Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Καλό μήνα να έχουνε!



Και για όσους γκρινιάζουν (ακόμα) πως ο Οκτώβρης είναι ένας κουραστικός μήνας με πολλές δουλειές και υποχρεώσεις, ας σκεφτούν πως κάποιοι συνάνθρωποι που ξεριζώθηκαν βίαια απ’ τις πατρίδες τους, δεν έχουν ντουλάπες για να οργανώσουν, ούτε χαλιά για να στρώσουν, ούτε παραπανίσια ρούχα και παπούτσια για να ξεσκαρτάρουν.

Δεν έχουν την πολυτέλεια να αγχωθούν για τις δραστηριότητες των παιδιών τους και δεν “βασανίζονται” από ευλογημένα διλήμματα, όπως: κολύμπι ή ξένη γλώσσα; Πιάνο ή ενόργανη; Ποδόσφαιρο ή καράτε;

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, δεν έχουν τη στοιχειώδη πρόσβαση για να πάνε τα παιδιά τους στα σχολεία, οπότε δεν θα ταλαιπωρηθούν στις ουρές των βιβλιοπωλείων με λίστες ανά χείρας, για σχολικά είδη. Όσοι κατάφεραν, τα τελευταία χρόνια, να στήσουν μια «υπερπολυτελή» καθημερινότητα σε ερημωμένα κτίρια του κέντρου, γλυτώνοντας έτσι τη φρίκη των στρατοπέδων, εκδιώχθηκαν, πρόσφατα, απ’ τα παραπήγματά τους, χεραγκαλιά με τα μωρά και τους μπόγους τους. «Ανάσανε επιτέλους το κέντρο!» αναπαρήγαγε το θηρίο της ενημέρωσης και όλοι κοιμόμαστε, πλέον, με τις πόρτες ξεκλείδωτες και τις τηλεοράσεις μας ορθάνοιχτες.  

Για κάποιους ανθρώπους δεν θ’ αλλάξει η ώρα αυτό το μήνα. Δεν έχουν ρολόγια για να γυρίσουν πίσω τους δείκτες τους, γιατί ο δικός τους χρόνος έχει διαφορετική φορά και σημασία. Το δικό τους ρολόι είναι σταματημένο στο παρελθόν, στα σπίτια και τις αυλές τους, στις μικροχαρές και τις σκοτούρες της καθημερινότητάς τους, στις παλιές τους -εν καιρώ ειρήνης- έγνοιες. Τότε που κι αυτοί τρέχανε τέτοια εποχή, για να ετοιμάσουν το κολατσιό των παιδιών για το σχολείο και να φρεσκάρουν τους τοίχους των σπιτιών τους. Πριν βομβαρδιστούν τα όνειρά τους, πριν ερειπωθούν οι ζωές τους, πριν χάσουν παιδιά, γονείς κι αδέρφια στις θαλάσσιες διαδρομές προς τον ευρωπαϊκό «παράδεισο».

Καλό μήνα να έχουμε, με τις αισθήσεις μας ενεργοποιημένες και τα μάτια μας να δακρύζουν από συμπόνια. Όχι πως θ’ απαλύνουμε το μαρτύριό τους, ούτε θα φέρουμε πίσω όσους χάθηκαν σε τούτο τον ακήρυχτο πόλεμο. Η μόνη μας ελπίδα είναι ν’ αντιληφθούμε επιτέλους, πως όσο ταΐζουμε μέσα μας το φόβο και τη μισαλλοδοξία, τόσο συναινούμε στη χειραγώγησή μας.

Διάβασα πρόσφατα δύο διαφορετικά άρθρα στις εφημερίδες. Το πρώτο αφορούσε το κλείσιμο των γραφείων της Χρυσής Αυγής στη Μεσογείων και το δεύτερο τη βίαιη απομάκρυνση προσφύγων απ’ τα Εξάρχεια.

-      «Κρίμα που φύγανε, νιώθαμε ασφάλεια κοντά τους…»
-      «Ευτυχώς τους μαζέψανε!»

Ήταν δύο απ’ τις αντιδράσεις των γειτόνων. Στη Μεσογείων η πρώτη και στα Εξάρχεια η δεύτερη.

Θα καταφέρουμε άραγε, κάποτε, να φέρουμε το πάνω κάτω;

Ή έχουμε πάθει το σύνδρομο του γαλατικού χωριού και φοβόμαστε μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας;



Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Τα κάψαμε όλα κυρ-Στέφανε!


«Κάπου–κάπου πρέπει να κάνουμε κάτι, για να ξεκουραζόμαστε από το να μην κάνουμε τίποτα».

Jean Cocteau


Η Γκρέτα της καρδιάς μας, ο λόγος που συνεχίζουμε να ελπίζουμε πως το παιχνίδι δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά, πως τα παιδιά μας έχουν ένα ολοζώντανο σύμβολο που σηκώνει στους, ασχημάτιστους ακόμα ώμους τoυ, το βάρος και τις αμαρτίες όλου του πλανήτη. Η Γκρέτα, ως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, αμφισβητήθηκε και χλευάστηκε από τεχνοκράτες, γραφιάδες και “οικονομολόγους” (απ’ αυτούς τους σπουδαγμένους, που δεν γνωρίζουν το στοιχειώδες: πώς να κάνουμε σωστή διαχείριση και οικονομία στους φυσικούς πόρους). Η Γκρέτα επίσης, είχε την “τιμή” να λοιδορηθεί πρόσφατα, στη Σύνοδο για το κλίμα (Ν. Υόρκη) απ’ τον πρόεδρο των ΗΠΑ, που ακούει στο όνομα Ντόναλντ.
«Όλα είναι λάθος. Δεν έπρεπε να είμαι εδώ, έπρεπε να βρίσκομαι στο σχολείο μου, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Πώς τολμάτε; Μου κλέψατε τα όνειρά μου και την παιδική ηλικία μου με τα κενά λόγια σας. Ο κόσμος υποφέρει, πεθαίνει. Ολόκληρα οικοσυστήματα καταρρέουν, βρισκόμαστε στις αρχές ενός μαζικού αφανισμού κι εσείς για το μόνο που μιλάτε είναι για τα χρήματα, για παραμύθια μας αέναης οικονομικής ανάπτυξης; Πώς τολμάτε;» τους κατακεραύνωσε η Γκρέτα με τον καταγγελτικό της λόγο και το γεμάτο θυμό βλέμμα της.

Την ώρα που το έφηβο κορίτσι με την γενναία καρδιά, χειροκροτείται απ’ τους συμμετέχοντες στη Σύνοδο, αλλά και από εκατομμύρια υποστηρικτών της στον αγώνα για την κλιματική κρίση, έσκασε μύτη η εγχώρια ξινίλα. Ότι δηλαδή, μετά από ένα καταστροφικό καλοκαίρι που αφανίστηκαν χιλιάδες στρέμματα δασικής έκτασης, η κυρία Νίκη μας (μη με ρωτήσετε πού ακριβώς ανήκει πολιτικά, όπου φυσάει ο άνεμος της πυρκαγιάς),  βρήκε στόχο για να ρίξει τη ρατσιστική χολή της, στο πρόσωπο της Γκρέτας.  

Ερώτηση κρίσεως: η φραστική επίθεση σ’ ένα ανήλικο κορίτσι που εμπεριέχει και σχόλια για θέματα ψυχικής υγείας, δεν θεωρείται μπούλινγκ;

Αντί περαιτέρω σχολίων, η απάντηση απ’ τον δικό μας ποιητή:
«Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας»
[Νίκος Καρούζος:  “Αλλόφρονας Ιούλιος”]

Υ.Γ. Για το φρεσκάρισμα της μνήμης μας, ένα παλιότερο σουξεδάκι της κυρίας Νίκης μας, ήταν:
«Aν είναι να καεί η Ελλάδα, να καεί για το καλό της Ευρώπης»
[2011 στο ευρωκοινοβούλιο, ως βουλεύτρια του ΛΑΟΣ]

Η απάντηση της Γκρέτας στο κρεσέντο των εμετικών επιθέσεων που δέχεται, είναι αποστομωτική:
 «Όταν οι εχθροί σου στοχεύουν στην εμφάνιση και τις ιδιαιτερότητές σου, σημαίνει ότι δεν τους έχει μείνει κανένα άλλο όπλο. Και τότε ξέρεις ότι κερδίζεις! Έχω σύνδρομο Άσπεργκερ και αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές είμαι κάπως διαφορετική από τη νόρμα. Και, κάτω από τις σωστές συνθήκες, η διαφορετικότητα είναι υπερδύναμη».


Πληροφορίες για την Γκρέτα και την οικογένειά της, εδώ.

Τα κάψαμε όλα κυρ-Στέφανε! Τον πολιτισμό μας, το φιλότιμο και την ειλικρίνειά μας. Επιχειρηματικότητα να έχουμε, και το περιβάλλον… ποιος το χ@ζει;

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν στο σπίτι μας…



Απ’ τον κυκλαδίτικο νησί και τους αέρηδες που λυσσομανούσαν ασταμάτητα, επιστροφή στα πάτρια. Απ’ τους ατέλειωτους χωματόδρομους και τα στενά περάσματα, (εξ)αναγκαστική προσγείωση στις λεωφόρους της πόλης. Απ’ τα κάτασπρα εκκλησάκια και τις αμμουδερές παραλίες με τ’ ασβεστωμένα αλμυρίκια και τα λευκά κρινάκια, πίσω στα φανάρια  και την κίνηση των δρόμων. Απόμεινε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, τηλέφωνα φίλων που προστέθηκαν στις επαφές, κάτι βαζάκια με γλυκά και θερμιώτικο μέλι που μοσχομυρίζει θυμάρι και καθαρό αεράκι, πέτρες και θαλασσόξυλα απ’ τις δαντελένιες παραλίες, ό,τι μπόρεσε να χωρέσει τέλος πάντων στις αποσκευές μας, για να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη και τη γεύση. Τα πολύτιμα “σουβενίρ” για να κρατηθούμε ψύχραιμοι και ζεστοί στις ψύχρες που έρχονται.

Αν και είναι μικρό το νησί, όλα προσφέρονται σε χορταστικές ποσότητες. Οι δυνατοί αέρηδες, οι αναβαθμίδες με ξερολιθιές, τα πάλευκα ξωκλήσια, τα στεγάδια και οι ανεμόμυλοι, οι γλάστρες με τους βασιλικούς και τις μπουκαμβίλιες, οι φιλόξενες παραλίες, τ’ ασπρισμένα σοκάκια, τα ζωγραφισμένα πλατύσκαλα κι οι ξύλινες ταμπελίτσες με ποιήματα και μαντινάδες. Οι οδοδείκτες του νησιού, είναι καλλιγραφημένες ξύλινες επιγραφές και αμέτρητα εκκλησάκια που φυτρώνουν ακόμα και σε απόκρημνα βράχια, γυαλιστερά σαν λεπίδες, στις ακροθαλασσιές.


Η Παναγιά η Κανάλα και το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Καλλιόπης λίγο πιο κάτω, είναι τα ορόσημα του νησιού. 

Γραφικά καλντερίμια με στρατιές από ανθισμένες γλάστρες στους κήπους και παραδοσιακά μαγαζάκια, σφηνωμένα αρμονικά, σαν πολύχρωμες πινελιές, στον ασπρογάλαζο καμβά της ενδοχώρας.


Συναντήσεις απρόσμενες. Κουβέντες με ανθρώπους που έχουν κατακτήσει ήδη το ζητούμενο҆ να μιλάνε ήρεμα κι απλά. Στην ανασφάλεια και τη μοναξιά ενός μικρού νησιού, δίχως ανέσεις και λούσα, που αντέχουν να ξεχειμωνιάζουν δίχως αυτά που για τους ανθρώπους της πόλης, θεωρούνται αυτονόητα. Ένα νοσοκομείο. Έναν έμπειρο γιατρό για τα σοβαρά περιστατικά. Αν προλάβει το ελικόπτερο, κι αν ο καιρός το επιτρέψει, κι αν αντέξει ο ασθενής, κι αν…

Κυρία Γιαννούλα, κυρία Ντίνα, Θάνο και Ρένα, και όλοι όσοι μοιραστήκαμε μοναδικές στιγμές. Σαν τα ιαματικά νερά που αναβλύζουν ασταμάτητα στην πιο ωραία περιοχή του νησιού, στα Λουτρά. Σας ευχαριστώ για όλα όσα μας φιλέψατε. Εύχομαι γρήγορα να γίνει εκείνο το αρχαιολογικό μουσείο (τόσα πολύτιμα ευρήματα, βρίσκονται επί σειρά ετών, εκτεθειμένα). Να γίνει κι ένα ιατρείο της προκοπής, να έχουν πρόσβαση οι άνθρωποι στις μονάδες υγείας, αντί να καρδιοχτυπούν αν θα τους προλάβει το ελικόπτερο. Να αξιοποιηθεί κι αυτό το ιστορικό σπήλαιο στην Δρυοπίδα, που είναι ανοιχτό στους επισκέπτες με δωρεάν είσοδο, χάρη στις προσωπικές φροντίδες των  εθελοντών. Να προκύψουν οι λόγοι και οι ευκαιρίες, για να μένουν τα νέα παιδιά στο νησί. «Για να μην ξενιτευόμαστε», όπως με παράπονο μάς εμπιστεύτηκε η ευγενική κοπέλα, στο λαογραφικό μουσείο της Χώρας∙ παρεμπιπτόντως, κι αυτό λειτουργεί με εθελοντική δουλειά. 

Λίγο πριν το φευγιό μας απ’ το νησί, μια αναπάντεχη έκπληξη. Ένα οργανωμένο παραδοσιακό τυροκομείο (το μοναδικό αν δεν κάνω λάθος) με δυο νέα μορφωμένα κορίτσια στο τιμόνι, που συνεχίζουν την οικογενειακή επιχείρηση στο νησί. Αν δεν είχαμε να κάνουμε ταξίδι, θα συζητούσαμε ακόμα… Για τις δυσκολίες, τις σπουδές τους, το πείσμα τους, το στήσιμο μιας άρτιας τυροκομικής μονάδας με υψηλές προδιαγραφές, τις προκλήσεις και τα… μυστικά της κοπανιστής και της καλής φέτας.

Στον αντίποδα της αυθαιρεσίας, της κακοτεχνίας και των καταπατήσεων (που κι εδώ ζουν και βασιλεύουν), είναι οι άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο τους και οργανώνουν τις ζωές τους με εντιμότητα και μεράκι.

Στα σίγουρα, η Κύθνος -ή Θερμιά- όπως τη λένε οι ντόπιοι, δεν προσφέρεται για εξτραβαγκάντζες, χλιδάτες παραλίες με μπιτσόμπαρα και πανάκριβες ξαπλώστρες, θορυβώδη νυχτερινή ζωή και εισαγόμενες γκουρμεδιές. Κι αυτό την κάνει ακόμα πιο γοητευτική, για όσους αγαπούν την απλότητα, την παραδοσιακή χωριάτικη με ντόπια κάπαρη και φρεσκοκομμένα λαχανικά απ’ το μποστάνι και φιλόξενους ανθρώπους που σε καλωσορίζουν στην αυλή τους δίχως δισταγμό, με δροσερό νεράκι κι ένα τρατάρισμα με ό,τι τους βρίσκεται διαθέσιμο.


Υ.Γ. Κρατάω την εικόνα της μοναχικής, ηλικιωμένης κυρίας που, κάθε σούρουπο, άνοιγε τα λουλακί πορτόφυλλά της κι έβγαζε τραπεζάκι και καρέκλες στο πεζοδρόμιο. Δεν περίμενε επισκέπτες, ήταν όμως διαθέσιμη να υποδεχτεί όποιον περαστικό θα σταματούσε στο σπίτι της, για κουβεντούλα. Κι ήταν αμοιβαία η συγκίνηση που νιώσαμε, το βράδυ που καθίσαμε κοντά της και μιλήσαμε, σαν να είμασταν γνωστοί από χρόνια. Τόσο απλά και τόσο θαυμαστά…
Το επιδόρπιο ήταν τοπικό γιαούρτι με γλυκό κουταλιού και κουβεντούλα με τον καπετάν-Γιώργη

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

«Το μούσι πάει σύννεφο»




Σσστ… κρύβε λόγια, κύριε Περδικούλη μου. Και μη λες ονόματα. Λέγε με «Πρόεδρε». Θα καταλάβω εγώ. Και Ντόρα να με πεις, πάλι θα καταλάβω. Γι’ αυτό λούφαξα ο φουκαράς εδώ μέσα, κύριε Περδικούλη μου. Κόσμο αξούριστο έχει, υπόκοσμο με τη σέσουλα έχει, κι από μούσια -δόξα τω Θεώ- ούτε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τόση τρίχα. Κότσαρα κι εγώ μια μουστάκα σαν υπόστεγο, τρούπωσα εδώ χάμω,  κι άντε να με γνωρίσουν μετά. Άντε, να με γνωρίσουν. Παιδί!... ένα γλυκύ βραστό, σε παρακαλώ!

Και, πού είσαι; Κύριε Περδικούλη μου, μη γυρίσεις απότομα. Αυτός εκεί πίσω, με τα γυαλιά τα φινιστρίνια… Μου φαίνεται πως κρύβεται, κύριε Περδικούλη μου. Γύρευε ποιος τον κυνηγάει κι αυτόν τον χαντακωμένο! Αφού να σκεφτείς κύριε Περδικούλη μου, ρώταγε τον καφετζή τον Πανάγο, μήπως το καφενείο έχει κάνα πεζούλι από πίσω, κι αν πατιέται. Κι ο άλλος πίσω μου, ο ψωμωμένος,  που είναι σαν αιδεσιμότατος…  Mα μην καρφώνεσαι έτσι, κύριε Περδικούλη μου! Θα μας πάρουν είδηση και θα γίνει του Κουτσόπυργου, εδώ μέσα. Αυτός που λες, κύριε Περδικούλη μου, κοιτιόταν περίεργα με τον άλλο εκεί πίσω. Τον φινιστρίνη, ξέρεις… Κοντοχωριανοί θα είναι, να μου το θυμηθείς, κύριε Περδικούλη μου. Σε τα μας τώρα; Τήρα να δεις που θα έχουν καμιά βεντέτα κι αυτούνοι, και θα ντρέπουνται τα πλατάνια του χωριού, γι’ αυτό μασκαρεύτηκαν έτσι. Τώρα βέβαια θα μου πεις. “Ποια πλατάνια, κατακαημένε Θωμά; Στάχτη και μπούρμπερη γινήκανε όλα”. Ε, κάτι θα ντρέπονται κι αυτοί οι δόλιοι.

Πάμε σιγά-σιγά, κύριε Περδικούλη μου; Εδώ πέρα, δεν ξεχωρίζει ο ҆γούμενος το καλογεροπαίδι του, έτσι που γινήκαμε. Και να ҆ρθει δηλαδή ο Στέλιος ο Κοντογιώργης, με τόσα μούσια εδώ μέσα, θα ξεχάσει τη βεντέτα, θα με πιάσει αγκαζέ και θα γίνουμε μπιντζινάκατοι. Γιατί, κύριε Περδικούλη μου, στο λέω εγώ, ο Θωμάς ο Μακρυκώστας και να με θυμηθείς. Τα μούσια ολονών εδώ μέσα, μπορεί να είναι από αληθινές τρίχες, αλλά οι μούρες τους είναι μουσαντένιες. Μουσαντένιες και μπαμπέσικες, κύριε Περδικούλη μου!

Πάω πίσω, ν’ αράξω στο πλατάνι του χωριού μου. Όσο υπάρχει ακόμα κι αυτό. Να ζητήσω για λογαριασμό τους συγχώρεση απ’ το πηγάδι, απ’ τα φραγκόσυκα κι απ’ τα κουκουνάρια. Κι απ’ τον Νίκο τον Παπίδα που του έχουν φορέσει ένα φέσι με φούντα από δω, ίσαμε τον αστράγαλο. Κι απ’ όλους τους νοικοκυραίους που πληρώνουν χρόνια τώρα, για ν’ αφρατεύουν αυτοί τα μούσια τους. 
Ωρεντουβάρ κύριε Περδικούλη μου!