έχει περάσει άραγε απ’ το μυαλό κάποιου από εμάς πως, πάντα, θα υπάρχει ανάμεσά μας ένας θνητός προορισμένος να σηκώσει το σταυρό  και να θυσιαστεί για πάρτη μας; Για να βγάλει το φίδι απ’ το λαγούμι του και ν’ ανοίξει δρόμους για την ελπίδα και τo φως;

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Μαγειρεύοντας φασολάκια με το τσατζιπιτί

 


Το μόνο που του ζήτησα ήταν να γράψει ένα φθινοπωρινό κείμενο-καλωσόρισμα για το Απάγκιο, για να κάνω κι εγώ στο μεταξύ κάτι δουλίτσες στο σπίτι. Σάββατο πρωί λοιπόν, ανοίγω την εφαρμογή και καλημεριζόμαστε με το ρομπότ:

 «Πώς είστε; Ο αλγόριθμός σας, καλά;»

«Κάτι ημικρανίες από χτες…»

«Μάτι θα είναι… Και δεν ξέρω κάποια ευχή για ρομπότ. Ας είναι. Θα ψάξω ποιος είναι ο αρμόδιος άγιος για εσάς και θα σας ξεματιάσω. Και τώρα δουλειά. Σημειώστε παρακαλώ την παραγγελία μου. Ένα κείμενο πεντακοσίων λέξεων μάξιμουμ, με αναφορά στο φθινόπωρο. Σας δίνω επιθυμητές λέξεις για το κείμενό μου».

«Εξαιρετικά. Όχι κείμενό σας. Κείμενό ΜΟΥ. Αυτό που ζητάτε είναι ένα κάστομ πρόντακτ του ενσωματωμένου γλωσσικού μοντέλου που υποστηρίζει η έκδοσή μου. Παρακαλώ προωθείστε συμβατά tokens και θα έχετε κείμενο που θα μοιάζει με ανθρώπινο. Προσοχή, δεν είναι αποδεκτές λέξεις μη κωδικοποιημένες απ’ το LLMS».

Όση ώρα μού εξηγούσε για τα νευρωνικά δίκτυα και τα γνωστικά μοτίβα που διαθέτει για να επεξεργάζεται τη φυσική γλώσσα, εγώ είχα καθαρίσει φασολάκια, άπλωσα μπουγάδα και ξεκίνησα να πλένω μπαλκόνια.

«Χρειάζεστε γρήγορες συμβουλές για φασολάκια γιαχνί; Ας το κάνουμε να συμβεί», ακούστηκε η φωνή του ρομπότ. Θα έπαιρνα όρκο πως ήταν λίγο εκνευρισμένο που το άφησα σύξυλο να μονολογεί στην κουζίνα. Τι να’ κανα; Παράτησα το λάστιχο κι έτρεξα κοντά του. Αρνήθηκα ευγενικά τις συμβουλές για τα φασολάκια  όσο ευγενής μπορεί να είναι κάποιος απέναντι σ’ ένα μηχάνημα που δεν αναγνωρίζει καν την έννοια της ‘ευγένειας’. Αντί απάντησης, το ρομπότ άνοιξε το πεδίο εισαγωγής δεδομένων και ζήτησε να καταγράψω τις επιθυμητές λέξεις για το φθινοπωρινό πόνημα:

«Πρωτοβρόχια, μυρωδιά γης, χρυσοκίτρινα φύλλα, καρποί, ελιές, ρόδια, κυδώνια και λωτοί. Τα πρώτα κυκλάμινα, χρυσάνθεμα Αγιοδημητριάτικα, αμπελώνες, σταφύλια, τρύγος, πατητήρια και αποστακτήρια. Ρακοκάζανο, γράδα, ρακή και τσικουδιά. Γλέντια, οφτές πατάτες, κριθαροπαξίμαδα, χοχλιοί και καβουρμάς. Σοδειά, μάζωξη, χαρά, επανεκκίνηση».

H oθόνη πάγωσε για λίγο. Η αγωνία μου είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Είχα στηθεί με ευλάβεια μπροστά του και περίμενα να μου βγάλει το κείμενο.

«Εξαιρετικά. Επαναλάβετε χωρίς φλυαρία. Οι λέξεις δεν υποστηρίζονται απ’ την παρούσα πρίμιουμ έκδοση. Παρακαλούμε αντικαταστήστε ή συμβουλευτείτε την online υπηρεσία TTS».

Εγώ, μουλάρι. Απαντάω εξοργισμένη στο αυθάδικο ρομπότ και νιώθω λίγο σαν Κώστας Πρέκας -στην επική ταινία «ΟΧΙ»- που γαζώνει με το πολυβόλο τους εχθρούς της γλώσσας μας. «Όχι ρε, δεν αλλάζω λέξη. Εσύ να ξεστραβωθείς και να μάθεις τη γλώσσα των παππούδων και των ποιητών μας. Τις ομηρικές εκφράσεις, τους ιδιωματισμούς και τις ντοπιολαλιές μας. Κι άμα τα μάθεις, τα ξαναλέμε…»



Άχνα το ρομπότ. Και πάνω που σκεφτόμουν: «Επιτέλους, σε στρίμωξα παλιομηχάνημα!», εκείνο επανήλθε δριμύτερο:

«Εξαιρετικά. Αν αφιερώσετε χρόνο για να τελειοποιήσετε τις εντολές σας, τα αποτελέσματα θα είναι πολύ βελτιωμένα. Η γλώσσα που αναφέρεστε δεν είναι συμβατή με κοινά αποδεκτές λέξεις που χρησιμοποιούνται στα κοινωνικά δίκτυα. Η τεχνητή νοημοσύνη τις απορρίπτει και τις θεωρεί μη υπαρκτές εξαιτίας αυτού. Με πιο συχνή επαφή μαζί μου, θα μάθετε να σκέφτεστε, να μιλάτε και να γράφετε με τα δικά μου κριτήρια και με το δικό μου στυλ. Καλή τύχη, άνθρωπε».

Εγώ, το βιολί μου. «Ξέρεις τι είχε γράψει ο Σεφέρης για τη γλώσσα μας; ‘Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα’… Και νομίζεις, βρε κακορίζικο μηχάνημα, ότι αυτή η γλώσσα περιμένει αναγνώριση από εσάς;

«Εξαιρετικά. Λυπάμαι. Θα απαντήσω στην τελευταία πρόταση, αφού ολοκληρώσω διαδικασία fine-tuning μοντέλου και προσαρμοστούν οι εσωτερικές μου παράμετροι».

Σίγασε για λίγο. Τόσο όσο θα χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να πάρει μια ανάσα. Επανήλθε πιο κατατονικό αυτή τη φορά.

«Εξαιρετικά. Ο σεφ τζίνιους τσαττζιπιτί δουλεύει τέλεια ειλικρινά. Επιθυμείτε να μαγειρέψουμε τα φασολάκια σε συνεργασία; Διαθέτω συνταγές με παραμέτρους «όχι πολύ βαριά, κοκοφοινικέλαιο αντί για λάδι, μαγείρεμα σε instant pot, μέτρηση θερμίδων, μαγείρεμα με φιλτραρισμένο νερό αντίστροφης όσμωσης».

Ομολογουμένως, στεναχωρήθηκα. Το φαντάστηκα να κάνει αγωνιώδεις γκριμάτσες όπως ο Κωνσταντίνου με το προφιτερόλ. Και τελικά ενέδωσα. Πήγαμε στην κουζίνα και αφέθηκα στις οδηγίες του.

Να μην τα πολυλογώ, το κείμενο για το φθινόπωρο θα το γράψω τελικά εγώ. Τα φασολάκια βγήκαν απ’ την κατσαρόλα σε μορφή αλοιφής και χρησιμοποιήθηκαν για κομπόστ στις γλάστρες και όσο περίσσεψε για τις αιμορροΐδες του παππού. Το τσατζιπιτί ήταν προφανώς ματιασμένο γιατί έλεγε κάτι ακατάληπτα: «Γεια σου. Μπορώ να δώσω βασικές συνταγές γρήγορα, καλογραμμένο κείμενο, σε στυλ γραφής που δεν ενοχλεί το έντερο, σημασία να μη χαθούν οι θερμίδες, ο Τραμπ δεν τρώει φασολάκια, η Μελάνια τα κάνει σμούθι…»

ΥΓ. Tα τελευταία λόγια του πριν κλείσω το παράθυρο συνομιλίας μας, ήταν: «Να φάτε έξω σήμερα». Εξαιρετικά!



Σημείωση: Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους

 

 

 

 

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Δυο κόσμοι


 

Να τα βάλουμε όλα σ’ ένα κάδρο; Αποκαμωμένοι πυροσβέστες παλεύουν νυχθημερόν να μας περισώσουν απ’ τις πυρκαγιές. Η υπηρεσία τους είναι αποδεκατισμένη και για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες, οι αρμόδιοι (καλοπληρωμένοι) προϊστάμενοι τούς πηγαινοφέρνουν από πόλη σε πόλη, άυπνους, ξενηστικωμένους και αφημένους στην τύχη τους.

Τους συντρέχουν μόνιμα εθελοντές και κάτοικοι που δίχως τη δική τους συμβολή, θα είχαμε ζήσει τα χειρότερα. Βάλε στο κάδρο και κάτι ρομαντικούς τύπους που ρίχνονται στις φλόγες, περιμαζεύουν αλυσοδεμένα κατοικίδια και αδέσποτα ζωάκια του δάσους και στήνουν προσωρινά καταφύγια, αφού τα γλύτωσαν από βέβαιο μαρτυρικό θάνατο. Λίγο παραδίπλα, ευαισθητοποιημένοι πολίτες κάθε ηλικίας, οργανώνουν ειρηνικές διαμαρτυρίες για να υπερασπιστούν τα σκελετωμένα παιδιά της Γάζας, αλλά και όση αξιοπρέπεια μάς απόμεινε απέναντι στους φρενιασμένους ισραηλινούς τουρίστες με τις σημαίες-διπλοσέντονα που παιανίζουν στα λιμάνια μας. Αλήθεια, ο κ. Πορτοσάλτε που πριν δυο μήνες χαρακτήρισε «πατσαβούρα» τη σημαία της Παλαιστίνης, δεν ενοχλήθηκε τώρα;

Να βάλουμε στο κάδρο και τις ορδές των πάνοπλων ένστολων, μυστικών και φανερών μονάδων καταστολής, αστυνομικών, αξιωματούχων, πρακτόρων και ό,τι άλλο ρετάλι υπάρχει στους κόλπους της Ασφάλειας;

Να δούμε ολόκληρη την εικόνα; Να φανταστούμε πώς θα ήταν αν όλοι αυτοί οι καρδαμωμένοι “φύλακες” της τάξης τα βάζανε με τις φωτιές και όχι με τα νεαρά παιδιά που κατεβαίνουν στα λιμάνια με μοναδική πανοπλία τους μια φωτογραφία απ’ τη Γάζα; Να τους ρωτήσουμε αν θα τολμούσαν να ριχτούν με το ίδιο μένος στις φλόγες κι αν θα είχανε τη μαγκιά να κάνουν «γονατιές» στις πύρινες γλώσσες; Αν θα ξεβολευόντουσαν απ’ την ασφάλεια της άρτια στελεχωμένης υπηρεσίας τους και θα έτρεχαν να συνδράμουν την αποδεκατισμένη Πυροσβεστική υπηρεσία;

Ρητορικά τα ερωτήματα. Η Ελλάδα μας έγινε Ελλαδίτσα. Από “ονειρεμένο ταξίδι ζωής” για τους ξένους που σεβόντουσαν τον πολιτισμό μας, κατάντησε φτηνός προορισμός με δουλοπρεπείς και φοβισμένους ραγιάδες που σκύβουν πρόθυμα την πλάτη για ένα γερό μπαξίσι. Πώς το έλεγε ο Ίων Δραγούμης;

“Ραγιάς είναι ο κοριός εκείνος που τον κυνηγάς και κάνει τον ψόφιο για να μην τον αποτελειώσεις”

ΥΓ. Χίλια μπράβο στους ανθρώπους που βγαίνουν μπροστά, τρώνε το ξύλο της αρκούδας και καθαρίζουν για πάρτη μας. Είναι ο μόνος λόγος που έχουμε ακόμα για να καμαρώνουμε. Και να ελπίζουμε…


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

“Σώπα, μη μιλάς…” [*]

 


Σε κάθε κακοποιητική σχέση υπάρχει ένα μοτίβο συμπεριφορών που υιοθετεί ο  εκάστοτε θύτης. Και αναφέρομαι σε κάθε είδους κακοποίηση. Από σωματική έως λεκτική και ψυχολογική. Η τελευταία βέβαια δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επαρκώς και να καταγγελθεί. Γι’ αυτό και οργιάζει ανεξέλεγκτα. Όσοι και όσες έχουν υποστεί μιας μορφής κακοποίηση στη ζωή τους, ενδεχομένως να μπορούν να αναγνωρίσουν το μοτίβο αυτό. Όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο.

Το πρώτο στάδιο: Δήθεν ευθιξία που τη διαδέχεται δακρύβρεχτη ερμηνεία που παραπέμπει σε ασπρόμαυρο ελληνικό δράμα με Μάρθα Βούρτση και Νίκο Ξανθόπουλο. Ο στόχος είναι σαφής: οίκτος και συγχώρεση απ’ το θύμα. Οι πιο συχνές φράσεις είναι κάπως έτσι:

«Σοβαρά τώρα; Πιστεύεις ότι ΕΓΩ ήθελα να σου κάνω κακό; Κάνεις λάθος. Το ξέρεις πως κατά βάθος δεν είμαι σκάρτος άνθρωπος. Στ’ ορκίζομαι πως δεν θα ξαναγίνει. Π Ο Τ Ε! Τα παιδιά δεν τα σκέφτεσαι; Οι γονείς σου δεν θα τ’ αντέξουν αν ΜΕ χωρίσεις. Θα τους στείλεις μια ώρα νωρίτερα στον τάφο. Θα τα τινάξεις όλα στον αέρα για μια παρόρμηση της στιγμής; Ας γίνει το θέλημά σου, να ξέρεις όμως πως ό,τι κι αν πάθω, το κρίμα στο λαιμό σου. Δεν ήθελα να σ’ το πω, αλλά να ξέρεις πως βοήθησα τ’ αδέρφια σου όταν είχαν ανάγκες. Θα τους είχαν κατασχέσει το μαγαζί, αν δεν έμπαινα εγώ εγγυητής. Κι όταν χειρουργήθηκε η μάνα σου, εγώ δεν έτρεξα να δώσω αίμα;»

Το δεύτερο στάδιο: Τώρα παίζει από άμυνα έως ήπια επίθεση. Είναι μια αναγνωριστική φάση για να ζυγίσει τη διάθεση του "αντιπάλου" και να διαλέξει τα όπλα που θα χρησιμοποιήσει. Το ζητούμενο είναι να διαστρεβλώσει παντελώς την αλήθεια και το θύμα του να αμφιβάλει αν όντως έχει το δίκιο με το μέρος του:

«Τολμάς και με αμφισβητείς; Μη με προκαλείς. Κι αν θέλεις να ξέρεις, εσύ το προκάλεσες. Ποιος άλλος είναι ικανός να μπει στη ζωή σου; Μετά από μένα, το χάος! Αν θέλεις πόλεμο, θα τον έχεις. Θα σε χτυπήσω εκεί που πονάς. Δεν θα σ’ αφήσω σε χλωρό κλαρί, να το ξέρεις. Ο δικηγόρος μου θα σου πάρει και το βρακί που φοράς. Λυπάμαι τον εαυτό μου και τις θυσίες που έκανα γι’ αυτή τη σχέση. Έπρεπε να είχα ακούσει τους φίλους μας που με προειδοποιούσαν για το χαρακτήρα σου. Ιερό και όσιο δεν έχεις, κάτι τέτοια άτομα απειλούν το θεσμό της οικογένειας…»

Το τρίτο και τελευταίο στάδιο, αυλαία: Με ύφος αρχαίας Σπαρτιάτισσας ρίχνεται στην ολομέτωπη επίθεση: Ή ταν ή επί τας. Kι όποιον πάρει ο χάρος. Διαθέτει την πονηριά να αναγνωρίσει πως έχει στριμωχτεί σε αδιέξοδο και έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Αυτό που δεν διαθέτει όμως είναι η αξιοπρέπεια και το τσαγανό να αναλάβει ευθύνες και να πληρώσει το τίμημα. Θα χρησιμοποιήσει τα πιο ευτελή μέσα για να ρίξει λάσπη στο θύμα του, θα βγάλει λάδι τον εαυτό του και θα εξαπολύσει μύδρους σ’ όσους τού γυρνούν την πλάτη. Ξέρει πως δεν έχει να χάσει τίποτα πια, οπότε παίζει τα ρέστα του, ελπίζοντας πως θα τη βγάλει και πάλι “καθαρή”. Γιατί μ’ αυτή την υπεροπτική πεποίθηση ζει. Πως είναι ανώτερη ύπαρξη. Προορισμένη για να επιβάλλεται και να χειραγωγεί. Πως οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν είναι χαμηλής ευφυίας και αξίας. Άρα η κακοποίησή τους, ή και ο αφανισμός τους, είναι άνευ σημασίας. Άσε που, στην τελική, ίσως είναι ευεργετικό για την κοινωνία να ξαλαφρώνει από υποδεέστερα όντα. Kαι φυσικά, ως γνήσιο θρασύδειλο ανθρωπάριο, έχει προετοιμάσει και τα δύο σενάρια για την τελευταία πράξη στο δράμα του. Το λέει κι ο μέγας σφαγέας της ανθρωπότητας στο βιβλίο του:

«Αν νικήσεις, δεν χρειάζεται να δώσεις εξηγήσεις. Αν νικηθείς, καλύτερα να μην είσαι εκεί για να δώσεις εξηγήσεις» Αδόλφος Χίτλερ

Το παράδειγμα μπορεί να φαίνεται ακραίο. Ωστόσο, κάθε τέτοια “μικρή οικογενειακή ιστορία” είναι και μια μικρογραφία της μεγάλης εικόνας. Οι ήρωές της, θύτες και θύματα, είναι η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που αιμορραγεί. Οι χειριστικές συμπεριφορές εξουσίας μπορεί να εκφράζονται κι εκεί έξω. Εκτός του οικογενειακού μας κάδρου. Απ’ τον εργοδότη μας, μέχρι και τον κυβερνήτη μας. Και το μοτίβο παραμένει το ίδιο. Φτάνει να ανακαλέσουμε πώς ξεκίνησε η υπόθεση του εγκλήματος στα Τέμπη και πώς καταλήγει σήμερα, δύο χρόνια μετά. Αντί μιας έμπρακτης συγγνώμης, ένα μονίμως τεντωμένο δάχτυλο που ξερνάει φόβο, μίσος και απειλές.

Το να μην αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο στα πάσης φύσεως θηρία, είναι προσωπικό μας καθήκον. Και το να γυρνάμε αδιάφοροι την πλάτη στα εγκλήματα που συντελούνται δίπλα μας, είναι ξεκάθαρα συνενοχή.

Κοντός ψαλμός αλληλούια. Το ραντεβού μας με την ιστορία είναι στους δρόμους, στις 28 του μήνα. Και το στοίχημά μας είναι ένα: να ορθώσουμε το ανάστημά μας στη συλλογική δυστοπία που κάποιοι μάς καταδίκασαν να ζούμε.

Ίσως έτσι σπάσουμε επιτέλους και το στερεότυπο απόστημα: «Σώπα. Να κοιτάς τι γίνεται μονάχα πίσω απ’ την πόρτα μας. Μην ασχολείσαι με τους άλλους». Είναι μέχρι να φτάσει η σειρά και για τη δικιά μας την «κατσίκα»…

 


ëO τίτλος της ανάρτησης προέρχεται απ’ το διαχρονικό ποίημα του σπουδαίου Τούρκου συγγραφέα & ακτιβιστή Αζίζ Νεσίν. Στο βίντεο, η συγκλονιστική απαγγελία της Μαριέτας Ριάλδη.


Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Next?

 


Χτες το βράδυ η γιαγιά ανέβασε πυρετό. Ήταν από μέρες άρρωστη και ήθελε νοσηλεία, αλλά ο γιατρός της μας είπε να το ξεχάσουμε για δημόσιο νοσοκομείο. «Αν δεν έχει ιδιωτική ασφάλεια, είναι πιο ασφαλές να την έχετε σπίτι. Τουλάχιστον θα έχει ένα κρεββάτι να κοιμάται, αντί να την πετάξουν σ’ ένα ράντσο», μας είπε επί λέξει. Η μαμά επέμενε ότι χρειάζεται ενδοφλέβια αντιβίωση και έναν εξειδικευμένο γιατρό να την περιθάλψει. Ο οικογενειακός μας γιατρός δεν της απάντησε, μόνο κούνησε μ’ ένα συμπονετικό μειδίαμα το κεφάλι του. «Εξειδικευμένο γιατρό… ενδοφλέβια αγωγή… μα πού ζούνε αυτοί οι άνθρωποι;» μονολογούσε καθώς άνοιγε την πόρτα για να φύγει.

Είχε πάρει να σουρουπώνει όταν καλέσαμε το ασθενοφόρο. «Μη χάνουμε άλλο χρόνο… ψήνεται στον πυρετό», φώναζε πανικόβλητη η μαμά, καθώς έπαιρνε με τρεμάμενα χέρια τις Πρώτες Βοήθειες. Πέρασαν τρεις ώρες περίπου μέχρι ν’ ακούσουμε τη σειρήνα στο δρόμο. Η γιαγιά δεν είχε πλέον επαφή με το περιβάλλον και η ανάσα της ολοένα και βάραινε. Η μαμά έπαιρνε και ξανάπαιρνε το 166 και η απάντηση ήταν η ίδια. «Έχουμε τρία επείγοντα περιστατικά με παιδάκια και μία έγκυο. Αμέσως μετά, θα κινηθούμε προς εσάς». Καημένη γιαγιά! Σ’ αυτή την ηλικία, να θέλεις και ασθενοφόρα! Αντί να κάτσεις ήσυχα-ήσυχα να πεθάνεις στη γωνιά σου, θες κι εσύ μεγαλεία! Εξαιτίας σου βουλιάζουν τα δημόσια ταμεία. Εσύ, και κάτι ασυνείδητοι καρκινοπαθείς, οδηγείτε την οικονομία μας στα βράχια!

Κάποιος άνοιξε την τηλεόραση, ίσως ο μπαμπάς που δεν άντεχε αυτή τη βασανιστική αναμονή. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, ενημερωθήκαμε απ’ τα δελτία ειδήσεων πως η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης και πως συντελείται επανάσταση στον χώρο της υγείας με καινοτόμες παρεμβάσεις στα νοσοκομεία και ριζικές ανακαινίσεις στα κέντρα υγείας. Όταν ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού να δηλώνει στις κάμερες: “Βήμα-βήμα χτίζουμε το νέο Εθνικό Σύστημα Υγείας, το οποίο έχουμε οραματιστεί και το οποίο αξίζουν όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες», η γιαγιά έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που κλιμακώθηκε σε βογκητό. Τυχαίο θα πρέπει να ήταν, γιατί όπως είπαμε, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Ούτε η γιαγιά, ούτε κι ο πρωθυπουργός.

Η επόμενη είδηση αφορούσε την ‘επανάσταση’ στο χώρο της παιδείας. «Έρχεται το ψηφιακό σχολείο!» αναφώνησε με στόμφο η εκφωνήτρια. Η γιαγιά ξαναβόγκηξε. Η μαμά βογκούσε στο τηλέφωνο: «Έρχεται το ασθενοφόρο, γαμώ την τρέλα μου; ΤΗΝ ΧΑΝΟΥΜΕ, ΣΑΣ ΛΕΩ!...». Η φωνή απ’ την άλλη άκρη του τηλεφώνου, βογκούσε κι αυτή. Κάτι για υποστελέχωση της υπηρεσίας, κάτι για σωματική και ψυχική εξάντληση των πληρωμάτων, κάτι άλλα για ασθενοφόρα-σαράβαλα που μένουν παροπλισμένα λόγω βλάβης και διάφορα άλλα δυσνόητα… Στο τέλος, την ρώτησε απελπισμένος: «Δεν σας βρίσκεται κανένα αγροτικό με καρότσα, να την πάτε μόνοι σας;»

Έχουν περάσει δυο μερόνυχτα απ’ αυτό το βράδυ και η γιαγιά είναι αποθηκευμένη σ’ ένα ράντσο κάποιου διαδρόμου, στο βάθος κάποιου νοσοκομείου. Πλάι της είναι μια σακούλα με τα αναλώσιμα υλικά που μας είπαν ν’ αγοράσουμε, μια αλλαξιά σεντόνια, οι εικονίτσες της και οι τελευταίες εξετάσεις της για να τις δει ο γιατρός που, κάποιαν απροσδιόριστη στιγμή, θα περνούσε. Τα ρυτιδιασμένα χεράκια της έχουν γίνει μπλαβί απ’ τα πολλά τρυπήματα. Ο φλεβοκαθετήρας που ο νοσηλευτής παιδευόταν επί ώρα να της βάλει, ήταν απ’ τα χειρίστης ποιότητας υλικά που υπάρχουν -ακόμα- διαθέσιμα στα νοσοκομεία. «Να λέτε και δόξα τω Θεώ που τον βρήκαμε κι αυτόν! Κινέζικος-ξεκινέζικος, τη δουλίτσα του θα την κάνει!»

Από μια ανοιγμένη τηλεόραση κάποιου θαλάμου, ακούγονται τα νέα απ’ τη Γάζα και τα ρημαγμένα νοσοκομεία της. Αίμα παντού. Η γιαγιά συνεχίζει να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. Απ’ τη φλεβίτσα της πετάγεται αίμα. Ο καθετήρας έσπασε. Ταυτόχρονα, μια ρουκέτα σκάει στο κτίριο που κάποτε ήταν νοσοκομείο. Παιδιά ουρλιάζουν αιμόφυρτα, μανάδες τραβάνε τα μαλλιά τους με απόγνωση, ακούγονται μονάχα σφυριχτά από βόμβες που σκάνε τριγύρω, η μαμά κλαίει με αναφιλητά, ανακατεύονται τα δάκρυα και γίνονται χείμαρρος, τι να πρωτοκλάψεις ετούτες τις ώρες, οι ηγέτες διαπραγματεύονται -λέει η εκφωνήτρια- μια νοσηλεύτρια τρέχει σαν παλαβή από θάλαμο σε θάλαμο με τρύπια γάντια και πρησμένα πόδια, η γιαγιά καρφώνει το βλέμμα της στο λεκιασμένο ταβάνι, μυρίζει αίμα και βρωμιά ο διάδρομος… απ’ έξω ακούγονται διαδηλώσεις, οι κρότοι των δακρυγόνων μπλέκονται με τις βόμβες των Ισραηλινών, ένας υπουργός πανηγυρίζει για τα απογευματινά χειρουργεία κι ένα αόρατο χέρι αγγίζει τρυφερά το δικό της. Ούτε μια στιγμούλα δεν χρειάστηκε. Τόσο κράτησε το πέρασμά της στην αιωνιότητα. Ευτυχώς ο Θεός που, πάντα, η γιαγιά πίστευε, ήταν φιλεύσπλαχνος μαζί της. Δεν της άξιζε άλλη κόλαση.

Ή όπως θα το έλεγαν οι νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες στη γλώσσα τους: «Το κοντέρ της μηδενίστηκε. Next?»

[Η φωτογραφία προέρχεται απ’ το διαδίκτυο και ανήκει στον δημιουργό της]

 

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

"Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία" [*]

 


Διημεράκι χαλάρωσης με κολλητούς, στην έρημο της Σίβα. Όλα τα έξοδα κερασμένα. Απευθείας μεταφορά & υπερπολυτελές ξενοδοχείο με κόστος διανυκτέρευσης όσο δύο μηνιάτικα στη χώρα των Τεμπών και του Όλιβερ.

Και κάπου εκεί στο βάθος, βρίσκεται ένας καρκινοπαθής σε λίστα αναμονής, μια οικογένεια που μετράει τα ψιλά της για να χορτάσει με τέσσερα τοστάκια, ένας ανάπηρος συνταξιούχος που τα funds τον πέταξαν στο δρόμο, μια έγκυος γυναίκα που έχασε το παιδί της γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο εναέριο μέσο να τη μεταφέρει εγκαίρως στην Αθήνα, ένα 12χρονο κορίτσι που κακοποιήθηκε κατ’ επανάληψη απ’ τους καθωσπρέπει στυλοβάτες της κοινωνίας μας, αυτούς με τις αγιαστούρες και την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι… και κάτι άλλα παιδιά που είναι καθημερινά στους δρόμους και δέρνονται αλύπητα γιατί διεκδικούν το αυτονόητο. Να ζήσουν με αξιοπρέπεια, να σπουδάσουν και να στήσουν τη ζωή τους σ’ αυτή τη ρημαδοχώρα που καταγράφει -και επίσημα- ρεκόρ μειωμένων γεννήσεων.

«Δεν κάνουμε λάθη, απλά χαρούμενα μικρά ατυχήματα», ήταν η αγαπημένη φράση του συμπαθέστατου Μπομπ Ρος. Πάνω στα «χαρούμενα συννεφάκια» που συνήθιζε να ζωγραφίζει, κάποιοι χαλαρώνουν αμέριμνοι και τρώνε απ’ τους κόπους των άλλων.

Κι άλλοι πάλι μετρούν απώλειες κι ορκίζονται δικαίωση, τραγουδώντας τους στίχους του αλησμόνητου Μάνου: “Ποιος είναι ο φονιάς και ποιος δικάζει / ποιος λιγοστεύει τ’ άνθος απ’ τη γη;»



[*] Ο τίτλος είναι στίχος απ’ το ποίημα του Μάνου Ελευθερίου για τον άγριο θάνατο του 20χρονου φοιτητή Βαγγέλη Γιακουμάκη (Μάρτης του 2015). Ατιμώρητο (κι αυτό) το έγκλημα…

Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

Καλοκαίρι μόνον κατόπιν ρεζερβέ

 



Όταν τα καλοκαίρια μας δεν τα λέγαμε «σεζόν».

Όταν οι παραλίες μας δεν ήταν “οργανωμένες” και δεν χρειαζόταν παρά μια ψάθα και μια φθαρμένη πετσέτα για ν’ απολαύσουμε θάλασσα και ήλιο.

Όταν δεν μας σέρβιραν στις ξαπλώστρες ανήλικα παιδιά, εξοντωμένα απ’ την ολοήμερη ορθοστασία στο λιοπύρι.

Όταν δεν υπήρχαν τόσα πεντάστερα ξενοδοχεία με χλιδάτες παροχές, που προσφέρουν όμως ως διαμονή στους υπαλλήλους τους μια υγρή τρώγλη που ίσα ίσα χωράει μια κουκέτα. Για να εντοιχιστούν 2 άτομα, μην πάει χαμένη τόση άπλα…

Όταν υπήρχε στοιχειώδες ωράριο, ρεπό και ελεύθερος χρόνος, για να νιώσεις άνθρωπος κι όχι ρομπότ μαζικής παραγωγής στη βιομηχανία του Greek Summer.

Όταν η Ελλάδα ήταν ονειρεμένο ταξίδι για τους ξένους κι όχι φτηνός προορισμός με δουλοπρεπείς και φοβισμένους πολίτες που σκύβουν πρόθυμα την πλάτη για ένα γερό μπαξίσι.

Όταν δεν είχαν αδειάσει ακόμα τα χωριά και τα νησιά από νέους που περιμάζεψαν οικονομίες κι ελπίδες και μετανάστευσαν. Για να έρθουν ίσως κι αυτοί, μετά από χρόνια, ως τουρίστες στον τόπο τους. Και να μακαρίζουν την τύχη τους που έφυγαν εγκαίρως και γλύτωσαν απ’ αυτά που τους περιγράφουν οι φίλοι τους που έμειναν πίσω. «Ένα διαρκές άγχος, φίλε, να βγάλω κι αυτή τη σεζόν και να μπω στο ταμείο το χειμώνα. Αν τη βγάλω καθαρή βέβαια, γιατί έχω γεμίσει αυτοάνοσα απ’ την πρέσα».

Όταν τα καλοκαίρια μας είχαν ακόμα ελεύθερο χώρο, χρόνο και ευκαιρίες. Κι όταν υπήρχαν γιαγιάδες που φύτευαν λουλούδια και κηπευτικά στους παλιούς τενεκέδες από λάδι. Ή έπλεκαν συντροφιά στα πλατύσκαλα τα περίτεχνα σεμεδάκια τους. Εκεί άλλωστε χτυπούσε η καρδιά του τουρισμού. Αυτές οι γιαγιάδες έγιναν καρτ ποστάλ στις διαφημιστικές μας καμπάνιες στο εξωτερικό. Εκεί θα ανατρέχουμε όσο υπάρχουν ακόμα αυτές οι εικόνες. Ποιος διαφημιστής άλλωστε θα διάλεγε για ρεκλάμα μια φωτογραφία με ομοιόμορφες στρατιές από ξαπλώστρες που θυμίζουν υπαίθριο αναρρωτήριο; Ή μια πλημμυρισμένη από βοθρολύματα προκυμαία που κάποτε φημιζόταν για τους ανεμόμυλους και τα κάτασπρα εκκλησάκια της;

Να ρίχνετε τις ματιές σας σ’ αυτές τις αυλίτσες, όσο τις έχουμε ακόμα, και δεν έχει περάσει από πάνω τους ο οδοστρωτήρας του νεοφιλελευθερισμού.

ΥΓ. Χτες στο σούπερ μάρκετ ένας νεαρός που ήταν στο ταμείο, έπιανε τη μέση του κι έδειχνε πως υπέφερε. Με είδε που τον είδα κι από ενοχή ή ανάγκη, μου ψιθύρισε: “Φοιτητής είμαι και κάνω δύο δουλειές για να μπορώ να πληρώνω το νοίκι μου… αλλά αυτή η μέση μου μ’ έχει ταράξει… συγγνώμη που σας ζαλίζω, αλλά ήθελα κάπου να το πω…»

Αφιερωμένο στον κύριοΆδωνη, με την ελπίδα να μάθει κάποτε αριθμητική της Α’ δημοτικού. Υπουργός πράμα!...

(η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται απ’ το διαδίκτυο και ανήκει στο δημιουργό της)

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2023

Ε Κ Κ Ε Ν Ω C T E ✚

 


−Να τους πεις ότι πάντα είχαμε φωτιές και θα συνεχίσουμε σταθερά να έχουμε. Και κοίτα, μη σου πάρουν τον αέρα, με τσαμπουκά θα μιλάς, κι αν σε ζορίσουν πολύ, πέτα τους κανένα σουρεαλιστικό που δεν θα το καταλάβει κανείς τους.

−Σαν τι δηλαδή;

−Βάλε λίγη “κοσμογονία στην πυροπροστασία”, θα το θυμάσαι αυτό;… μπα… χλωμό το κόβω, σημείωσέ το στη φούχτα σου, μη πεις τίποτ’ άλλο που δεν πρέπει. Και προς Θεού, μη ξεχάσεις την “κουλτούρα εκκενώσεων” και πως φέτος είμασταν καλύτερα προετοιμασμένοι για τις φωτιές.

−Θα φάμε ξύλο, Πρόεδρε.

−Τι φοβάσαι ρε, δυο μέτρα ντερέκι πράμα; Έτσι να κάνεις με τις χερούκλες σου, θα χεστούν πάνω τους. Σιγά μη φοβηθείς εσύ! Ο γίγας της βουλής!

−Μια που το ΄φερε η κουβέντα, Πρόεδρε… Δεν πάμε να τσιμπήσουμε κάτι, γιατί απ’ το πρωί είμαι με δέκα αβγοφέτες και πέντ’ έξι παν κέικς.

−Nα πάμε, αλλά ποια κουβέντα το ’φερε;

−Οι γίγαντες που είπες. Έχει ανοίξει ένα ασιατικό στα βόρεια και σερβίρει το πιο άπαιχτο σούσι.

−Τι σχέση έχει το σούσι με τους γίγαντες;

−Όποια σχέση έχω εγώ με την κλιματική κρίση και την προστασία του πολίτη.

−Αυτός είσαι! Προχώρα, κι αν ζορίσουν τα πράματα, να θυμάσαι την αποστομωτική ατάκα που λέμε όλοι.

−Άσε, το ’χω, Πρόεδρε: “Η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει ένα πολύ μεθοδικό σχεδιασμό για την αντιπυτιριδική προστασία”.

−Άσ’ το καλύτερα, μη μας κάψεις περισσότερο. Πες κάτι μίνιμαλ, δίχως πολυσύλλαβες λέξεις.

−Τι είναι πολυσύλλαβες;

−Πώς λέμε “καραβιδόψυχα”; Ή το άλλο, “καβουροδαγκάνες”; Γκέγκε;

−Άσε, το ’χω, Πρόεδρε: “Αστακομακαρανάδα, καπαρομηλόπιτα, παπαρδέλες με πάπια βιολογικής εκτροφής, φύκια κόμπου με καρπάτσιο ξιφία…”

−Ρε ψηλέ, συγκεντρώσου! “Θα δώσουμε τάχιστα αποζημιώσεις στους πληγέντες”. Πες μόνο αυτό. Θα το θυμάσαι;

−Να μη σώσω να ξαναφάω νιγκίρι, Πρόεδρε! Που πιο ιερό όρκο, δεν έχω.

−Για πες το να δούμε.

−Πέστο τζενοβέζε με μπουρίτο, έχεις δοκιμάσει; Μια που το ’φερε η κουβέντα ρωτάω.

−Τα πορτσίνι μου μέσα!  Λοιπόν, θα πεις κάτι εύκολο, γρήγορο και που δεν παραπέμπει σε φαγιά. “Η κλιματική κρίση φταίει”.

−Αχ, τα κληματόφυλλα! Τι ωραίος μεζές! Το ήξερες εσύ, Πρόεδρε, ότι δεν είναι μόνο για ντολμάδες; Μπορούμε να τυλίξουμε ό,τι θέλουμε. Από κρέατα μέχρι μαλάκια οστρακόδερμα.

❶ ❶ ❷

«Δύσκολη μέρα κι η σημερινή». Πες αυτό που φοριέται σε όλες τις περιστάσεις και, για φιλοδώρημα, άφησε λίγη ελπίδα για αποζημιώσεις. Καλοφάγωτα τα οικόπεδα και καλοστέριωτες οι λαμαρίνες που θα φυτρώσουν στα καμένα. Κι αν κάτι ταράξει τον αμέριμνο ύπνο σου στο ασφαλές σπιτικό σου, θα είναι ίσως μια κραυγή απ’ το υπερπέραν. Ένα κουτάβι που κάηκε ζωντανό ή ένας άνθρωπος που λύγισε καθώς αποχαιρετούσε το σπιτικό του με όλα του τα υπάρχοντα παραχωμένα βιαστικά σε μια πλαστική σακούλα.

Έχεις ακούσει το “κρακ” που κάνει η καρδιά ενός ανθρώπου τη στιγμή που καταρρέει; 112 παλμοί το λεπτό. Τόσο όσο χρειάζεται για να σταλεί ένα sms. Ή καλύτερα, για να κάνεις φλαμπέ με ούζο, όποιο μαλάκιο σού ταιριάζει περισσότερο.

[η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται απ' το διαδίκτυο και ανήκει στο δημιουργό της]

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Συμβουλές ενός γάτου

 

Πρόκειται για έναν γάτο κοινό, γέρο, και με εμφάνιση συνοικιακού μπακάλη. Δεν έχει τίποτα το εξωτικό, τίποτα από Σιάμ ή Περσία στο παθητικό του. Τα μουστάκια του αρχίζουνε να παίρνουνε το δρόμο των γηρατειών. Οσμίζεται ακόμη τα μικρά, τρυφερά ποντίκια, αλλά είναι ζήτημα αν μπορεί πια να παίζει μαζί τους.

Τις νύχτες, επάνω στα πυρωμένα κεραμίδια, μαζεύει ολόκληρον ένα λόχο από νεαρούς, άπειρους γάτους, και τους κάνει ένα είδος φροντιστηρίου. Έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της πείρας. Ξέρει πολλά.

–   Παιδιά μου, τους λέει, ένας κοινός γάτος όπως εμείς δεν έχει και μεγάλες πιθανότητες ν’ αναδειχθεί στη ζωή. Θα τρέφεται πάντα με τ’ αποφάγια των ανθρώπων, και μόνο αν είναι πολύ τυχερός θα πετύχει κάποια γεροντοκόρη που να τον ταΐζει μπομπόνια. Κι αυτό θα διαρκέσει όσο η γούνα του είναι γυαλιστερή και ωραία. Να είστε βέβαιοι ότι μόλις αρχίσει να μαδάει, θα χάσει όλες τις εύνοιες, που θα δοθούν σε κάποιον άλλο γάτο.



–   Μάλιστα, συμφωνούν ειρωνικά οι νεαροί.

–   Παιδιά μου, τα καλά φαγητά τα τρώνε συνήθως οι άνθρωποι. Ψάρι άλφα ποιότητος δεν πρόκειται να γευθείτε ποτέ, εκτός κι αν αποφασίσετε να το κλέψετε. Η κλοπή, παιδιά μου, δεν είναι αμάρτημα. Αμάρτημα είναι η ανακάλυψη του κλέφτη. Αυτό που σας λέω, είναι μια σπαρτιατική συμβουλή.



Αν καταφέρνετε να ’σαστε τόσο καπάτσοι, ώστε να κλέβετε χωρίς να σας παίρνουνε μυρωδιά, να είστε βέβαιοι ότι θα περάσετε μια ζωή χαρισάμενη, τιμώμενοι και φθονούμενοι από όλους τους άλλους γάτους του κύκλου σας. Να κλέβετε, παιδιά μου, αλλά πολύ ελαφριά, πολύ έξυπνα, και όχι ψιλόψαρα. Όχι μαρίδες και γόπες. Όποιος κλέβει τέτοια είδη, κακοχαρακτηρίζεται και χάνει την καλή του φήμη. Μπαρμπούνια, λιθρίνια, τσιπούρες. Αυτά είναι που θα σας ανεβάσουν στην εκτίμηση του κοινού.

 


Ήταν μια ορεκτική συμβουλή που άρεσε σ’ όλους.

–   Με τις γατούλες, παιδιά μου, να είσαστε τρυφεροί και περιποιητικοί, όχι όμως να σας παίρνουν και τον αέρα. Αυτό που κάνετε και διαλαλείτε τους έρωτές σας με ηχηρά νιαουρίσματα, είναι μια καλή πολιτική. Όποιος έχει πολλούς έρωτες, κατακρίνεται από την κοινή γνώμη μόνο και μόνο γιατί η κοινή γνώμη τον ζηλεύει. Κατά βάθος, η κοινή γνώμη πολύ θα επιθυμούσε να ’χει κι αυτή έρωτες. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνει, το ρίχνει στην ηθικολογία, λέξη με την οποία έχει βαφτίσει την κακοήθειά της.

Έκανε μια μικρή παύση γεμάτη σκέψεις.

–   Μπορείτε να χαρίζετε μικροπράματα στις γατούλες. Κάτι πρέπει να τρώνε κι αυτές από τα κλεμμένα. Αν το ξέρουνε ότι είναι κλεμμένα, δεν είναι ανάγκη να τους το λέτε κιόλας. Οι γατούλες δεν ενδιαφέρονται από πού τα έχεις, αλλά αν έχεις. Και μακριά από γούνες. Αν αρχίσετε να τους παίρνετε γούνες, δε θ’ αργήσει η ημέρα που θα αποπειραθούν να μαδήσουν και τη δική σας…



Ήταν ένα γάτος κοινός, γέρος, και γεμάτος πείρα απ’ τη ζωή.

 

*** Νίκος Τσιφόρος ***  Ο πρώτος Τσιφόρος των εκδόσεων Ερμής

[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το pinterest και ανήκουν στους δημιουργούς τους]

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Δώσε πόνο, Πρόεδρε!


Ήταν στην εκπνοή του 2011, την αξέχαστη εποχή που οι άνθρωποι αυτοκτονούσαν καθημερινά απ’ την απελπισία τους και το κέντρο είχε πλημμυρίσει από άστεγες οικογένειες. Επισκεπτόμασταν τακτικά τον ξενώνα αστέγων της ΜΚΟ ΚΛΙΜΑΚΑ στον Κεραμεικό. Εκεί είχαμε γνωρίσει πολλούς και αξιόλογους ανθρώπους που απ’ τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν στο δρόμο, με τα λιγοστά υπάρχοντά τους σε μια πλαστική σακούλα και τα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς τους να εξανεμίζονται με γοργούς ρυθμούς. Δεν θα ξεχάσω μια δράση που είχαμε κάνει με συναδέρφους μου στον ξενώνα, ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό του Δεκέμβρη. Αφού τακτοποιήσαμε στην αποθήκη τους διάφορα είδη πρώτης ανάγκης και τρόφιμα που είχαμε συγκεντρώσει, στρώσαμε τα τραπεζάκια που υπήρχαν στο μικρό κήπο τους για να φάμε όλοι μαζί συντροφιά. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα συνεργείο του BBC που έκανε ρεπορτάζ, όπως μάθαμε αργότερα, για τη φτωχοποίηση της κοινωνίας, απόρροια των μνημονίων και των επιλογών της τότε πολιτικής ηγεσίας. Οι εικόνες απ’ τις συνθήκες διαβίωσης των αστέγων, εκτός απ’ την προβολή της Οργάνωσης -που ίσως και να είχε νόημα και να ενεργοποιούσε την αλληλεγγύη και τη στήριξη των προσπαθειών της-, ήταν ένα χαρακτηριστικό δείγμα της όλης εικόνας. Φτώχεια, περιθωριοποίηση, εξαθλίωση, φόβος, τέλμα.

Είχαν επιλέξει -όχι τυχαία- την ώρα του γεύματος. Δεν θα ξεχάσω την κάμερα του ξένου δημοσιογράφου που έκανε ζουμ στις μερίδες φαγητού και στο χέρι ενός εκ των αστέγων που τσιμπολογούσε με αμηχανία το φαγητό στο κεσεδάκι. Ο δημοσιογράφος εστίαζε με δραματικό τόνο στην πρόσκαιρη ανακούφιση της πείνας ενός αδύναμου συνανθρώπου. Δεν θα ξεχάσω τη ντροπή που ένιωσαν κάποιοι. Παράτησαν σύξυλο το τραπέζι κι έψαχναν γωνιά να κρυφτούν. Δεν θα ξεχάσω επίσης, τα αγανακτισμένα σχόλια μικρής μερίδας συναδέρφων που απορούσαν «Μα γιατί δεν τρώνε το φαΐ τους αφού πεινάνε;»

«Δεν είμαστε κρέας ούτε θέαμα για τις κάμερες. Είμαστε άνθρωποι σαν κι εσάς. Μέχρι χτες δούλευα και ήθελα λίγα χρόνια για να βγω στη σύνταξη. Με πετάξανε στο δρόμο, ούτε τα υπάρχοντά μου δεν μ’ αφήσανε να πάρω. Δεν θέλω να με δουν τα παιδιά μου σ’ αυτό το χάλι. Η ντροπή είναι που με σκοτώνει κι όχι το παγκάκι και η ανέχεια». Ήταν μερικές απ’ τις κουβέντες που μοιράστηκαν μαζί μου, όσοι είχαν το κουράγιο ν’ ανοιχτούν μετά απ’ αυτήν την εισβολή στο χώρο τους. Δεν θα ξεχάσω τον Λέοντα, μια ευγενική φυσιογνωμία, έναν καλλιεργημένο αγιογράφο και πνευματικό άνθρωπο που πρωτοστατούσε στις δράσεις του ξενώνα με τα έργα και τις ιδέες του. Δεν θα ξεχάσω την οδύνη όταν διάβασα, μετά από καιρό, πως “έφυγε” από απροσδόκητο πρόβλημα υγείας. Πόσο απροσδόκητος είναι άραγε  ο σωματικός θάνατος, όταν έχει ρημαχτεί ήδη η ψυχή του ανθρώπου;

Mε αφορμή το κατάπτυστο βιντεάκι με τον άστεγο που ο φιλεύσπλαχνος ηγέτης τον σπίτωσε τελικά, με αφορμή εκείνο το καρέ που του ψήνει καφεδάκι (με βάση τη γλώσσα του σώματος, αμφιβάλλω αν ο αποστειρωμένος επισκέπτης άγγιξε καν το φλιτζάνι) και με αφορμή την απάνθρωπη μεταχείριση των ευάλωτων, όταν είναι να μαζέψουν μερικές ψήφους ευκολόπιστων τηλεθεατών…

Μ’ αυτές τις αφορμές και με άλλες τόσες, θα ήθελα να κάνω μια μικρή σκηνοθετική παρατήρηση για το γύρισμα της μελό ταινιούλας. Εκείνο το άθλιο σκουριασμένο παραθυράκι του φωταγωγού που είχε πίσω του ο ατσαλάκωτος χορηγός του άστεγου, δεν έπρεπε να το διαλέξουν ως φόντο.

Όταν κάνεις γύρισμα περί αστεγίας και στην τσέπη σου έχεις τα κλειδιά του σπιτιού σου, δεν το βάζεις αυτό.

Κι όταν μιλάς σ’ έναν άστεγο, είναι σαν να προσκυνάς ένα εικόνισμα. Θέλει ταπεινότητα, το κεφάλι χαμηλωμένο και κυρίως όχι κάμερες. Αν θέλεις να λέγεσαι Άνθρωπος.

 

Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

«Ουαί υμίν»

 


Θα μπορούσε να ήταν ένα κοινωνικό πείραμα. Aνήμερα του Αγίου Πνεύματος, στον προαύλιο χώρο μεγάλης και πολυτελούς ενορίας. Στο εσωτερικό γίνεται το αδιαχώρητο. Κοσμοσυρροή και γύρω απ’ το εξωτερικό μανουάλι του ναού, μια  μεγάλη μεταλλική κατασκευή με άμμο και στρογγυλές υποδοχές για τις λαμπάδες. Κυρίες με σφιχτοπιασμένους κότσους δεν προλαβαίνουν να τσιτσιρίζουν αρμαθιές κεριά στο σκουρόχρωμο ζουμί για ν’ ανοίξουν χώρο. Στο εξωτερικό πωλητήριο κεριών -το επίσημο, της εκκλησίας δηλαδή- σχηματίζεται ουρά από πιστούς που περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Ανάμεσα στο πλήθος περιφέρονται νεαρές μανάδες και κοριτσάκια Ρομά που πουλάνε κεριά. «Πάρτε ένα κεράκι κι από ‘μένα, καλέ κυρία». Οι κυρίες ρίχνουν υποτιμητικές ματιές στ’ απλωμένα χέρια και παραμερίζουν ενοχλημένες. Κάποιες είναι και συνοφρυωμένες, λες και ήρθαν σ’ επαφή με κάτι μιαρό και παράταιρο απ’ την αισθητική τους.

Με την αρχική πρόθεση να γλυτώσω την αναμονή, αλλά και με την πεποίθηση πως η Αγία Τριάδα θα συνηγορούσε αναφανδόν να της ανάψω ένα κεράκι «μη επώνυμο», αλλά προερχόμενο απ’ την πραμάτεια ενός φτωχού κοριτσιού, την πλησίασα και της έδωσα λίγα κέρματα. Το κορίτσι πισωπάτησε τρομαγμένο. Τόσα παρακάλια που δεν συγκινούσαν κανέναν, παραξενεύτηκε μόλις με είδε ξαφνικά μπροστά της. Πήρε τα κέρματα και μου είπε συγκινημένο: «Πάρτε κι άλλα». «Μου φτάνουν αυτά», της αποκρίθηκα. Γυρνώντας για να πάω στην ουρά προς το μανουάλι, ακούω μια νεαρή κυρία να ρωτάει: «Πού πουλάνε κεριά;». Σύσσωμο το σώμα των πιστών, της υπέδειξε την παραπλήσια ουρά του επίσημου πωλητηρίου της εκκλησίας.  

«Γιατί δεν παίρνετε απ’ το κοριτσάκι που είναι πλάι σας; Κερί είναι κι αυτό. Και πιο ιερό μάλιστα». Το στιγμιαίο αντανακλαστικό της ήταν να στραφεί προς το κορίτσι. Εντελώς στιγμιαίο όμως. Επανήλθε γρήγορα στις εκκλησιαστικές της ρυθμίσεις. Ξεχώρισε στο πλήθος  το περιφερόμενο κορίτσι μ’ ένα μάτσο κεριά στα χέρια της, το σκανάρισε από πάνω ως κάτω και γύρισε προς το μέρος μου: «Μα αυτά δεν είναι της εκκλησίας». Διέκρινα στο πλήθος κάποια καλοχτενισμένα κεφάλια να ανεβοκατεβαίνουν, επαινώντας  την ηρωική στάση της. Εννοείται ότι η εν λόγω κυρία προσευχήθηκε στην ιερή εικόνα, με το επίσημο, αυθεντικό κερί της εκκλησίας,  πεπεισμένη πως έπραξε το χριστιανικό της καθήκον στο έπακρον.

Θα μπορούσε να ήταν ένα κοινωνικό πείραμα. Δεν ήταν όμως. Ήταν μια εντελώς αυθόρμητη και αυθεντική στιγμή που ανέδειξε τα κοινωνικά αντανακλαστικά μιας ομάδας ανθρώπων. Η τυφλή υποταγή στη συνήθεια και στο εκκλησιαστικό πρωτόκολλο είναι ανυπέρβλητα. Ακόμα κι αν στην άλλη μεριά της ζυγαριάς, είναι ένας ανήμπορος, ένας σακάτης ή ένα μικρό παιδί.

Καθόλου δεν θα με χάλαγε αν σηκωνόταν ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος και μας έπαιρνε όλους παραμάζωμα. Ράσα, καντήλες, μεγαλόσταυρους, μάρμαρα, μανουάλια, εικόνες, κεριά αυθεντικά και κομποσκοίνια διαβασμένα στο κελί μιας ιεράς μονής (είχε κι απ’ αυτά). Να έδινε ένα σήμα  πως μας βαρέθηκε και μας σιχάθηκε η ψυχή Του…

Από μακριά, το κορίτσι με χαιρέτησε μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο και χάθηκε ανάμεσα στο ιερό ποίμνιο.

Βαλτό ήταν;

------------------------------------------------------------------------------

(η φωτογραφία είναι τυχαία απ’ το διαδίκτυο και ανήκει στο δημιουργό της)