Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Το κορίτσι του νυχάδικου


Η Τζίνα είναι υπάλληλος  πολυσύχναστου νυχάδικου. Είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω από κοντά, αλλά τη βλέπω και κάθε πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά μου. Περιμένοντας στο φανάρι της περιοχής, την χαζεύω από μακριά να ετοιμάζει τα σύνεργά της. Συνήθως εκείνη την ώρα, τακτοποιεί τα μπουκαλάκια με τα βερνίκια, καθαρίζει τους νιπτήρες ή εξυπηρετεί ήδη την πρώτη πελάτισσα της μέρας.

Είναι  μικροκαμωμένη και αέρινη.  Από μακριά,  μοιάζει με αραχνοΰφαντη κουρτίνα,  που κινείται κατά τη φορά του ανέμου. Το δέρμα της είναι σχεδόν διάφανο και τα άκρα της είναι ισχνά, αλλά καλοσχηματισμένα. Το μόνο στοιχείο που δίνει όγκο στη φιγούρα της, είναι  οι πορφυρές  μπούκλες της,  που πέφτουν σαν κατακόκκινος καταρράκτης ως τη μέση της. Έχει μάτια υγρά και φλύαρα, που όταν βρίσκουν άλλα μάτια-αποδέκτες, στήνουν αμέσως κουβέντα μαζί τους. Το στόμα της είναι μια μικρή, άγρια ορχιδέα. Άλλοτε διάπλατα ανοιχτή, αποκαλύπτοντας μια σειρά μαργαριταρένια δόντια. Κι άλλοτε σφραγισμένη, έτσι όπως οι οδηγίες της ιδιοκτήτριας το απαιτούν. 
//Δεν μιλάμε, παρά μόνο για τα εντελώς απαραίτητα. Μόνο αν μας απευθύνουν το λόγο, απαντάμε ευγενικά και λακωνικά//

Το λεξιλόγιό της περιλαμβάνει περιορισμένες φράσεις, όπως «Περάστε στο νιπτήρα παρακαλώ». Και γενικά, ό,τι έχει να κάνει με πόδια, νύχια, φτέρνες, κάλους, χρώματα,  βερνίκια και τεχνοτροπίες. Είναι εκπαιδευμένη στο να ξεπετάει ανά μισάωρο την κάθε πελάτισσα.  Και να δέχεται αδιαμαρτύρητα, όλα τα ραντεβού-σφήνες. Η παραγωγικότητά της μετριέται σε ζευγάρια πόδια και χέρια ανά ημέρα, σε  χρόνους και σε σιωπές. Όσο λιγότερο μιλάει κι όσο περισσότερο αποδίδει, τόσο η θέση της γίνεται λιγότερο  επισφαλής για τη σεζόν που τρέχει.

Η Τζίνα δεν είναι παρά ένα αναλώσιμο ανταλλακτικό στη φάμπρικα της ομορφιάς. Ανά πάσα στιγμή, μπορεί να βρεθεί άνεργη και να αντικατασταθεί απ’ την επόμενη «Τζίνα», που περιμένει στην ουρά των άνεργων κοριτσιών. Ακόμα και στις «δύσκολες μέρες»  που τις βγάζει με αναβράζοντα αναλγητικά,  είναι υποχρεωμένη  να παίξει επάξια την παράστασή της. Να καθίσει  στο σκαμνάκι της και να σκύψει στα πόδια που είναι απλωμένα απέναντί της.  Απεριποίητα και ανυπόμονα να δεχτούν τις φροντίδες της.  Να τα πλύνει, να τα τυλίξει στην πετσέτα, να τα περιποιηθεί και να τα χαλαρώσει με τα χάδια και τις μαλάξεις της. Οι κλεφτές ματιές της κινούνται αγχωμένα, ανάμεσα στην αφεντικίνα, στο ρολόι και στην πελάτισσα.  Που συνήθως ξεφυλλίζει αδιάφορα ένα περιοδικό, ή συζητάει με την κάτοχο των ποδιών του διπλανού νιπτήρα.

Η Τζίνα δεν θα αποκτήσει ποτέ ένα πολυσέλιδο βιογραφικό. Που να γράφει το πραγματικό της όνομα «Ευγενία» κι όχι το επαγγελματικό της ψευδώνυμο. Δεν θα νιώσει την αγωνία των συνομηλίκων της, που τούτη την εποχή δίνουν πανελλήνιες  εξετάσεις. Στην καθημερινότητά της, δεν προσμένει τίποτα περισσότερο,  απ’ την εύνοια της ιδιοκτήτριας κι  ένα ευτελές φιλοδώρημα  στο μεταλλικό κουτάκι που υπάρχει για όλα τα κορίτσια στο ταμείο. Ίσως κι ένα βλέμμα κατανόησης απ’ την πελάτισσα που περιποιείται. Ενδεχομένως, να μην της πουν ποτέ πόσο ανακουφιστικά είναι τα χάδια της. Και πόσο όμορφα είναι τα λουλούδια που ζωγραφίζει μ’ ένα μικροσκοπικό πινέλο πάνω στα νύχια. Καμιά πελάτισσα δεν θα αντιληφθεί το καρδιοχτύπι της, την ώρα που της βγάζει με ευλαβική προσοχή τις πλαστικές σαγιονάρες και της φοράει τα πέδιλα. Με χειρουργικές κινήσεις. Να μην χαλάσει το χρώμα. Και διαμαρτυρηθεί η πελάτισσα. Και τα ξανακάνει όλα απ’ την αρχή. Ασετόν, βερνίκι, χρώμα, λουλουδάκι και περίγραμμα. Κι έχοντας χρεώσει το «ποινικό της μητρώο» με μια δυσαρεστημένη πελάτισσα και αρκετή ώρα χασομέρι.
Και δεν θα διαβάσει  ίσως ποτέ, πως οι άνθρωποι που κατέχουν την τέχνη του αγγίγματος, είναι βαθιά μορφωμένοι. 

Σημείωση:  Η ιστορία της Τζίνας είχε πρωτοδημοσιευτεί τον Ιούνιο του ’13 στο παλιό ιστολόγιο που με φιλοξενούσε. Ανασύρθηκε χάρις στη δυνατή μνήμη και στην παρότρυνση της Αριστέας, στην οποία και την αφιερώνω με όλη μου την ευγνωμοσύνη και αγάπη. Από τότε πέρασαν τρία και κάτι χρόνια, τα νύχια όμως εξακολουθούν να είναι το φλέγον θέμα για κάποιες υπάρξεις και η περιποίησή τους το μέσο επιβίωσης για τις απανταχού Τζίνες.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Οι ήρωες που ξεχάστηκαν κι εμείς που κοιμόμαστε ήσυχοι

// Οι καιροί που οι ήρωες κοιμούνταν ήσυχοι κάτω απ' το χώμα τους πέρασαν. Τώρα οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι. Γιατί τη θυσία τους δεν την πήραν μαζί τους. Την άφησαν κληρονομιά σ' αυτούς που θάρθουν - όχι για να επαναλάβουν τη θυσία - αλλά για να την κάνουν δύναμη που προλαβαίνει τις τέτοιες θυσίες.

Δεν είναι ανάγκη ο τροχός της Ιστορίας να βουλιάζει μες στο αίμα για να πάει η Ιστορία μπροστά - αν ο Παρθενώνας δεν ξεχάστηκε, δεν πρέπει να ξεχαστεί ούτε το Μακρονήσι. Γιατί οι Χτίστες του ακόμη δεν ξανάσαναν. Αγρυπνούμε πάντα πάνω στο γκρεμό τους με τ' αφτί στημένο κατά τη στεργιά, μην τύχει και πάψει ν' ακούεται η φωνή που χιλιάδες χρόνια ακούεται μες στην Ιστορία:
"Φύλακες Γρηγορείτε, για να μην σας πιάσουν στον ύπνο κείνοι που κυνηγούν τον ύπνο σας!"
Περιμένω κι εγώ μέρα τη μέρα να με μπαρκάρουν. Ξέρω πως είμαι "ναύλος". Όμως δεν περίμενα ήρεμα. Είναι ανώφελο να παρασταίνω εδώ τον άτρομο. Φιλολογία με τον κίνδυνο δεν γίνεται. Το ά γ ν ω σ τ ο έρχεται καταπάνω μου αφηνιασμένο, χωρίς όνομα, χωρίς διαστάσεις. Μακρονήσι δε θα πει τίποτα. Τα νησιά μονάχα τους δεν μισούν, δεν σκοτώνουν. Δεν έχουν κακία. Όλη την κακία την μάζεψαν - αλλίμονο -εκείνοι που απ' τ’ όνομα τους βγήκε η λέξη "α ν θ ρ ω π ι σ μ ό ς".


Ένα βράδυ δεν κοιμήθηκα. Τελείωσα όλα μου τα τσιγάρα και τώρα κάθομαι με τα μάτια ανοιχτά κι αγρυπνώ. Μήπως - αλήθεια φοβάμαι; Σε ποιον να το πω; Όμως ναι, φοβάμαι. Μα μπροστά σε τί; Μπροστά στο θάνατο ή μπροστα στις αμφιβολίες της αθανασίας; Σκέφτηκα ακόμη μια φορά. Σκέφτηκα πολλές ακόμη φορές. Σκέφτηκα σκληρά, βασανιστικά. Κι αποφάσισα. Ναι. Κι εγώ αυτήν αγαπούσα. Αυτήν, την απλή, την αστόλιστη ζωούλα...Που πάει με τα πόδια στο μπακάλη για ν' αγοράσει ψωμί κι ελιές. Αυτήν...Κι όχι την άλλη, κείνην που φιγουράρει στα βιβλιοπωλεία. Τον ήλιο αγαπούσα κι εγώ. Τον ήλιο που ζέσταινε τη ράχη μου. Όχι τα φωτοστέφανα!
....Πού το ξέρω γω πού θα βρίσκομαι αύριο;
Τελευταία οι αποφάσεις παίρνονται απότομα. Καταργήθηκε η γραφειοκρατία. Οι υπουργοί κυβερνούν χειρονακτικά. Με χειρονομίες και σήματα.

"Αποστείλατε  είκοσιν  εκ των  εις χείρας σας κρατουμένων δια να κατηγορηθώσιν ως προδόται και να εκτελεσθώσιν"

Η συντομία μήτηρ πάσης Τυραννίας. Αλλά...Ας σταματήσουμε. Γιατί έφτασε η ώρα να μπούμε στο δεύτερο κύκλο. Να κάνουμε την άγραφη τραγωδία μας γραφτή. Και πρέπει να το κάνουμε τώρα. Όσο ζουν ακόμη τα μάτια κείνα που δεν τα θόλωσε το αίμα ή τα δάκρυα. Υπάρχουν νεκροί όρθιοι που δεν μπορούν να κοιμηθούν αν δε μιλήσουν. Εύκολα που γίνονται όλα στις παλιές τραγωδίες! Έμπαιναν στα βιβλία ή κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Δεν έμπαιναν  στα παπούτσια. Η φαντασία έχει την τάση να πετά, πότε να περπατά με τα πόδια, πολύ περισσότερο να μπαίνει μέσα σε κάτι σόλες που από ώρα σε ώρα κινδύνευαν να βρεθούν στον αέρα. Γι' αυτό, ό,τι κι αν είναι τούτο το βιβλίο - τραγωδία, ελεγεία, κομμός - πρέπει να αποσπασθεί αμέσως από τα χέρια του συγγραφέα του και να παραδοθεί στα χέρια του αναγνώστη.

Το χαρτί λυώνει...Και τα γράμματα γρήγορα σβήνουν, και χάνονται. Λοιπόν ...ας αρχίσουμε. Η μέρα είναι ζεστή. Τα κατοπινά - το πού θα τα εμπιστευθούμε αυτά τα χαρτιά, το πώς θα τα σώσουμε - αυτά είναι δεύτερη έγνοια...//
Ηρώ Κωνσταντοπούλου
Στέλιος Καρδάρας

Ηλέκτρα Αποστόλου

Ιουλία Μπίμπα

Λέλα Καραγιάννη

Ναπολέων Σουκατζίδης

Κατίνα Σηφακάκη
[Το κείμενο είναι απόσπασμα απ’ το βιβλίο του  Μενέλαου Λουντέμη, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα / Σαρκοφάγοι ΙΙ]

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

μπλακ φόρεστ [family black stories]

Για πάρτι έκπληξη το ξεκινήσαμε. Εγώ δηλαδή πρότεινα να παραγγείλουμε σουβλάκια και μπύρες και να της βγάλουμε και μια τούρτα να τελειώνουμε.  Το άκουσε ο Ερντογάν κι έγινε θηρίο:
-         Αυτό δεν είναι πάρτι γενεθλίων, αλλά ο  τελικός  Μάντσεστερ-Ρεάλ!
-         Ποιος είναι πάλι ο Ερντογάν;
-         Η μάνα της. Έτσι και θυμώσει, φτυστή ο Ταγίμπ κυρ-αστυνόμε μου.
-         Να λείπουν οι χαρακτηρισμοί. Τι έγινε μετά;
-         Ως συνήθως, υποχώρησα. Η μάνα της ανέλαβε τα μεζεδάκια. Η κολλητή της να την καθυστερήσει στη δουλειά. Κάτι φίλοι τα ποτά  και σε μένα έγινε η ανάθεση της τούρτας.

-         Σαράντα δύο  κεράκια να πάρω; τους ρώτησα.
-         Όχι βρε ζώον, μανουάλι θα την κάνουμε τη τούρτα;  Ένα ερωτηματικό θα πάρεις.  Κι η τούρτα να είναι μπλακ φόρεστ  που της αρέσει.
-         Τη σιχαίνεται τη μπλακ φόρεστ, αλλά δεν το έκανα θέμα.  Το μοιραίο βράδυ παρέλαβα απ’ το ζαχαροπλαστείο «Τα νούφαρα»  τη μπλακ φόρεστ  που είχα παραγγείλει, καθώς κι ένα κεράκι σε σχήμα ερωτηματικού.  Ύστερα πήγα στο σημείο συγκέντρωσης  που είχαμε δώσει ραντεβού, για να της κάνουμε έκπληξη.
-         Πού ήταν αυτό;
-         Στο υπόγειο της πολυκατοικίας, εκεί που είναι ο καυστήρας. Είχαν συγκεντρωθεί  όλοι όταν έφτασα με την τούρτα και μια ανθοδέσμη με  λευκά χρυσάνθεμα.
-         Μαργαρίτες ήταν.
-         Τέλος πάντων, μαργαρίτες - χρυσάνθεμα, εκεί θα κολλήσουμε;
-         Μισή τιμή έχουν αυτή την εποχή οι μαργαρίτες. Μη μας το παίζεις και χουβαρντάς από πάνω! Που έρεψε το πουλάκι μου στα χέρια σου. Μια ζωή στερήσεις και βάσανα…
-         Σας παρακαλώ μαντάμ, δεν μας ενδιαφέρουν αυτά. Προχωρήστε κι εσείς να τελειώνουμε.
-         Που λέτε, όταν μας ειδοποίησε η κολλητή της ότι ήταν ήδη σπίτι, ανεβήκαμε στα σκοτεινά απ’ το κλιμακοστάσιο, για να μην ακούσει το ασανσέρ και μας καταλάβει.
-         Χτυπήσατε το κουδούνι;
-         Αυτό ήταν το λάθος μου! Κάτι θα είχα γλυτώσει αν χτύπαγα πριν... οι άλλοι όμως επέμεναν να κάνουμε ντου να την αιφνιδιάσουμε.
-         Και τι έγινε τελικά;
-         Μας αιφνιδίασε αυτή. Περίμενε στημένη πίσω ακριβώς απ’ την πόρτα. Όρθια, με τα χέρια της σταυρωμένα και μια βαλίτσα στα πόδια της. Κοκαλώσαμε όλοι. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι και μόνο κάτι τεθλασμένες δέσμες φωτός  απ’ τις τραβηγμένες βουάλ κουρτίνες, έπεφταν πίσω της και  διέγραφαν ένα ασημί περίγραμμα στη σιλουέτα της. Τα μάτια της λαμπύριζαν και το βλέμμα της ήταν αλλόκοτο, σχεδόν απόκοσμο.

-         Ρε παιδιά δεν είμαι ο Ηρακλής Πουαρό να μπαίνετε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Ελάτε να τελειώνουμε γιατί με περιμένουν στοίβες με υποθέσεις έξω.
-         Καλά σου λέει βρε ζώον, παραλίγο να βάλεις και το Λοχαγό Χάστιγκς στην κατάθεση!
-         Συγνώμη αστυνόμε, παρασύρθηκα... αρπάζει λοιπόν τη βαλίτσα η Μαιρούλα και μου ρίχνει ένα θανατηφόρο βλέμμα λες και της είχα σκοτώσει τη μάνα.
-         Αυτή που σας λέει διαρκώς «ρε ζώον»;
-         Αυτήν. «Τι είν’ αυτό; »μου λέει. Τούρτα για τα γενέθλιά σου ρε Μαιρούλα, της λέω παγωμένος απ’ το φόβο. Να κοίτα, είμαστε όλοι εδώ για να σου κάνουμε έκπληξη. Πάμε παιδιά: «ΝΑ ΖΗ-ΣΕΙΣ  ΜΑΙ-ΡΟΥ-ΛΑ ...». Αντί για το κεράκι, η Μαιρούλα φύσηξε με τα δάχτυλά της ένα μεγαλοπρεπές  σφύριγμα που θα το ζήλευε λαχαναγορίτης.
-         Και μετά;
-         Μου’φερε τη μπλακ φόρεστ καπέλο κι έφυγε αγκαζέ με τον Βλάσση που βγήκε απ’ τα ενδότερα.
-         Ο Βλάσσης;
-         Ο διαχειριστής.
-         Αυτός που έστειλες στο νοσοκομείο ήταν διαχειριστής;
-         Ναι. Πήρε τη Μαιρούλα και  μου άφησε τα κοινόχρηστα.
-         Και γιατί του επιτέθηκες;
-         Εσείς τι θα κάνατε δηλαδή αν σας βούταγε ένας μαντράχαλος τη γυναίκα;
-         Θα τους έδινα την ευχή μου, αλλά πού τέτοια τύχη; 
-         Παθών κι εσείς κυρ-αστυνόμε μου;
-         Στο θέμα μας κύριε. Θα υπογράψετε την ομολογία σας για πρόκληση σωματικών βλαβών;
-         Θα υπογράψω και το κρίμα στο λαιμό της. Εγώ μέσα σ’ αυτή την τούρτα είχα κρύψει όλη μου την αγάπη κι ένα πανάκριβο δώρο που το πήρα με αιματηρές οικονομίες.
-         Τι λες βρε ζώον; Πού ήταν αυτό το δώρο δηλαδή;
-         Ένα απ’ τα βυσσινάκια που στόλιζαν την τούρτα, ήταν το δώρο για τα γενέθλιά της. Ένα δαχτυλίδι με ρουμπίνι. Η Μαιρούλα λάτρευε τα ρουμπίνια κυρ-αστυνόμε μου.
-         Καλά βρε ζώον, χάθηκε να της το προσφέρεις σ’ ένα κουτάκι να γλυτώναμε όλο αυτό το ρεζιλίκι;
-         Ε, είπα να σας κάνω κι εγώ μιαν έκπληξη.
-         Κατά βάθος δεν είν’ κακός κυρ-αστυνόμε μου. Εγώ πάντα το’λεγα. Έχω γαμπρό μάλαμα. Δε γίνεται τώρα να βρούμε μια συμβιβαστική λύση να τελειώνουμε;
-         Εσείς τι λέτε κύριε;
-         Κλείστε με μέσα κυρ-αστυνόμε μου, γιατί θα της στείλω μια μπλακ φόρεστ πακέτο κι αυτή τη φορά δεν θα’χει μέσα ρουμπίνι, αλλά στρυχνίνη!


Για την ιστορία: Ο Βλάσσης ανάρρωσε γρήγορα, αλλά παραιτήθηκε από διαχειριστής και υποψήφιος γαμπρός της Μαιρούλας. Η Μαιρούλα γιόρτασε τα επόμενα γενέθλιά της παρέα μόνο με τον Ερντογάν. Το ρουμπίνι κατέληξε στον κάδο απορριμμάτων μαζί με τα υπολείμματα της μπλακ φόρεστ. Εκεί το βρήκε ένας πιτσιρικάς - συλλέκτης σκουπιδιών λίγο πριν το απορριμματοφόρο του δήμου, αρπάξει στις δαγκάνες του τον κάδο. Ο απατημένος σύζυγος έγινε επιστήθιος φίλος του αστυνόμου που είχε βάρδια εκείνο το βράδυ στο τμήμα και του πήρε κατάθεση. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα και για να τιμήσουν την επέτειο γνωριμίας τους, καθιέρωσαν έξοδο σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο για να φάνε μπλακ φόρεστ.


Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Βαγγέλη… “Nτεκολορασιόν”

Είμαι η Βούλα, γυναίκα αλφάδι με διαμάντι καρδιά
ξέρω ν’ ακούω, να ισιώνω, να κατσαρώνω
να συμβουλεύω, να υπομένω, να βάφω, να λούζω
να κάνω μασάζ,
να καλύπτω λευκές, να ξανοίγω τις σκούρες
να γελάω με αφέλεια και να κρύβω σκοτούρες
να προτείνω αφέλειες και τουφίτσες με φλας
ξέρω από χρώματα, από σώματα, κι από καμώματα
ξέρω ν’ αγγίζω, να σιωπώ και να χτενίζω.

Ξέρω χρωματομετρία, τι θα πει ορθοστασία και ολίγα γαλλικά
ντεκαπάζ, ρεφλέ, εξτένσιον και φλεβίτιδα ρανσάζ
ξέρω κότσους νυφικούς, να φιλάρω, να κρεπάρω
και να γίνομαι κουρέλι
ξέρω και την κερατίνη, τη μπραζίλ και του Βαγγέλη
που φορμάρει μια μικρούλα οξυντάν και επιπόλαιη
κι όση ώρα εγώ χτενίζω
οι δυο τους το τυλίγουνε κανονικά το ρόλεϊ.

Μου το είπε τις προάλλες μια κυρία μιζανπλί
πως τους  είδε να’ χουν στήσει στα σκοτάδια λακριντί
Ο μνηστήρας σου -μου λέει- στα φοράει
μ’ ένα τσόλι κάθε απόγευμα γυρνάει
που στα μάτια θα’ πρεπε να σε κοιτάει
και να λέει στο Θεό «δόξα κι αμήν!»
Και αντί για ευχαριστώ ο αχρείος
της το παίζει μπαλεγιάζ και σεξ-μασίν.

Τ’ ορκίζομαι στη λισουάρ, να μη με λένε Βούλα,
να μη χαρώ το ακαζού αν δεν τον ξεμπροστιάσω
το βράδυ στη μπανιέρα του θα τον αιφνιδιάσω
με σεσουάρ μονόκανο και την παρλούξ φυσούνα
όπως θα είναι στους αφρούς, στη μπρίζα θα τ’ ανάψω
θα του εξηγώ την τεχνική καθώς θα πέφτει στο νερό
«Βαγγέλη… ντεκολορασιόν, έτσι το λέμε στο σαλόν»...
 [photo: https://www.flickr.com]

Η Βούλα με το σεσουάρ και τη λισουάρ της, πήρε μέρος στο 13ο συμπόσιο ποίησης, που οργάνωσε και φιλοξένησε η Αριστέα μας.

Αρχικά είχε κάτι αντιρρήσεις του τύπου: 
«Τι δουλειά έχω εγώ σε συμπόσια ρε παιδάκι μου; Πες στην Αριστέα να κοπιάσει να της κάνω μια κερατίνη, μια ισιωτική, ένα ρεφλέ έστω, αλλά από ποίηση δε σκαμπάζω η γυναίκα». Της εξήγησα ότι η κομμώτρια που θα ισιώσει τους βοστρύχους της Αριστέας, δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Έδειξε κατανόηση. Πήρε το σεσουάρ της και ήρθε στην παρέα μας. Και σας ευχαριστεί απ’ την καρδιά της γι αυτή τη συναρπαστική εμπειρία που μοιράστηκε μαζί μας.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ciao Dario...


"Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «Aχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; Θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»

Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες.Τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη.

Έτσι, εμείς που βγάζουμε πάντα το φίδι απ’ την τρύπα για τους άλλους, θα μπορούμε επιτέλους να σκεφτούμε και τον εαυτό μας. Να κτίζουμε σπίτια που να ανήκουν σε μας…
Να ζούμε μια ζωή που θά ‘ναι ολότελα δική μας.
Να ζούμε σαν ολοκληρωμένοι άνθρωποι τέλος πάντων.
Να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου η επιθυμία σου να γελάσεις, ξεσπάει από μέσα σου σα γιορτή, η επιθυμία να παίξεις και να γιορτάσεις…
Kι επιτέλους να κάνεις μια δουλειά που να σ’ ευχαριστεί… σαν κανονικοί άνθρωποι κι όχι σαν ζώα που ζουν και υπάρχουν χωρίς χαρά και φαντασία.

Ένας κόσμος όπου μπορεί κανείς να δει ξανά ότι υπάρχει ακόμη ένας ουρανός… τα λουλούδια που ανθίζουν… ότι ακόμα υπάρχει άνοιξη… και τα κορίτσια που γελούν και τραγουδούν.
Και όταν μια μέρα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις σαν γέρος, πεταμένος σαν στημένη λεμονόκουπα, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε ελεύθερος κι ευχαριστημένος μαζί με τους άλλους ανθρώπους…”




//Ο βραβευμένος με Νομπέλ Λογοτεχνίας (1997) Ιταλός δημιουργός Ντάριο Φο 
άφησε την τελευταία του πνοή σήμερα 13 Οκτωβρίου//


Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

«Το ζακετάκι»

-      Μάνα… πατέρα, σ’ ένα μήνα παντρεύομαι.
-      Τσιμουδιά εσύ, άστο πάνω μου.
-      Μα γιατί τον καπελώνεις διαρκώς; Πατέρας μου είναι, ας πει κι αυτός τη γνώμη του.
-      Μπα; Θες να πεις τη γνώμη σου Λεωνίδα;
-      Εγώ… εγώ παιδί μου...ό,τι πει η μάνα σου.
-      Μερσί Λεό… και δε μου λες εσύ μικρέ...
-      Μισό να φέρω τη λάμπα...η κάμερα πάνω μου, κλείσε ρε πατέρα τον πολυέλαιο...έτσι μπράβο...λοιπόν;
-      Το ζουλάπι η Αλβανίδα είναι; Τα’λεγα εγώ! Βρε ζούδι αυτή ΄ναι του σκοινιού και του παλουκιού… μ’ αυτήν θ’ ανοίξεις σπίτι;
-      Δεν κατάλαβες. Η Νατάσσα ήταν για ξεκάρφωμα. Έχω σοβαρή σχέση μ’ ένα εξαιρετικό παιδί απ’ την Ξάνθη. Είναι μαθηματικός και τον λένε Ιάκωβο… όταν είμαστε μόνοι, τον φωνάζω «Ζακετάκι μου».
****
-      Εντάξει...κι η υπομονή έχει τα όρια της! Λεό τα υπογλώσσια...σβήνω!
-      Περίμενε ρε μάνα…το καλύτερο δεν σας το’πα ακόμα! 
-      Μαριάννα άσε κάτω το τασάκι!
-      Θ’ αποκτήσετε εγγόνι!
-      Tιιι; Είναι έγκυος το Ζακετάκι;
-      Όχι ρε πατέρα, υιοθετήσαμε ένα ορφανό απ’ την Αιθιοπία. Τελειώσαμε τα διαδικαστικά και σύντομα το υποδεχόμαστε σπίτι μας.
-      Τι χρώμα είναι δηλαδή;
-      ΛΕΩΝΙΔΑ
-      Όχι λέω…αν είναι μαυράκι, πώς θα το καταλαβαίνουμε όταν μιλήσει;
-      Λεωνίδα το βλέπεις το βάζο; Μπαίνει σε τροχιά εκτόξευσης.
-      Δεν πιστεύω να παίζει προκατάληψη με το χρώμα του εγγονού σας ε;
-      Δηλαδή είμαι παππούς;… δηλαδή πώς εσύ;… θέλω να πω, τι θα πει ο κόσμος ρε πουλάκι μου; Τη μάνα σου τη σκέφτηκες;
-      Aμ πώς βγήκε το «Ζακετάκι» νομίζεις; Τόσα χρόνια ένα ζακετάκι με κυνήγαγε. Στο σχολείο, στο παιχνίδι, στον ύπνο και στο ξύπνιο μου… μ’ ένα ζακετάκι μεγάλωσα κι έγινα άντρας.
-      Πες ότι φταίω κι από πάνω… ζακετάκι φώναζα να φορέσεις, όχι δωδεκάποντα!
-      Αντρίκια κουβέντα σας κάνω ρε μάνα. Ή με δέχεστε όπως είμαι, ή φεύγω και δεν με ξαναβλέπετε ποτέ.
-      Στα τσακίδια!
-      Κάτσε ρε πουλάκι μου… πώς φεύγεις; Εδώ είναι το σπίτι σου, ας γνωρίσουμε κι αυτό το καλό παιδί που λες… πω-πω τι κεραμίδα μας βρήκε απόψε!
-      Κουράστηκα με τις αντιφάσεις σας. Ζέστη ο ένας, κρύο η άλλη.
-      Θρασίμι! Ου να μου χαθείς που περίμενες να γίνω η καλή πεθερούλα του φίλου σου!
-      Ενώ αν ήταν η Αλβανίδα θα ενθουσιαζόσουν ε;
-      Τουλάχιστον θα ήταν νορμάλ. Τι θα πω στο σόι, το σκέφτηκες;
-      Θύμισέ τους τα παιδικά ζακετάκια που πήραν στο λαιμό τους παλιά. Την ψυχοκόρη του θείου Αγησίλαου και κείνο το δύσμοιρο παπαδάκι που γνώρισε τα… «πατρικά χάδια» στο σύθαμπο της εκκλησιάς που λειτουργούσε ο θείος Τιμόθεος. Ο στυλοβάτης της ηθικής και της ιεροσύνης!
-      Σκάσε επιτέλους! Μακάρι να μην σ’ είχα γεννήσει ΚΑΙ σένα ποτέ!
-      ΜΑΡΙΑΝΝΑ!...Τουλάχιστον αυτός δίνει ζωή σ’ ένα ορφανό… εμείς τι κάναμε;… θυμάσαι;
-      Σβήνω.
****
-      Πατέρα!...εσύ εδώ; Πέρνα μέσα.
-      Άλλη φορά αγόρι μου. Βγαίνει σήμερα και τρέχω για τα χαρτιά…
-      Πώς είναι;
-      Ευτυχώς ήταν ελαφρύ μας είπαν… τώρα συνήλθε, κάνει και πλεχτοθεραπεία για να εξασκεί το μυαλό της με το μέτρημα στους πόντους.
-      Πλεχτοθεραπεία;
-      Ναι και σας στέλνει αυτό το δέμα, για τον εγγονό της λέει.

Ένα γαλάζιο ζακετάκι κι ένα σημείωμα:
«Να του το φοράτε να μην κρυώνει.
Η γιαγιά Μαριάννα»
Το ζακετάκι αυτό είχε την τιμή να συμμετέχει στον 9ο κύκλο του 
«Παίζοντας με τις λέξεις», στο μπλογκ της Μαρίας-mytripsblog. Eυχαριστώ πολύ την οικοδέσποινα και όλους τους φίλους που συνταξίδεψαν, διάβασαν και αξιολόγησαν τις 18 υπέροχες συμμετοχές κι αυτού του κύκλου.
Η ιστορία πλέχτηκε ειδικά για το παιχνίδι και δεν είναι παρά μια μικρή υπενθύμιση πως ο ρατσισμός και η απόρριψη, είναι πρωτίστως οικογενειακή μας υπόθεση. Όπως κι ο φόβος και η προκατάληψη προς κάθε τι διαφορετικό που ξεφεύγει απ’ τα πλαίσια της «κανονικότητας» που εμείς έχουμε ορίσει.