Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Άγιοι που δε θα γιορταστούν γιατί δε θα τους βρουν ημέρα που ταιριάζει (*)

Ένα μικρό θυμητάρι απ’ τους λόγους του.
Εν όψει των επερχόμενων εορτών και εμποροπανήγυρων, προτείνω να το υιοθετήσουμε σαν ευχή. 
Λέγε-λέγε,  μπορεί και να φυτρώσουν κάποιοι απ’ τους σπόρους του. 
Μήπως και σώσουμε τίποτα την τελευταία στιγμή. 
Να στρώσουμε λίγο το χωράφι για την επόμενη γενιά. Όπως το βρήκαμε κι εμείς στρωμένο απ’ τους παλιούς μας ήρωες.
Πέτρινα χρόνια-σκληρά.
Πιο σκληρά κι απ’ την πέτρα που έσπαγε με τη βαριά, μέχρι να γίνει χαλίκι.
Χαλίκι που έστρωνε για να γίνουν δρόμοι.

// Nα ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και ν’ αγαπάς. Ν’ αγαπάς!
Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις;
Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τ’ άλλα…
Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα!
Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε, κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη//

Χρόνης Μίσσιος - συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας.

Έφυγε πριν πέντε χρόνια, αφήνοντας πίσω του μιαν ανεκτίμητη κληρονομιά με τα βιβλία του και το ελεύθερο πνεύμα του, που σε πείσμα του συστήματος και των χουντικών εκφραστών του, αναπτύχθηκε, εξελίχθηκε και ορθώθηκε μέσα στις φυλακές και στις εξορίες. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!



Συνεντεύξεις, βιβλία και οπτικοακουστικό υλικό, στην ιστοσελίδα: https://chronismissios.wordpress.com/


(*απ' το τραγούδι "ΑΓΙΟΙ" του Θανάση Παπακωνσταντίνου)

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Το δώρο της Μαριλένας… [o presente de Marilena]

…είναι ένα χειροποίητο καδράκι, φτιαγμένο με την απλή [*όπως λέει η ίδια], τεχνική:  «decoupage σε εφημερίδα, με ακρυλικά, faux δέρμα, βινύλ, παλαίωση,  και άλλες τσαχπινιές».


Όταν διάβασα στον τίτλο του blog της, ότι είμαι η τυχερή της κλήρωσης για το δώρο αυτό:  «Decoupage και τεχνική κάδρο από εφημερίδα», το έπαιξα ψύχραιμη. Ότι και καλά εγώ τα ντεκουπάζ τα παίζω στα δάχτυλα και πολύ το εκτίμησα αυτό το έργο της φιλενάδας μου. Ξεσκόνισα κάτι λίγα ντεκουπαζένικα που ξέρω από άλλες φίλες που πιάνουν τα χέρια τους, αλλά τίποτα... (πάντως, αν πέσουν  κεφάλαια: κρακελέ και shabby chic, το έχω κορίτσια! Να’ναι καλά η Αριστέα). 

 Ανακουφίστηκα διαβάζοντας πως έχει διευκρινίσεις παρακάτω.
«Εδώ είμαστε!... Τώρα τό’χω!...» θριαμβολόγησα η αδαής.
«Είναι ζωντανό υλικό, μην το φοβηθείς, πατιέται…», μου γράφει σαν διευκρίνιση.
»…κι αν δεν καταλαβαίνεις αυτή την απλούστατη διαδικασία, δες αυτό το τουτόριαλ -που είναι στα πορτογαλικά βέβαια- αλλά θα το καταλάβεις!»
 Ευτυχώς είχε φωτογραφίες κι έτσι κατάλαβα περί τίνος πρόκειται...

"Ωωω... σ’ αυτή την απειροελάχιστη κοιλότητα του καπλαμά, θα μπορούσα να ζωγραφίσω ένα μελανογραφικό σαν-σούι, με στοιχεία μπαρόκ και μια ιδέα παστέλ ροκοκό..."

Ø
Βοηθήστε να βελτιωθεί το λήμμα, αν βρήκατε σφάλμα ή παράλειψη. Θα με υποχρεώσετε!

Η Μαριλένα είναι ένα κορίτσι που αγαπάει τρελά ό,τι κάνει, και κάνει ό,τι αγαπάει με τρέλα και φαντασία. Ζωγραφική, γλυπτική, ποίηση & συγγραφή, θέατρο και... σταματάω εδώ, γιατί θα γίνει Κούγκι όταν θα διαβάσει αυτές τις γραμμές (στα πορτογαλέζικα πώς είναι το "Κούγκι" Παναγία μου;)

Έχω πάρει κι άλλα πακέτα της, όλα φτιαγμένα με τη μαγική της συνταγή. Ζαχαρένια αστερόσκονη, απαλά χρώματα, αέρινα υλικά, τολμηρές τεχνοτροπίες, ρομαντικά ταξιδάκια πάνω στο καρουσέλ της τέχνης της...
Μαριλένα μου... σ’ ε υ χ α ρ ι σ τ ώ !!!  [muito  obrigado!!!]

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Parfait Amour (*)

-         Σε είχα σα βασίλισσα μη βρέξει και μη στάξει!
-         Γιατί εγώ δεν ήμουνα σε όλα μου εντάξει;
-         Που δούλευα νυχθημερόν τίποτα μη σου λείψει!
-         Ποια άλλη θα περίμενε τα πόδια σου να τρίψει;
Mε θερμοσίφων’ ανοιχτό;
Και  σώβρακο κολλαριστό;
Και το γιουβέτσι αχνιστό;
Ποια θα σου είχε μπακλαβά;
Όχι για πες μου. Ποια;
-         Σου ζήτησα εγώ ποτές να φτιάχνεις μπακλαβάδες;
Από τη μια με γλύκαινες κι ύστερα με φαρμάκωνες με άδικους καβγάδες!
-         Ξέρεις γιατί σου γκρίνιαζα;  Γιατί ξενοκοιτούσες!
-         Και τη δική σου την ουρά ενίοτε κουνούσες!
-         Πότε μωρέ Απόστολε κούνησα την ουρά μου;  
Που ήμουνα υπόδειγμα τριάντα χρόνια γάμου!
-         Γιατί εγώ δεν ήμουνα; Και που λοξοκοιτούσα,
για να ζηλέψεις τό΄κανα, όταν μου είπες μια βραδιά πως δεν σε συγκινούσα.
-         Το’πα γιατί μου είπανε πως τά’χεις με τη χήρα…
-         Ποια χήρα βρε Βασούλα μου;
-         Του μακαρίτη του Μηνά… της θειας σου η βαφτιστήρα.
-         Αν ήθελα βρε Βάσω μου εγώ να στα φορέσω…  
-         Δεν μου τα φόρεσες ποτές, όπερ να υποθέσω;
-         Μη σώσω να ξημερωθώ, στ’ ορκίζομαι αητέ μου!
-         Μήτε κι εγώ στα φόρεσα κι ας είχα τα σουξέ μου!
-         Τότε προς τι Βασούλα μου αυτό το καβγαδάκι;
-         Μόνος σου το ξεκίνησες να μου μιλάς με υφάκι!
-         Τό’κανα για ν’ ανάψουνε λιγάκι τα αίματά μας,
γιατί πολύ βαλτώσαμε μες τα προβλήματά μας.
-         Και πώς θα την κρατήσουμε τη λίμπιντο ακμαία;
Με κασκορσέ απ’ τον πόλεμο  και τρίχινη σκελέα;
-         Eίσαι να πάμε στο σεξ-σοπ να πάρουμε ιδέες;
-         Δε ντρέπεσαι Απόστολε; Ο νους σου τρέχει διαρκώς σε εμμονές χυδαίες!
-         Πού είναι η χυδαιότητα;.... τι εννοείς ρε Βάσω;
Εγώ σλιπάκια αθλητικά θέλω να αγοράσω!
-         Άντε καλά... σάμπως θ’ αλλάξω και εγώ, κάτι παλιές κιλότες.
-         Καλά που το κατάλαβες, τέτοιες φορούσανε παλιά οι Σφακιανοί κι οι Χιώτες!
-         Και τι προτείνεις δηλαδή να πάρουμε για μένα;
-         Ζαρτιέρες και κομπινεζόν... τα έχω απωθημένα!
-         Και να με δουν στη γειτονιά ν’ απλώνω τέτοια ρούχα;
Έχουμε γιο της παντρειάς θ’ αρχίσουνε τα γιούχα!
-         Και δηλαδή ξοφλήσαμε αν παντρευτεί ο γιος μας;
Μόνο για να γεννήσουμε είν’ ο προορισμός μας;
-         Γεράσαμε Απόστολε αυτή είναι η ουσία!
-         Δεν έχει δικαιώματα η τρίτη ηλικία;
-         Μα να φορέσω νεγκλιζέ που είμαι γεμάτη ζάρες;
-         Εγώ γυμνή σε σκέφτομαι και μού’ρχονται αντάρες!
-         Μπα σε καλό σου Απόστολε, μού’ρχεται να γελάσω!
Στα εξήντα μου το “εργόχειρο” πάλι να ξαναπιάσω;
-         Γιατί γελάς ρε Βάσω;
Ξέχασες που παντρεύτηκε στα ογδόντα του ο Πικάσο;

[Aφιερωμένο εξαιρετικά σε κάτι ζευγαράκια που κάνουν το μεταπτυχιακό τους στη ζωή και τον έρωτα.
Tότε που όλοι τους θεωρούν παροπλισμένους…]

Η Βάσω και ο Αποστόλης φιλοξενήθηκαν στο 18ο συμπόσιο ποίησης της Αριστέας κι ευχαριστούν θερμά την οικοδέσποινα και τους φίλους που τους τίμησαν με την ψήφο εμπιστοσύνης τους. Πιασμένοι χέρι-χέρι αποχώρησαν απ’ το συμπόσιο, σχολιάζοντας έντονα την πρωτόγνωρη εμπειρία τους.
-         Είδες που σου τα έλεγα πως άξιζε να’ρθούμε;
-         Φοβόμουν βρε Απόστολε να μη ρεζιλευτούμε!
-         Το έχασες το στοίχημα κι απόψε δεν κοιμάσαι!
-         Δεν θα κεράσεις ένα ντρινκ λιγάκι να φτιαχτούμε;
-         Parfait amour κορίτσι μου, όπως παλιά, θυμάσαι;
 (* η τέλεια αγάπη)

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Η παρέλαση



//Δεν μου αρέσει η παρέλαση. Θυμάσαι τότε που ήμουν μικρή και στάθηκα πολλή ώρα στον ήλιο και μου πόνεσε το κεφάλι και έκανα εμετό και παραλίγο να πεθάνω;

Ναι... Τι γυρεύουν τα σκυλιά στην παρέλαση; Ξεμπουκάρουν συνέχεια και τελειωμό δεν έχουν. Θα 'ναι καμιά εκατοστή... Τα σέρνουν στη μέση της πλατείας. Τα στριμώχνουν κολλητά το ένα με το άλλο... Δεν έχω δει ποτέ τέτοιο πράγμα!
Η χωροφυλακή. Προχώρησαν με τ' άλογά τους προς τα κει. Αν βέβαια είναι η χωροφυλακή... Δεν είμαι πια βέβαιος, δεν καταλαβαίνω τις στολές τους...

Περίμενε... Πάλι αυτοί οι άνθρωποι σπρώχνονται και θέλουν να περάσουν κάτω απ' τα σκοινιά... Ήσυχα - ήσυχα... Ε, συ, κύριε, με τη τραγιάσκα πού πας, μέσα - μέσα. Και συ χοντρή, που μου θες να σταθείς πρώτη - πρώτη, κι εσύ, κι εσύ, μπρος γρήγορα στη θέση σας... Χα! Τα προσκοπάκια ξέρουν τη δουλειά τους. Το κάρο άρχισε να κυλάει σιγά, ξεπρόβαλε ολόκληρο - δε βλέπω καλά - μ' εμποδίζουν αυτοί πάνω στ' άλογα. Δεν είναι κάρο!... Ζωή! Είναι ένα κλουβί, ένα μακρόστενο κλουβί πάνω σε ρόδες, και μέσα πρέπει να είναι ζώα, γιατί πηδούν αρπάζονται απ' τα κάγκελα...

Πάλι αυτοί με τ' άλογά τους!... Είναι, είναι άνθρωποι! Ζωή! Κουβαλούν ανθρώπους μέσα στο κλουβί! Αυτοί που είναι μέσα είναι όλοι ακρωτηριασμένοι... Άλλος χωρίς πόδια, άλλος χωρίς χέρια.. Κι ένας χωρίς κεφάλι! Θε μου! Δεν κάνω λάθος, είναι χωρίς κεφάλι... Κι ωστόσο ο λαιμός του σαλεύει...

Οι άνθρωποι όρμησαν και σπάσαν τα σκοινιά, χύμηξαν στην πλατεία... Αλλά δεν τους αφήνουν, τους σπρώχνουν πάλι πίσω, τους χτυπούν. Οι πρόσκοποι τους χτυπούν με τα σπασμένα σκοινιά, οι άλλοι κατέβηκαν απ' τ' άλογά τους και τους χτυπούν κι εκείνοι με τα κοντάρια τους. Ένας κρατά μια γυναίκα απ' τα μαλλιά, τη ρίχνει κάτω, την κλωτσά στο πρόσωπο...//

Απόσπασμα απ’ το μονόπρακτο έργο “Παρέλαση” της Λούλας Αναγνωστάκη.
Ολόκληρη η τριλογία της “Η διανυκτέρευση”, “Η πόλη” και “Η παρέλαση” πρωτοπαίχτηκε απ’ το Θέατρο Τέχνης τον Μάιο του 1965, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Όντας διαχρονικό και τραγικά επίκαιρο, παίζεται διαρκώς σε θεατρικές σκηνές της Αθήνας και όχι μόνο. Μία εξ αυτών ήταν και η παράσταση του Ένκε Φεζολάρι, το χειμώνα του 2012 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Άραγε το είχε προβλέψει τότε ο ταλαντούχος (και αλβανικής καταγωγής) Ένκε, ότι θα έρθει η εποχή που τα εκκολαπτήρια του φασισμού και του συντηρητισμού θα αναβιώνουν χρόνο με το χρόνο;
Στο έργο της αξέχαστης Λούλας Αναγνωστάκη, πρωταγωνιστούν δυο αδέρφια, η Ζωή και ο Άρης. Ζουν σαν εξόριστοι στην  ασφάλεια του δωματίου τους και εντελώς απομονωμένοι απ’ τον έξω κόσμο. Η μόνη τους επαφή με την πόλη και τους ανθρώπους, είναι ένα “παράθυρο”. Η ιδέα της παρέλασης που γίνεται κάτω απ’ το σπίτι τους, μοιάζει σαν η μοναδική διέξοδος απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Απ’ το παράθυρο θα παρακολουθήσουν την έναρξη, την απρόσμενη εξέλιξη και την αποτρόπαια έκβαση της παρέλασης. Απ’ το μικρό αυτό φεγγίτη, θα εισβάλει ο έξω κόσμος που τόσο καιρό αποφεύγουν και θα τους συντρίψει. Στις αποχρώσεις της γαλανόλευκης σημαίας, θα προστεθεί το κόκκινο του αίματος, γιατί με αίμα είναι βαμμένη η ιστορία αυτού του τόπου. Κι εκεί θα μείνουν εγκλωβισμένοι και μετέωροι στην προσδοκία, τα όνειρα, τις μνήμες, το αβάσταχτο παρόν, το ζοφερό μέλλον, το φόβο... όλα αυτά που μας κρατούν ακόμα και σήμερα ακινητοποιημένους σ’ ένα ”παράθυρο”, θιασώτες μιας παρέλασης.  Και μένει αναπάντητο το ερώτημα, που και  η Αναγνωστάκη το αφήνει –σκόπιμα ίσως; - στο έργο της: θα βγουν επιτέλους στο προσκήνιο οι θεατές; Θα υπερβούν το φόβο τους για να παρέμβουν  στη μελλοντική ιστορία; Ή θα παραμείνουν αποστασιοποιημένοι κομπάρσοι και φοβισμένοι θεατές, ανακυκλώνοντας τα ανθρώπινα πάθη και λάθη τους στο διηνεκές;
Με την προσδοκία να γιορτάσουμε σύντομα την εθνική μας απελευθέρωση απ' το φόβο και τις αγκυλώσεις. Δίχως τυμπανοκρουσίες και στρατιωτικούς σχηματισμούς, αλλά μόνο με επίγνωση του ρόλου και της ευθύνης μας να διαμορφώσουμε την ιστορική συγκυρία που ανήκουμε.