Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Σ’ αυτόν τον τόπο όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι… [Γιώργος Σεφέρης]

Ευγένιος Ντελακρουά, Επεισόδιο του ελληνικού αγώνα, λάδι σε μουσαμά
 Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη,
Αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.

Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το
 21,
Αλλά ο νους σου θα πάει στην
 Ορίτζιναλ.

Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα
Τι να λένε σε σένα; Σε σένα που βιάζεσαι να φύγεις.
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.

Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο
και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω για αλλού...
Σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία,
ή και περισσότερα χρόνια…

Θα σου µιλήσω σταράτα,
για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.

Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις,
οι µαθητές που δίδαξα φέτος
στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεβάστηκαν,
αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.

Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές
δε µε σεβάστηκαν, µε προσέβαλαν κατ' επανάληψη.
Με έργα, µε λόγια, µε ύβρεις.
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος
που µε σόκαρε, που µε έβαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει
πως κάτι σάπιο υπάρχει σ’ αυτό το σχολείο.
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος
το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά
και στο ηθικοπλαστικό του έργο,
στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.

Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία
είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας,
των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε
πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση.
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα,
θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,
θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,
θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,
θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όµως θέλετε µια συµβουλή από ένα δάσκαλο,
σκεφτείτε το παράδειγµα του
 Μακρυγιάννη,
που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν,
για να καταλάβει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια
ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.
Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο
και έµαθε πέντε κολλυβογράµµατα,
για να µας πει την ιστορία του βίου του,
το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.

Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,
και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη
να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε,
το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας,
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από
τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον
 Γιώργη Καραϊσκάκη.
Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς,
αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά µάθαµε σαν µπέσα.
Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.
Να αναλαµβάνετε τις ευθύνες σας.
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον.
Να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του
ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου,
του
 Νικηταρά.
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,
συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του
κι έπειτα
 φυλακίστηκε,
για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά,
σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειμμένος απ’ όλους.
Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα
κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει
από την κυβέρνηση µια πλούσια σύνταξη,
απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείβει πολύ καλά,
λέγοντας ψέµατα, για να µην προσβάλει την πατρίδα του.


Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.
Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,
μπορείτε ν’ ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας,
να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα
για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που
αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαµβάνοµαι.
Πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική,
όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,
της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.

Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της.
Περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά
και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους
σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή µας
να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση,
να ξεψυχά απ’ την τηλεοπτική ανία,
να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας…

Μόνο σ’ εσάς ελπίζω,
στην ειλικρινή σας διάθεση
ν' αγωνιστείτε,
ν’ αντισταθείτε,
να πολεµήσετε,
να νικήσετε.

Μη µας απογοητεύσετε.

[Οµιλία Δασκάλου για την επέτειο της 25ης Μαρτίου - 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών]



«Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου”, καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄” – εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Τρικολόρε

[η μαύρη εκδοχή]
«Μη περιμένεις την ευτυχία να σου χτυπήσει την πόρτα», μου λέγαν οι μεγάλες.
«…κυνήγα τη μοίρα σου μη σε κυνηγήσει εκείνη!»
Ήμουν η μικρότερη βλέπεις και μου το παίζανε άνετες κι ωραίες. Αυτές είχανε πάντα την πρωτοκαθεδρία στο σπίτι. Καινούργια ρούχα, μοντέρνα παπούτσια, εξόδους κι εκδρομές με τις παρέες τους. Εγώ μια ζωή έμενα πίσω γιατί δεν καταδεχόντουσαν να με παίρνουν μαζί τους. «Τι να το κάνουμε το μυξιάρικο μαζί μας;» λέγανε στη μάνα κάθε φορά που στολιζόντουσαν για να βγουν. Χτυπιόμουν να με πάρουν έστω μια φορά μαζί τους στα πάρτι που πηγαίνανε, έκλαιγα γοερά στην εξώπορτα κι αυτές εκεί… πείσμα και ξιπασιά. Ποτέ δεν μου ψώνισαν δικά μου ρούχα, ποτέ δεν απόκτησα τα παιχνίδια που λαχταρούσα· με τ’ αποφόρια τους με ντύνανε και τα στραπατσαρισμένα τους παπούτσια, όταν τα βαριόντουσαν και τα είχαν για πέταμα. Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ για πέταμα ήμουν, αφού ένα βράδυ πήρε τ’ αυτί μου τη μεγάλη να λέει στη μάνα μας «το μικρό κατά λάθος το κάνατε ε;». Έφαγε κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα που ακούστηκαν ως το πίσω δωματιάκι που ήμουν χωμένη και διάβαζα. Το φχαριστήθηκα πολύ εκείνο το ξυλοφόρτωμα, ως το επόμενο πρωί που την είδα πρησμένη, με τα μάγουλά της μελανιασμένα. Διαμιάς τα ξέχασα όλα κι έτρεξα να την αγκαλιάσω και να την παρηγορήσω στην αγκαλιά μου. Έκλαψα τόσο πολύ εκείνη τη μέρα, σαν να τις είχα φάει εγώ απ’ τη μάνα. Καλύτερα να’ δερνε εμένα η συγχωρεμένη, λιγότερος θα ήταν ο πόνος…

[η κόκκινη εκδοχή]
Μια ζωή, παραγκωνισμένη ήμουν. Τα καλύτερα τα είχε η πρωτότοκη, αφού ήταν και το πρώτο τους παιδί· «η μικρή πριγκίπισσα», έτσι τη φώναζε ο μπαμπάς. Ζούσανε ακόμα η γιαγιά κι ο παππούς και δεν της αφήνανε χατίρι που να μην της το κάνουνε. Αυτή είχε τις καλύτερες κούκλες, τα πιο φανταχτερά ρούχα και τα πιο ακριβά λουστρινάκια. Καιρό τους παρακάλαγα να μου πάρουν ένα ποδήλατο με καλαθάκι μπροστά που το λαχταρούσα τόσο και λέγανε πως δεν τους φτάνουν τα λεφτά γιατί περιμέναμε κι άλλο αδερφάκι. Και μόλις ήρθε κι η μικρή, πάει… με ξεχάσανε εντελώς εμένα. Μόνο να ξεσκατίζω και να βοηθάω τη μάνα με το μωρό με είχανε. Κι επειδή ήταν καλύτερη μαθήτρια στο σχολείο, δεν έχαναν αφορμή να μου το κοπανάνε. Μια ζωή να με συγκρίνουν με τη μικρή που είναι άριστη στα μαθήματα και με τη μεγάλη που είναι σωστή κούκλα· «…ίδια η γιαγιά η Θεανώ η αρχόντισσα, που στα νιάτα της είχε ξεσηκώσει τις γύρω συνοικίες στη Σμύρνη μαζί με τους τουρκομαχαλάδες…». Κι έτρεχα εγώ, πότε να μοιάσω της μιας στη γραμματοσύνη και πότε στην καπατσοσύνη και στο σκέρτσο της μεγάλης. Και τι κατάλαβα; Μια μαντηλοδεμένη γεροντοκόρη θα καταντήσω στο τέλος…

 [η γκρι εκδοχή]
Αυτές είναι μικρές ακόμα, έχουν καιρό να βρουν τις τύχες τους. Η μικρή καλά τα κατάφερε, σπούδασε κι είναι ανεξάρτητη. Βέβαια, ας μην ήμουν εγώ να τη φροντίζω και να βοηθάω τους γονείς μας με τις δουλειές στο σπίτι και θα’ βλεπα τα καζάντια της. Τυχερή που ήρθε τελευταία, γιατί ήταν στο επίκεντρο της προσοχής μας. Όλοι την είχαμε σαν τη μικρή μας προστατευόμενη. Και τη μεσαία εγώ τη μεγάλωσα, κι ας ήμουν μικρό κοριτσάκι ακόμα. Μου φόρτωσαν  την ευθύνη της δίχως να ρωτήσει κανείς τους αν άντεχα τόσο βάρος στις πλάτες μου. Καλά που είχα τις φίλες μου και ξεδίναμε λίγο τα βράδια γιατί θα είχα τρελαθεί με τόσες υποχρεώσεις πάνω μου. Μικρομέγαλο με φωνάζανε γιατί ντυνόμουν σαν τη μαμά και μου άρεσαν τα λούσα. Μεγάλωσα πριν της ώρας μου και φταίνε όλοι τους που έχασα την παιδική μου ηλικία. Εγώ να τρέχω στο σχολείο να παίρνω τους ελέγχους τους, εγώ στις γιορτές τους, εγώ να τις παρηγορώ όταν πρωτοείδανε το πρώτο αίμα στο βρακί τους. Η μαμά μόνο να ξενοδουλεύει για να μη μας λείψει τίποτα. Κι όταν χήρεψε να μου λένε όλοι πως -σαν πιο μεγάλη που είμαι- πρέπει να τη βοηθάω να μην πάθει τίποτα γιατί «τι θ’ απογίνετε μοναχά σας τρία κορίτσια;»… Κουράστηκα μωρέ. Θέλω να κατέβω απ’ τα ψηλά τακούνια που φοράω από μικρή. Ας είχα την τύχη της μικρής μας και τι στον κόσμο!

 [Επίλογος]
«Τελούμε ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη της πολυαγαπημένης μας μητέρας Αγγελικής…
οι κόρες Θεανώ, Θεοδοσία και Δόμνα…»

Μέχρι να ψάλλει το «Δι’ ευχών» ο παπά-Τιμόθεος δεν είχαν ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Είχαν να ειδωθούν καιρό και στο τελευταίο τους σμίξιμο ειπώθηκαν βαριές κουβέντες. Λες και το φευγιό της μάνας τους, άνοιξε διάπλατα τη στρόφιγγα στις ψυχές τους κι όλα τα φαρμάκια που είχαν φυλαγμένα μέσα τους, ξεχύθηκαν με ορμή δυνατού χειμάρρου. Βάδισαν σκυφτές κι απόμακρες ως το μνήμα της, η καθεμιά μ’ ένα μπουκετάκι λουλούδια στο ένα χέρι κι ένα μουσκεμένο μαντήλι στο άλλο. Τρεις σκυφτές μαυροφορεμένες φιγούρες σε διαφορετικά μονοπάτια η καθεμιά, μα με απόλυτο συγχρονισμό στις περπατησιές τους ·λες και κάποιος τους βαστούσε το μέτρο. Η κυρά-Αγγελική τις παρακολουθούσε βουβή μέσα απ’ την ξεθωριασμένη φωτογραφία στο μαρμάρινο σταυρό, καθώς η φλογίτσα απ’ το καντήλι τρεμόπαιξε για λίγο κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα ακούστηκε από ψηλά. Η μικρή καθώς λιβάνιζε σκόνταψε σε μια προεξοχή του διπλανού τάφου και σχεδόν αυτόματα η μεγάλη την αγκάλιασε προστατευτικά, ενώ ταυτόχρονα η μεσαία έσκυψε στα πόδια της να δει πού χτύπησε. Όλες μαζί ένα ανθρώπινο κουβάρι, αγκαλιάστηκαν κάτω απ’ το θεόρατο κυπαρίσσι με τον ασπρισμένο κορμό. Ένα λυγισμένο κλαράκι λευτερώθηκε απ’ το  βάρος του πουλιού που καθόταν στην άκρη του κι ορθώθηκε ξανά στην επουράνια κορυφογραμμή· σαν μια ιερή ευχαριστία για το άχθος που έφυγε και την ελπίδα που ζωγράφιζε το χρυσό φως του ήλιου. 

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
 

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
 

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

 Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”


  «Γυναίκες» - απόσπασμα από την «Καντάτα 1960» του Τάσου Λειβαδίτη
Photos: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Οι χαρταετοί του κόσμου όλου


Η γλώσσα του χαρταετού είναι κοινή για όλο τον κόσμο. Ελπίδες και όνειρα γίνονται πολύχρωμες βαρκούλες και κουρσεύουν τον ουράνιο ωκεανό. Κάθε χαρταετός και μια προσδοκία, κάθε εποχή κι ένας συμβολισμός, κάθε τόπος και μια αρχέγονη ανάγκη για γιορτή και σμιξίματα. Αν όλοι οι χαρταετοί του κόσμου ενωνόντουσαν για μια στιγμή στον ουρανό, θα σχηματιζόταν το πιο μεγάλο σύνθημα στον αέρα, γραμμένο σ’ όλες τις χώρες του κόσμου «ΕΙΡΗΝΗ».
Χαρταετός της ειρήνης από μέλη του Συνδέσμου Μπέρτραντ  Ράσελ, που συμμετείχαν στην πορεία ειρήνης του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Η αστυνομία τους συνέλαβε για κομμουνιστική προπαγάνδα.

Απ’ την ταινία «Συνοικία το όνειρο». Μια παραγκούπολη ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Άνω Πετράλωνα. Το κέντρο του κόσμου για τους κατοίκους της, που με κάθε τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια, χωρίς ωστόσο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Σε μια εποχή όπου η Ακροδεξιά έκανε πάρτι στην Ελλάδα, η ταινία λογοκρίθηκε έχοντας προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων επειδή... «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας»
«Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε;» είχε ρωτήσει τον Αλέκο Αλεξανδράκη αστυνομικός διευθυντής που σταμάτησε την προβολή της ταινίας. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα  

Για τα παιδιά της Γάζας, οι χαρταετοί συμβολίζουν την ανυπακοή, την ελπίδα και τη λαχτάρα για ελευθερία. Φτιάχνουν αετούς με το κόκκινο, το μαύρο, το πράσινο και το άσπρο της Παλαιστινιακής σημαίας.


Στο Αφγανιστάν, το πέταγμα του χαρταετού λέγεται Gudiparan Bazi [που κυριολεκτικά σημαίνει το πέταγμα της κούκλας]. Ήταν μια μορφή αθλητικού αγωνίσματος που άγγιζε τα όρια της τέχνης. Τα σχέδια,  τα μεγέθη των χαρταετών, ο σπάγκος που έπρεπε να μην κόβεται, αποτελούσαν  ζήτημα τιμής και συναγωνισμού στις γειτονιές για την ανάδειξη του καλύτερου “πιλότου”  χαρταετού. Το έθιμο απαγορεύτηκε απ’ την κυβέρνηση, με το πρόσχημα ότι ήταν επικίνδυνο για τη ζωή των παιδιών, αφού σκαρφάλωναν σε ταράτσες για να έχουν ανοιχτούς ουρανούς και ευνοϊκούς ανέμους.


Η λαγάνα που συνηθίζουμε να καταναλώνουμε την Καθαρά Δευτέρα, παραπέμπει
στα «άζυμα» της Παλαιάς Διαθήκης. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πνευματική
κάθαρση με τις λειτουργίες της Σαρακοστής.
Το πέταγμα του αετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Η Καθαρά Δευτέρα ταυτίζεται με τα Κούλουμα που είναι ομαδική έξοδος στην εξοχή με νηστήσιμα και θαλασσινά για διασκέδαση και φαγοπότι. Επειδή τα Κούλουμα γινόντουσαν αρχικά στην Αθήνα και μάλιστα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, γι’ αυτό λέγεται πως ετυμολογικά η λέξη Κούλουμα προέρχεται από τη λατινική λέξη columna, που σημαίνει κολόνα.



«…Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.

Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε…»
Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγου», Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Α΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 1964


[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]