Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Τρικολόρε

[η μαύρη εκδοχή]
«Μη περιμένεις την ευτυχία να σου χτυπήσει την πόρτα», μου λέγαν οι μεγάλες.
«…κυνήγα τη μοίρα σου μη σε κυνηγήσει εκείνη!»
Ήμουν η μικρότερη βλέπεις και μου το παίζανε άνετες κι ωραίες. Αυτές είχανε πάντα την πρωτοκαθεδρία στο σπίτι. Καινούργια ρούχα, μοντέρνα παπούτσια, εξόδους κι εκδρομές με τις παρέες τους. Εγώ μια ζωή έμενα πίσω γιατί δεν καταδεχόντουσαν να με παίρνουν μαζί τους. «Τι να το κάνουμε το μυξιάρικο μαζί μας;» λέγανε στη μάνα κάθε φορά που στολιζόντουσαν για να βγουν. Χτυπιόμουν να με πάρουν έστω μια φορά μαζί τους στα πάρτι που πηγαίνανε, έκλαιγα γοερά στην εξώπορτα κι αυτές εκεί… πείσμα και ξιπασιά. Ποτέ δεν μου ψώνισαν δικά μου ρούχα, ποτέ δεν απόκτησα τα παιχνίδια που λαχταρούσα· με τ’ αποφόρια τους με ντύνανε και τα στραπατσαρισμένα τους παπούτσια, όταν τα βαριόντουσαν και τα είχαν για πέταμα. Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ για πέταμα ήμουν, αφού ένα βράδυ πήρε τ’ αυτί μου τη μεγάλη να λέει στη μάνα μας «το μικρό κατά λάθος το κάνατε ε;». Έφαγε κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα που ακούστηκαν ως το πίσω δωματιάκι που ήμουν χωμένη και διάβαζα. Το φχαριστήθηκα πολύ εκείνο το ξυλοφόρτωμα, ως το επόμενο πρωί που την είδα πρησμένη, με τα μάγουλά της μελανιασμένα. Διαμιάς τα ξέχασα όλα κι έτρεξα να την αγκαλιάσω και να την παρηγορήσω στην αγκαλιά μου. Έκλαψα τόσο πολύ εκείνη τη μέρα, σαν να τις είχα φάει εγώ απ’ τη μάνα. Καλύτερα να’ δερνε εμένα η συγχωρεμένη, λιγότερος θα ήταν ο πόνος…

[η κόκκινη εκδοχή]
Μια ζωή, παραγκωνισμένη ήμουν. Τα καλύτερα τα είχε η πρωτότοκη, αφού ήταν και το πρώτο τους παιδί· «η μικρή πριγκίπισσα», έτσι τη φώναζε ο μπαμπάς. Ζούσανε ακόμα η γιαγιά κι ο παππούς και δεν της αφήνανε χατίρι που να μην της το κάνουνε. Αυτή είχε τις καλύτερες κούκλες, τα πιο φανταχτερά ρούχα και τα πιο ακριβά λουστρινάκια. Καιρό τους παρακάλαγα να μου πάρουν ένα ποδήλατο με καλαθάκι μπροστά που το λαχταρούσα τόσο και λέγανε πως δεν τους φτάνουν τα λεφτά γιατί περιμέναμε κι άλλο αδερφάκι. Και μόλις ήρθε κι η μικρή, πάει… με ξεχάσανε εντελώς εμένα. Μόνο να ξεσκατίζω και να βοηθάω τη μάνα με το μωρό με είχανε. Κι επειδή ήταν καλύτερη μαθήτρια στο σχολείο, δεν έχαναν αφορμή να μου το κοπανάνε. Μια ζωή να με συγκρίνουν με τη μικρή που είναι άριστη στα μαθήματα και με τη μεγάλη που είναι σωστή κούκλα· «…ίδια η γιαγιά η Θεανώ η αρχόντισσα, που στα νιάτα της είχε ξεσηκώσει τις γύρω συνοικίες στη Σμύρνη μαζί με τους τουρκομαχαλάδες…». Κι έτρεχα εγώ, πότε να μοιάσω της μιας στη γραμματοσύνη και πότε στην καπατσοσύνη και στο σκέρτσο της μεγάλης. Και τι κατάλαβα; Μια μαντηλοδεμένη γεροντοκόρη θα καταντήσω στο τέλος…

 [η γκρι εκδοχή]
Αυτές είναι μικρές ακόμα, έχουν καιρό να βρουν τις τύχες τους. Η μικρή καλά τα κατάφερε, σπούδασε κι είναι ανεξάρτητη. Βέβαια, ας μην ήμουν εγώ να τη φροντίζω και να βοηθάω τους γονείς μας με τις δουλειές στο σπίτι και θα’ βλεπα τα καζάντια της. Τυχερή που ήρθε τελευταία, γιατί ήταν στο επίκεντρο της προσοχής μας. Όλοι την είχαμε σαν τη μικρή μας προστατευόμενη. Και τη μεσαία εγώ τη μεγάλωσα, κι ας ήμουν μικρό κοριτσάκι ακόμα. Μου φόρτωσαν  την ευθύνη της δίχως να ρωτήσει κανείς τους αν άντεχα τόσο βάρος στις πλάτες μου. Καλά που είχα τις φίλες μου και ξεδίναμε λίγο τα βράδια γιατί θα είχα τρελαθεί με τόσες υποχρεώσεις πάνω μου. Μικρομέγαλο με φωνάζανε γιατί ντυνόμουν σαν τη μαμά και μου άρεσαν τα λούσα. Μεγάλωσα πριν της ώρας μου και φταίνε όλοι τους που έχασα την παιδική μου ηλικία. Εγώ να τρέχω στο σχολείο να παίρνω τους ελέγχους τους, εγώ στις γιορτές τους, εγώ να τις παρηγορώ όταν πρωτοείδανε το πρώτο αίμα στο βρακί τους. Η μαμά μόνο να ξενοδουλεύει για να μη μας λείψει τίποτα. Κι όταν χήρεψε να μου λένε όλοι πως -σαν πιο μεγάλη που είμαι- πρέπει να τη βοηθάω να μην πάθει τίποτα γιατί «τι θ’ απογίνετε μοναχά σας τρία κορίτσια;»… Κουράστηκα μωρέ. Θέλω να κατέβω απ’ τα ψηλά τακούνια που φοράω από μικρή. Ας είχα την τύχη της μικρής μας και τι στον κόσμο!

 [Επίλογος]
«Τελούμε ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη της πολυαγαπημένης μας μητέρας Αγγελικής…
οι κόρες Θεανώ, Θεοδοσία και Δόμνα…»

Μέχρι να ψάλλει το «Δι’ ευχών» ο παπά-Τιμόθεος δεν είχαν ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Είχαν να ειδωθούν καιρό και στο τελευταίο τους σμίξιμο ειπώθηκαν βαριές κουβέντες. Λες και το φευγιό της μάνας τους, άνοιξε διάπλατα τη στρόφιγγα στις ψυχές τους κι όλα τα φαρμάκια που είχαν φυλαγμένα μέσα τους, ξεχύθηκαν με ορμή δυνατού χειμάρρου. Βάδισαν σκυφτές κι απόμακρες ως το μνήμα της, η καθεμιά μ’ ένα μπουκετάκι λουλούδια στο ένα χέρι κι ένα μουσκεμένο μαντήλι στο άλλο. Τρεις σκυφτές μαυροφορεμένες φιγούρες σε διαφορετικά μονοπάτια η καθεμιά, μα με απόλυτο συγχρονισμό στις περπατησιές τους ·λες και κάποιος τους βαστούσε το μέτρο. Η κυρά-Αγγελική τις παρακολουθούσε βουβή μέσα απ’ την ξεθωριασμένη φωτογραφία στο μαρμάρινο σταυρό, καθώς η φλογίτσα απ’ το καντήλι τρεμόπαιξε για λίγο κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα ακούστηκε από ψηλά. Η μικρή καθώς λιβάνιζε σκόνταψε σε μια προεξοχή του διπλανού τάφου και σχεδόν αυτόματα η μεγάλη την αγκάλιασε προστατευτικά, ενώ ταυτόχρονα η μεσαία έσκυψε στα πόδια της να δει πού χτύπησε. Όλες μαζί ένα ανθρώπινο κουβάρι, αγκαλιάστηκαν κάτω απ’ το θεόρατο κυπαρίσσι με τον ασπρισμένο κορμό. Ένα λυγισμένο κλαράκι λευτερώθηκε απ’ το  βάρος του πουλιού που καθόταν στην άκρη του κι ορθώθηκε ξανά στην επουράνια κορυφογραμμή· σαν μια ιερή ευχαριστία για το άχθος που έφυγε και την ελπίδα που ζωγράφιζε το χρυσό φως του ήλιου. 

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
 

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
 

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

 Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”


  «Γυναίκες» - απόσπασμα από την «Καντάτα 1960» του Τάσου Λειβαδίτη
Photos: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Οι χαρταετοί του κόσμου όλου


Η γλώσσα του χαρταετού είναι κοινή για όλο τον κόσμο. Ελπίδες και όνειρα γίνονται πολύχρωμες βαρκούλες και κουρσεύουν τον ουράνιο ωκεανό. Κάθε χαρταετός και μια προσδοκία, κάθε εποχή κι ένας συμβολισμός, κάθε τόπος και μια αρχέγονη ανάγκη για γιορτή και σμιξίματα. Αν όλοι οι χαρταετοί του κόσμου ενωνόντουσαν για μια στιγμή στον ουρανό, θα σχηματιζόταν το πιο μεγάλο σύνθημα στον αέρα, γραμμένο σ’ όλες τις χώρες του κόσμου «ΕΙΡΗΝΗ».
Χαρταετός της ειρήνης από μέλη του Συνδέσμου Μπέρτραντ  Ράσελ, που συμμετείχαν στην πορεία ειρήνης του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Η αστυνομία τους συνέλαβε για κομμουνιστική προπαγάνδα.

Απ’ την ταινία «Συνοικία το όνειρο». Μια παραγκούπολη ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Άνω Πετράλωνα. Το κέντρο του κόσμου για τους κατοίκους της, που με κάθε τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια, χωρίς ωστόσο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Σε μια εποχή όπου η Ακροδεξιά έκανε πάρτι στην Ελλάδα, η ταινία λογοκρίθηκε έχοντας προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων επειδή... «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας»
«Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε;» είχε ρωτήσει τον Αλέκο Αλεξανδράκη αστυνομικός διευθυντής που σταμάτησε την προβολή της ταινίας. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα  

Για τα παιδιά της Γάζας, οι χαρταετοί συμβολίζουν την ανυπακοή, την ελπίδα και τη λαχτάρα για ελευθερία. Φτιάχνουν αετούς με το κόκκινο, το μαύρο, το πράσινο και το άσπρο της Παλαιστινιακής σημαίας.


Στο Αφγανιστάν, το πέταγμα του χαρταετού λέγεται Gudiparan Bazi [που κυριολεκτικά σημαίνει το πέταγμα της κούκλας]. Ήταν μια μορφή αθλητικού αγωνίσματος που άγγιζε τα όρια της τέχνης. Τα σχέδια,  τα μεγέθη των χαρταετών, ο σπάγκος που έπρεπε να μην κόβεται, αποτελούσαν  ζήτημα τιμής και συναγωνισμού στις γειτονιές για την ανάδειξη του καλύτερου “πιλότου”  χαρταετού. Το έθιμο απαγορεύτηκε απ’ την κυβέρνηση, με το πρόσχημα ότι ήταν επικίνδυνο για τη ζωή των παιδιών, αφού σκαρφάλωναν σε ταράτσες για να έχουν ανοιχτούς ουρανούς και ευνοϊκούς ανέμους.


Η λαγάνα που συνηθίζουμε να καταναλώνουμε την Καθαρά Δευτέρα, παραπέμπει
στα «άζυμα» της Παλαιάς Διαθήκης. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πνευματική
κάθαρση με τις λειτουργίες της Σαρακοστής.
Το πέταγμα του αετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Η Καθαρά Δευτέρα ταυτίζεται με τα Κούλουμα που είναι ομαδική έξοδος στην εξοχή με νηστήσιμα και θαλασσινά για διασκέδαση και φαγοπότι. Επειδή τα Κούλουμα γινόντουσαν αρχικά στην Αθήνα και μάλιστα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, γι’ αυτό λέγεται πως ετυμολογικά η λέξη Κούλουμα προέρχεται από τη λατινική λέξη columna, που σημαίνει κολόνα.



«…Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.

Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε…»
Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγου», Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Α΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 1964


[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

♥ Love story [πιο λοβ δε γίνεται...]

Είναι ζευγάρι για μισόν αιώνα. Στις πλάτες τους βαραίνουν εβδομήντα χρόνια ζωής, γεμάτα μόχθο και βάσανα. Τα ένσημα τους είναι βαρέα-ανθυγιεινά. Τα εύσημά τους δυο ζευγάρια πνευμόνια, γεμάτα σκόνη από  μπαμπάκι και νήματα. Κλωστοϋφαντουργός αυτός κι εκείνη μιτώστρα στα υφαντουργεία της Νέας Ιωνίας.  Αγαπηθήκανε κάτω απ’ τους χνουδιασμένους  τοίχους ενός εργοστασίου και υπό τους θηριώδεις ήχους των αργαλειών. Ορκίστηκαν πως θα πεθάνουν μαζί, έξω απ’ τα κάγκελα ενός χαμόσπιτου, στα προσφυγικά της περιοχής. Μια νύχτα με φεγγάρι, που μοσχομύριζε νυχτολούλουδο.  Με φτωχικές διαδικασίες, ξεκίνησαν την κοινή τους ζωή στο «Μέγαρο Μαξίμου», όπως της είπε χαριτολογώντας,  όταν την πρωτοπήγε σπίτι του.

Στο υποτυπώδες «Μέγαρο» θεμελιώσανε  το πιο ανθεκτικό καθεστώς στο χρόνο. Μοιράσανε ρόλους κι αρμοδιότητες και ριχτήκανε στη δουλειά. Αξιώθηκαν να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν παιδιά και να κρατήσουν στην αγκαλιά τους εγγόνια. Στη μικρή αυλή του «Μεγάρου»,  ζήσανε σπουδαίες στιγμές. Σμιξίματα, τρυφερά ταΐσματα στον ίσκιο της συκιάς, παραμύθια, μια αυτοσχέδια κούνια για τα παιδιά κι αργότερα για τα εγγόνια τους, στοχασμοί και γλέντια. Κι ένα μικρό μποστάνι, όσο το περιορισμένο εμβαδόν της ζωής τους το επέτρεπε. Πάντα εύφορο, καλοσυντηρημένο και γεμάτο λουλούδια και κηπευτικά. Ζαρζαβατικά, σύκα, κληματόφυλλα και τσαμπιά φορτωμένα σταφύλια.  Με προσήλωση και σεβασμό στο χώμα που τους χάριζε τους καρπούς του και με αξιοζήλευτο πλάνο οικονομίας, ώστε να εκμεταλλεύονται τα εγχώρια προϊόντα τους.  

Κι ας περάσαμε απ’ την εποχή των «περήφανων γηρατειών», στην εποχή της κατάθλιψης και του ευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Συνεχίζουν να καλλιεργούν το μποστάνι της αξιοπρέπειας και της αγάπης τους. Κι ας έχουν βιώσει ληστρικές επιδρομές των σύγχρονων βαρβάρων, κι ας είναι η σύνταξή τους κατακρεουργημένη κι ας στριμώχνονται κάθε πρωινό Δευτέρας στο κοινωνικό παντοπωλείο για δυο σακούλες τρόφιμα και λίγα φάρμακα. Κι ας έχουν κυρτώσει  οι ώμοι τους κι ας έχουν γίνει  τα άκρα τους  σαν πληγωμένα δάχτυλα μπαλαρίνας.

Τα απογεύματα, σέρνουν ακόμα τα βήματά τους ως το τραπεζάκι κάτω απ’ την κληματαριά. Εκείνος ποτίζει τους βασιλικούς και μαζεύει τα ξερά φύλλα στα πεζούλια κι εκείνη ψήνει καφεδάκι στο γκάζι. Ιεροτελεστία! Ο ήχος των φλιτζανιών πάνω στα πιατέλα τους, το δροσερό νερό στα ποτήρια και οι διαμαρτυρίες του μόλις τη βλέπει να βγάζει γλυκό του κουταλιού. «Πάλι συκαλάκι έσιαξες; Το ζάχαρο δεν το σκέφτεσαι. Κι ύστερα θα μαλώσουν. Ως εκεί που είναι βαθιά χαραγμένες οι «κόκκινες γραμμές» του καθενός. Βήμα παραπέρα! Κι απάνω στον καυγά, θα φυσήξει ένα αεράκι.  Όση ώρα εκείνος θα της γκρινιάζει, εκείνη θ’ ακροπατήσει ως την κρεβατοκάμαρα. Θα ξαναγυρίσει με μια μάλλινη ζακέτα. «Ρίξε κάτι απάνω σου, έπιασε ψύχρα…».

Ας ήταν τρόπος να τους πήγαινα στο αυθεντικό Μέγαρο.
«Αξιότιμοι Πολιτευτές, σας παρουσιάζω τον Ηλία και την Χρυσαυγή. Αν επιθυμείτε, σας κάνουν δωρεάν σεμινάρια οικονομίας, σωστής διαχείρισης, πατριωτισμού, αφοσίωσης και συνέπειας. Σας μαθαίνουν βήμα-βήμα πώς στήνεται ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό και  πώς  εξοικονομείτε πόρους,  δουλεύοντας τη γη. Πως το αίμα κι η τιμή δεν είναι προϊόντα μίσους, αλλά επώδυνης και μακρόχρονης δουλειάς. Πως το success story δεν καταχτιέται από τεχνοκράτες που ξέρουν μόνο να βαράνε τα πλήκτρα του ακριβού φορητού τους. Μα από ανθρώπους που έχουν μια στοίβα καρτέλες ενσήμων. Βαρέα-ανθυγιεινά!»



Σημείωση: Η ιστορία του Ηλία και της Χρυσαυγής είναι αληθινή και συμμετείχε παλιότερα στο παιχνίδι λέξεων της Φλώρας (texnistories). Στον απόηχο της χτεσινής φιέστας των ερωτευμένων, ας πούμε ότι είναι ένας μικρός φόρος τιμής στους γνήσιους εραστές της ζωής. 
[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]