Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Πεφτοσυννεφιές


Για μια Μαρία & μια Κατερίνα


Το λες και επέτειο μνήμης.

Για δυο κορίτσια που έσβησαν απ’ τις “υπερβολικές φροντίδες” του Ανδρέα. Τι «ποιου Ανδρέα;» Του τότε «υπουργού και θεματοφύλακα της υγείας» (εδώ γελάμε) και νυν συνδαιτυμόνα του Εισαγγελέα Διαφθοράς, για ένα σκανδαλάκι, που δεν στοίχισε στο δημόσιο, παραπάνω από είκοσι τρία δις (εδώ κλαίμε).


Ήταν τέτοιες μέρες λοιπόν, Μάης του 2016, όταν έσβησε η Μαρία. «Ποιος να την θυμάται άραγε, εκτός απ’ τους δικούς της;» αναρωτιόμουν, καθώς άκουγα τις προεκλογικές κορόνες για «επαναφορά της ασφάλειας και της τάξης στην κοινωνία» (εδώ μειδιούμε), απ’ τους πρωτεργάτες της à la carte ευνομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Μαρία ήταν μία απ’ τις oροθετικές γυναίκες που διαπομπεύτηκαν και φυλακίστηκαν απ’ τον Ανδρέα Λοβέρδο. Η Μαρία δεν πρόλαβε να ζήσει τη δικαστική αθώωση (αλλά όχι τη δικαίωση) που έγινε τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου.

Η Μαρία ήταν μόλις 32 χρόνων, ψηλή, μελαχρινή και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Η είδηση του θανάτου της μπορεί να μην έφτασε ποτέ στ’ αυτιά του κ. Λοβέρδου, ο χαμός της όμως, θα στοιχειώνει διαρκώς τον θύτη της που την σκότωσε άνανδρα «δια λιθοβολισμού». Το σημείωμα της μητέρας της που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών, έγραφε:

"Έγινε πια κι αυτό και τώρα ο κύριος Λοβέρδος μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Η κοινωνία σχεδόν καθάρισε από αυτές τις κοπέλες κι αυτό το φρόντισε ο ίδιος.
Εξευτέλισαν το παιδί μου, ήρθαν στο χωριό και το ΚΕΕΛΠΝΟ εξέτασε το εγγόνι μου μέσα στο σχολείο, μας εκθέσανε όλους, μας ξεφτίλισαν. Πήγαν τα κορίτσια στο υπόγειο της Γ' πτέρυγας του Κορυδαλλού αντί να τα φροντίσουν στα νοσοκομεία. Τους πέταγαν το φαγητό από τα κάγκελα και εκείνα, την ίδια ώρα, κατάπιναν μπαταρίες.
Δημόσια μας εξευτελίσανε και τώρα εγώ δημόσια ανταποδίδω λίγο πριν θάψω την κόρη μου, ότι μπορεί πλέον να κοιμάται ήσυχος ο Ανδρέας Λοβέρδος. Και αυτό το λέω κι εγώ η μητέρα της, δημόσια, με το όνομά μου.
Ευμορφία Κουλουριώτη".

Τον Νοέμβρη του ’14 είχε αυτοκτονήσει η Κατερίνα, άλλη μια κοπέλα που είχε συλληφθεί τον Μάη του 2012 ως «εκδιδόμενη οροθετική». Όταν την συνέλαβαν, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και ο πατέρας της. 

«Η Κατερίνα δραπέτευσε. Όσες φυλακές έζησε, όσους παραδείσους κι αν αναζήτησε στα ναρκωτικά, ποτέ δεν έφτασαν. Η επιχείρηση δίωξης των οροθετικών χρηστριών πριν τις εκλογές του 2012, μάζεψε μαζί με τις άλλες κοπέλες και την Κατερίνα. Την γνωρίσαμε κι αυτή στις φυλακές Κορυδαλλού. Ένα κορίτσι γελαστό που του άρεσαν οι αγκαλιές και τα χάδια. Ήταν διαχυτική, πάντα με φιλούσε.

»Η Κατερίνα έγινε αργότερα ασθενής μου, καθώς το «αδίκημα» της οροθετικότητάς της, την έφερε στην πόρτα της Μονάδας Λοιμώξεων. Γρήγορα ενεργοποιήθηκε. Μάχιμη, πήρε μέρος σε όλες τις δράσεις της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης για τις διωκόμενες οροθετικές: μίλησε σε προβολές, σε πάνελ, σε συγκεντρώσεις για τα αυτονόητα: τα νοσήματα δεν φυλακίζονται, θεραπεύονται. Την αγαπήσαμε για το θάρρος της, την ανθρωπιά της, το ωραίο μυαλό της».

[Απόσπασμα ανάρτησης Χρύσας Μπότση, γιατρού και μέλους της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στις διωκόμενες οροθετικές]

Στις τριτοκοσμικές και απολίτιστες χώρες, συνηθίζεται το βίαιο ξύρισμα των γυναικών στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Συνηθίζεται επίσης η κλειτοριδεκτομή, η σεξουαλική εκμετάλλευση και ο θάνατος δια λιθοβολισμού. Στη λιγότερο βάρβαρη κοινωνία που βαυκαλιζόμαστε ότι ζούμε, διαθέτουμε πιο σικάτες μεθόδους εξόντωσης∙ λιγότερο αιματηρές, αλλά περισσότερο αποτελεσματικές. Διαθέτουμε επίσης και μια μεγάλη γκάμα με παραπλανητικές ετικέτες με τις οποίες, ελαφρόκαρδα και αμέριμνα, καλύπτουμε (ή παραχαράσσουμε) τα σεξουαλικά εγκλήματα, την παιδοφιλία και την έμφυλη βία. «Έγκλημα ζηλοτυπίας» για τον συζυγοκτόνο, «Αυτοκτόνησε 14χρονη» για το ανθρωπόμορφο τέρας που βίαζε ανήλικα κορίτσια και «Σοκάρουν τα στοιχεία για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη», που καθόλου δεν είχε σοκάρει ωστόσο, τους αστυνομικούς που είχε καταφύγει η άτυχη κοπέλα για να καταγγείλει τον βιασμό της, όσο ήταν εν ζωή.

«Υπόθεση παιδεραστίας στη Μολδαβία» έγραφαν ακροθιγώς οι φιλικά προσκείμενες φυλλάδες, για τον καταδικασμένο για ασέλγεια εις βάρος ανηλίκων, βουλευτή της ΝΔ στην Κέρκυρα, Νίκο Γεωργιάδη. Ο Πρόεδρος (της φυλής του) τον διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα ξεχαστεί το θέμα (όπως και τόσα άλλα) και η Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης: «Δεν είμαι στην κρεβατοκάμαρα του κ. Γεωργιάδη, μόνο την δική μου ερωτική ζωή γνωρίζω από πρώτο χέρι». Όταν, ειδικά, μια γυναίκα -ούσα, ή δυνάμει μητέρα- υπερασπίζεται την παιδική κακοποίηση για χάρη της πολιτικής ματαιοδοξίας της, είμαστε ήδη βάρβαροι.

Καλό μας ταξίδι στις επόμενες πεφτοσυννεφιές. Να είμαστε καλά και να μην παραλείψουμε να σοκαριστούμε στο επόμενο έγκλημα (δέκα έγιναν το τελευταίο δίμηνο). Μέχρι να διαπιστώσουμε (αν γίνει αυτό κάποτε), πως τα μοντέλα της ανδροκρατούμενης βίας, προέρχονται απ’ αυτούς που προάγουν την έννοια του δυνατού, του οικονομικά ισχυρού, αυτού που επικρατεί πάνω στον αδύναμο, γιατί μόνο έτσι χτίζονται και καθιερώνονται οι τάξεις, τα σύμβολα και τα πρότυπα προς μίμηση και καταξίωση.


Είναι οι άριστοι και αμόλυντοι χαρτογιακάδες που τα βάζουν με την Κούνεβα και, κατ’ επέκταση, με όλες τις γυναίκες που εργάζονται με αξιοπρέπεια και μόχθο για να μας ξεβρομίζουν.

Και είμαστε απέναντί τους εμείς (;)
Ή στο πλάι τους...
 (φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο)

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Απ’ την παρουσίαση στο Ρέθυμνο


Την εβδομάδα που μας πέρασε, ο καιρός στο Ρέθυμνο ήταν νεφελώδης, με ενδιάμεσες ηλιοφάνειες, υψηλά ποσοστά υγρασίας και ανέμους που έπνεαν με ωριαία ταχύτητα -περίπου- 8χλμ. «Εκουζουλάθηκε κι αυτός ο παντέρμος, ίντα να πω δα;» όπως σχολίαζαν οι ντόπιοι σ’ έναν καφενέ.

Η Παλιά Πόλη ήταν στα φόρτε της. Όσο παλιώνει, τόσο ομορφαίνει αυτός ο τόπος. Στις παρυφές του ενετικού κάστρου, εκεί που διακλαδώνονται σαν πολύχρωμες γιρλάντες τα πέτρινα σοκάκια με τα τουριστικά μαγαζιά, τα ρακάδικα και τα ολάνθιστα πεζούλια, αφεθήκαμε στις τρυφερές περιποιήσεις και την κρητική φιλοξενία. Και φυσικά, στις ρακές που κερνούσαν ανελλιπώς, άπαντες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, νομίζω πως η πιο συχνή φράση που έλεγα, ήταν αυτή:

Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε σ’ ένα ιστορικό κτήριο στην καρδιά της πόλης, το Σπίτι του Πολιτισμού. Ένας υπέροχος, ατμοσφαιρικός πολυχώρος που φιλοξενεί θέατρο, μουσικά σχήματα και πολιτιστικές εκδηλώσεις, στην ιστορική Πλατεία Μικρασιατών, πλάι στον θεόρατο μιναρέ απ’ το Τζαμί Νερατζέ. Ξεκινώντας απ’ το ξενοδοχείο και διασχίζοντας τα βενετσιάνικα δρομάκια μέχρι να φτάσουμε στην αίθουσα, ξεχάσαμε προς στιγμή την παρουσίαση και αφεθήκαμε στις μαγευτικές εικόνες των σπιτιών με τους ξύλινους εξώστες, τα περίτεχνα θυρώματα, τις πέτρινες κρήνες, τις ανάγλυφες ζωφόρους και τους κήπους με τα αρωματικά φυτά του τόπου, τα πιθάρια με τις αναρριχόμενες βουκαμβίλιες και μια ατέλειωτη πολύχρωμη στρατιά με κατιφέδες και γεράνια. Στο βάθος του κάδρου, τα Λευκά Όρη και η παλιά γειτονιά του Κουμπέ, με το ενετικό κάστρο της Φορτέτζας να στολίζει σαν πέτρινος σκούφος την ιστορική πόλη. Αφήσαμε πίσω μας το θέατρο  “Ερωφίλη” στον προμαχώνα του Αγίου Ηλία και ρουφήξαμε μια τελευταία ανάσα απ’ τη θάλασσα και τις μυρωδιές των φαγητών που μοσχοβολούσαν στους αυλόγυρους των σπιτιών.
καθ' οδόν προς την αίθουσα
Το ραντεβού μας ήταν με εξαιρετικούς φίλους που διάβασαν το βιβλίο και μίλησαν γι’ αυτό. Χωρίς να γνωριζόμαστε (τους πρωτοείδα εκείνο το απόγευμα) και δίχως να έχει προηγηθεί κάποια προετοιμασία, πήγα με την αγωνία και το ενδιαφέρον για τα σχόλιά τους.
οι προετοιμασίες

Ένα τεράστιο και εγκάρδιο «ευχαριστώ» σ’ όλους τους:
Στην Ειρήνη Γαβριλάκη (Αρχαιολόγο & Συγγραφέα) για τη δυναμική της παρουσία και το στοχαστικό της λόγο.
Στον Θεόδωρο Ρηγινιώτη (Καθηγητή Θεολογίας, Συγγραφέα & περίφημο Μαντιναδολόγο) για τα εύστοχα και φιλοσοφημένα του σχόλια.
Στην Ελευθερία Μιχάλα (Μουσικολόγο, Καθηγήτρια πιάνου) για όλη την οργάνωση, το συντονισμό και την άψογη παρουσίαση της εκδήλωσης.
Στην Μάρθα Τριποδιανάκη-Σηφάκη (Εκπαιδευτικό) για την καθηλωτική ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου, αλλά, κυρίως, για την αφοπλιστική της γλυκύτητα που εξέπεμπε όλη την ευγένεια και τη θετική της αύρα. 
Στoν καλό φίλο και σπουδαίο "τεχνίτη" της ζωγραφικής και του λόγου, Αλέξανδρο Ανδρουλάκη. Για την ιώβεια υπομονή του & την πολύτιμη βοήθειά του σε όλα τα διαδικαστικά, πριν και μετά την εκδήλωση. 
Στην μικρή μας πιανίστρια Ελευθερία Κανελλάκη, που έντυσε μουσικά την εκδήλωση μ’ ένα κομμάτι του Γ.Σ. Μπαχ. Ομολογώ ότι θαύμασα το θάρρος της να εκτεθεί για πρώτη φορά στο ανοιχτό κοινό, σε μια εκδήλωση που για πρώτη φορά συμμετείχε.
Στον δήμαρχο του Ρεθύμνου κ. Γιώργο Μαρινάκη, στον Γεν. Αρχιερατικό Επίτροπο Πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Νικηφόρο και στον Ιερέα Εμμανουήλ Πολυχρονάκη, που μας τίμησαν με τη συντροφιά τους.
η γιορτή
Στους φίλους και συγγενείς που -με αφορμή το βιβλίο- ανταμώσαμε ύστερα από πολύ καιρό.
τα μεθεόρτια
Ήταν μια αξέχαστη βραδιά, απ' αυτές που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη και την καρδιά. Εις το επανιδείν λοιπόν, ή καλύτερα "στο ξαναντάμωμά μας"...
οι αγαπημένοι 
Το βίντεο της παρουσίασης εδώ:

Υστερόγραφο: Ευχαριστίες από καρδιάς στους αφανείς “εργάτες” που δούλεψαν στο παρασκήνιο, για να έχουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Στην Εμμανουέλα, στον Κώστα που φρόντισε άψογα ήχο, εικόνα, κλιματισμό και κουβαλήματα, στην Φωτεινούλα μου, στ’ αδέρφι μου.

Ξετέλεψε τ' όνειρο. Τις κεφαλές μας μέσα τώρα...

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Ο Μάης και τα ματωμένα γαρύφαλλα


«Παιδί μου, θυμάμαι σαν τώρα τα καμιόνια με τα πτώματα που στάζανε τα αίματα, σαν να ᾽τανε σφαχτάρια», μονολογούσε μια γερόντισσα σε μια ιστορική περιήγηση στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Το Μπλοκ 15, ήταν το Νταχάου της Ελλάδας, λίγοι όμως το γνωρίζουμε κι ας είναι δυο βήματα απ’ την πόλη που ζούμε.
Περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν εκεί την περίοδο της Κατοχής: Εβραίοι, τσιγγάνοι, πολιτικοί κρατούμενοι, κομμουνιστές, ανάμεσά τους και οι 200 που μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή για να εκτελεστούν, την Πρωτομαγιά του 1944.
Τα φορτηγά που τους μετέφεραν διέσχισαν το Χαϊδάρι και οι μελλοθάνατοι πάσχιζαν να πουν ένα τελευταίο «αντίο» στους δικούς τους, με τα αποχαιρετιστήρια σημειώματα που πέταγαν σαΐτες στο δρόμο.
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν ανάμεσα στους διακόσιους νεκρούς Ακροναυπλιώτες της Καισαριανής. Ήταν μορφωμένος και ήξερε γερμανικά, γι’ αυτό και ανέλαβε χρέη διερμηνέα. Όταν το παλιοτόμαρο που εκτελούσε χρέη διοικητή, ο Καρλ Φίσερ, τον είδε ανάμεσα στους μελλοθανάτους της Πρωτομαγιάς του '44, του πρότεινε να τον απαλλάξει:
«Νάιν, όχι εσύ, γύρνα πίσω στη σειρά σου, θα πάρει κάποιος άλλος τη θέση σου στο φορτηγό».
Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε και προτίμησε να θυσιαστεί, παρά να καταδικάσει κάποιον άλλον.

«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση», έγραψε στο τελευταίο σημείωμα που έγινε και ταινία από τον Παντελή Βούλγαρη.
Στο Χαϊδάρι αντηχούν ακόμα οι οιμωγές των βασανισμένων και τα γέλια των καθαρμάτων που διοικούσαν το στρατόπεδο. Ο κτηνώδης ταγματάρχης Πάουλ Ραντόμσκι, ήταν ένας μέθυσος βασανιστής που έφερε από την Ουκρανία το «γαλόνι» της εξόντωσης των ποδοσφαιριστών της Ντιναμό Κιέβου, εκείνων που τόλμησαν να ρεζιλέψουν τους Ναζί στο περιβόητο «ματς του θανάτου» τον Αύγουστο του 1942.
Στα χέρια του στυγερού δολοφόνου Ραντόμσκι (αποτάχθηκε το ’44, όταν μέθυσε και απείλησε να σκοτώσει την υποδιοικητή του), το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, έγινε συνώνυμο της φρίκης, του σαδισμού και του θανάτου.

Οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων ήταν άθλιες. Δεν υπήρχαν κρεβάτια, κουβέρτες, τρεχούμενο νερό, ούτε καν αποχετευτικό σύστημα. Οι φυλακισμένοι ήταν γεμάτοι ψείρες και οι ασθένειες θέριζαν. Όποιον αρρώσταινε, τον ξέγραφαν. Ο μοναδικός γιατρός του στρατοπέδου χρησιμοποιούσε τα ελάχιστα φάρμακα για να θεραπεύει τους στρατιώτες των Ες-Ες.
Τα μαστιγώματα και οι ξυλοδαρμοί ήταν σε ημερήσια διάταξη. Στον φράχτη του στρατοπέδου, είναι ακόμα καρφωμένα τα τσιγκέλια-βραχιόλια που έδεναν τους κρατούμενους για να τους βασανίσουν. Τους στοίβαζαν επί ώρες στο μεγάλο θάλαμο, στο εσωτερικό του κτηρίου, τόσο ασφυχτικά, που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Ώρες ατέλειωτες, δίχως τροφή και νερό, δίχως οξυγόνο. Ξαμολούσαν άγρια σκυλιά για να τους σπάσουν το ηθικό, τους καίγανε τα ρούχα και τους έκαναν ομαδικά  καψόνια. Για ν’ ακούν και οι απ’ έξω και να φοβούνται. Μοιραία, το όνομα του στρατοπέδου και η δυσοίωνη νεκροκεφαλή που στόλιζε την πύλη του, συμβόλιζαν τον αναπόφευκτο θάνατο.

«Μorgen kaputt», φώναζαν αντί χαιρετισμού οι φύλακες προς τα φορτηγά με τους νεοσυλλέκτους δέσμιους: «Αύριο, θα πεθάνετε». Και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Οι πολιτικοί κρατούμενοι ανακρίνονταν με ανελέητα βασανιστήρια στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν, από τα οποία δεν έβγαινε κανένας ζωντανός και αρτιμελής.
Αρκετοί τρελάθηκαν μέσα στο στρατόπεδο και έσκιζαν τη νύχτα με τα ουρλιαχτά τους. Πολλοί δολοφονήθηκαν από τους αδυσώπητους φρουρούς ή προτίμησαν την αυτοκτονία.
Το Μπλοκ 15 ήταν η πτέρυγα των μελλοθανάτων, εκείνων που δεν θα ξανάβλεπαν το φως του ήλιου. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι περίπου 2.000 άνθρωποι εκτελέστηκαν στο Χαϊδάρι, ανάμεσά τους και 25 γυναίκες. Ανάμεσά τους και όλοι οι Εβραίοι που φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο, μεταφέρθηκαν με τα τρένα της φρίκης στο Άουσβιτς, για να θανατωθούν στους θαλάμους αερίων.

Σε ποιο σχολείο, μας μάθανε πως η Αθήνα ήταν γεμάτη στρατόπεδα θανάτου και τόπους βασανισμού; Σε ποιο μάθημα μας δίδαξαν πως η ιστορία του τόπου ξεκίνησε μετά τον 19ο αιώνα, πως τα χώματα που πατάμε σήμερα είναι ποτισμένα με το αίμα τόσων ηρώων; Πως στην καρδιά της Αθήνας, εκεί που στεγάζονται σήμερα μεγαλομάγαζα και εταιρείες, μαρτύρησαν στα υπόγειά τους τόσοι αγωνιστές;
«Όταν έπεφτε το βράδυ, ακούγαμε τις κραυγές των βασανισμένων απ’ τα παράθυρα του νοσοκομείου. Προσευχόμασταν να σταματήσει αυτό το αιματοκύλισμα. Γιατί τόσος πόνος Θεέ μου;» μου διηγήθηκε μια ηλικιωμένη κυρία που ήταν νοσηλεύτρια στο Αρεταίειο. Ακριβώς απέναντι, ήταν τα περιβόητα κολαστήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, στο σημερινό Πάρκο Ελευθερίας. Εδώ, το αντίστοιχο δόγμα των ντόπιων οπαδών του Ραντόμσκι, ήταν: «Φίλος ή σακάτης βγαίνει όποιος έρχεται εδώ μέσα».
Εδώ μαρτύρησε ο ήρωας Σπύρος Μουστακλής απ’ την ομάδα του Αναστασίου Σπανού. Ήταν 28 Απριλίου του ’86, όταν άφησε την τελευταία του πνοή, παράλυτος απ’ τις «φροντίδες» των βασανιστών του.

Σ’ ένα άλλο «ευαγές ίδρυμα» σωφρονισμού, στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι, βασανίστηκε άγρια ο Αλέκος Παναγούλης. Όπως μας είχε διηγηθεί ο αδερφός του σε μια περιήγηση, είχαν κατασκευάσει ένα ειδικό κελί απομόνωσης για τον Αλέκο, που ήταν αντίγραφο τάφου. Τα δύο αδέλφια δεν είχαν καμιά επαφή, παρ’ ότι έγκλειστοι στην ίδια φυλακή. Πέρασε φρικώδη βασανιστήρια (ο Θεοφιλογιαννάκος κεντούσε με καυτές βελόνες την ουρήθρα του, αργότερα όμως στη δίκη των χουντικών, ορκιζόταν πως τον εκτιμούσε απεριόριστα, γιατί δεν λύγισε ποτέ!) Του κατάσχεσαν ακόμα και τη γραφική ύλη, ωστόσο αυτός χρησιμοποίησε για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Έφυγε 36 χρονών, την Πρωτομαγιά του ’76, μετά από ένα αμφισβητούμενο "τροχαίο" στη Λεωφ. Βουλιαγμένης.



Επειδή η λήθη είναι το χαρακτηριστικό της φυλής μας, το κείμενο είναι μια άσκηση μνήμης και ένας ελάχιστος φόρος τιμής σ’ όλα τα βασανισμένα θύματα του φασισμού, στους τυραννισμένους προγόνους και στις χαροκαμένες μανάδες που ακολουθούσαν την αιμάτινη διαδρομή απ’ τα καμιόνια, για να βρουν τα πτώματα των παιδιών τους. 
Και για όσους επιμένουν στην ιστορική αμνησία, το κρίμα (θηλειά) στο λαιμό τους.
[Φωτογραφίες απ’ το προσωπικό μου αρχείο και από το διαδίκτυο]