Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν στο σπίτι μας…



Απ’ τον κυκλαδίτικο νησί και τους αέρηδες που λυσσομανούσαν ασταμάτητα, επιστροφή στα πάτρια. Απ’ τους ατέλειωτους χωματόδρομους και τα στενά περάσματα, (εξ)αναγκαστική προσγείωση στις λεωφόρους της πόλης. Απ’ τα κάτασπρα εκκλησάκια και τις αμμουδερές παραλίες με τ’ ασβεστωμένα αλμυρίκια και τα λευκά κρινάκια, πίσω στα φανάρια  και την κίνηση των δρόμων. Απόμεινε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, τηλέφωνα φίλων που προστέθηκαν στις επαφές, κάτι βαζάκια με γλυκά και θερμιώτικο μέλι που μοσχομυρίζει θυμάρι και καθαρό αεράκι, πέτρες και θαλασσόξυλα απ’ τις δαντελένιες παραλίες, ό,τι μπόρεσε να χωρέσει τέλος πάντων στις αποσκευές μας, για να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη και τη γεύση. Τα πολύτιμα “σουβενίρ” για να κρατηθούμε ψύχραιμοι και ζεστοί στις ψύχρες που έρχονται.

Αν και είναι μικρό το νησί, όλα προσφέρονται σε χορταστικές ποσότητες. Οι δυνατοί αέρηδες, οι αναβαθμίδες με ξερολιθιές, τα πάλευκα ξωκλήσια, τα στεγάδια και οι ανεμόμυλοι, οι γλάστρες με τους βασιλικούς και τις μπουκαμβίλιες, οι φιλόξενες παραλίες, τ’ ασπρισμένα σοκάκια, τα ζωγραφισμένα πλατύσκαλα κι οι ξύλινες ταμπελίτσες με ποιήματα και μαντινάδες. Οι οδοδείκτες του νησιού, είναι καλλιγραφημένες ξύλινες επιγραφές και αμέτρητα εκκλησάκια που φυτρώνουν ακόμα και σε απόκρημνα βράχια, γυαλιστερά σαν λεπίδες, στις ακροθαλασσιές.


Η Παναγιά η Κανάλα και το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Καλλιόπης λίγο πιο κάτω, είναι τα ορόσημα του νησιού. 

Γραφικά καλντερίμια με στρατιές από ανθισμένες γλάστρες στους κήπους και παραδοσιακά μαγαζάκια, σφηνωμένα αρμονικά, σαν πολύχρωμες πινελιές, στον ασπρογάλαζο καμβά της ενδοχώρας.


Συναντήσεις απρόσμενες. Κουβέντες με ανθρώπους που έχουν κατακτήσει ήδη το ζητούμενο҆ να μιλάνε ήρεμα κι απλά. Στην ανασφάλεια και τη μοναξιά ενός μικρού νησιού, δίχως ανέσεις και λούσα, που αντέχουν να ξεχειμωνιάζουν δίχως αυτά που για τους ανθρώπους της πόλης, θεωρούνται αυτονόητα. Ένα νοσοκομείο. Έναν έμπειρο γιατρό για τα σοβαρά περιστατικά. Αν προλάβει το ελικόπτερο, κι αν ο καιρός το επιτρέψει, κι αν αντέξει ο ασθενής, κι αν…

Κυρία Γιαννούλα, κυρία Ντίνα, Θάνο και Ρένα, και όλοι όσοι μοιραστήκαμε μοναδικές στιγμές. Σαν τα ιαματικά νερά που αναβλύζουν ασταμάτητα στην πιο ωραία περιοχή του νησιού, στα Λουτρά. Σας ευχαριστώ για όλα όσα μας φιλέψατε. Εύχομαι γρήγορα να γίνει εκείνο το αρχαιολογικό μουσείο (τόσα πολύτιμα ευρήματα, βρίσκονται επί σειρά ετών, εκτεθειμένα). Να γίνει κι ένα ιατρείο της προκοπής, να έχουν πρόσβαση οι άνθρωποι στις μονάδες υγείας, αντί να καρδιοχτυπούν αν θα τους προλάβει το ελικόπτερο. Να αξιοποιηθεί κι αυτό το ιστορικό σπήλαιο στην Δρυοπίδα, που είναι ανοιχτό στους επισκέπτες με δωρεάν είσοδο, χάρη στις προσωπικές φροντίδες των  εθελοντών. Να προκύψουν οι λόγοι και οι ευκαιρίες, για να μένουν τα νέα παιδιά στο νησί. «Για να μην ξενιτευόμαστε», όπως με παράπονο μάς εμπιστεύτηκε η ευγενική κοπέλα, στο λαογραφικό μουσείο της Χώρας∙ παρεμπιπτόντως, κι αυτό λειτουργεί με εθελοντική δουλειά. 

Λίγο πριν το φευγιό μας απ’ το νησί, μια αναπάντεχη έκπληξη. Ένα οργανωμένο παραδοσιακό τυροκομείο (το μοναδικό αν δεν κάνω λάθος) με δυο νέα μορφωμένα κορίτσια στο τιμόνι, που συνεχίζουν την οικογενειακή επιχείρηση στο νησί. Αν δεν είχαμε να κάνουμε ταξίδι, θα συζητούσαμε ακόμα… Για τις δυσκολίες, τις σπουδές τους, το πείσμα τους, το στήσιμο μιας άρτιας τυροκομικής μονάδας με υψηλές προδιαγραφές, τις προκλήσεις και τα… μυστικά της κοπανιστής και της καλής φέτας.

Στον αντίποδα της αυθαιρεσίας, της κακοτεχνίας και των καταπατήσεων (που κι εδώ ζουν και βασιλεύουν), είναι οι άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο τους και οργανώνουν τις ζωές τους με εντιμότητα και μεράκι.

Στα σίγουρα, η Κύθνος -ή Θερμιά- όπως τη λένε οι ντόπιοι, δεν προσφέρεται για εξτραβαγκάντζες, χλιδάτες παραλίες με μπιτσόμπαρα και πανάκριβες ξαπλώστρες, θορυβώδη νυχτερινή ζωή και εισαγόμενες γκουρμεδιές. Κι αυτό την κάνει ακόμα πιο γοητευτική, για όσους αγαπούν την απλότητα, την παραδοσιακή χωριάτικη με ντόπια κάπαρη και φρεσκοκομμένα λαχανικά απ’ το μποστάνι και φιλόξενους ανθρώπους που σε καλωσορίζουν στην αυλή τους δίχως δισταγμό, με δροσερό νεράκι κι ένα τρατάρισμα με ό,τι τους βρίσκεται διαθέσιμο.


Υ.Γ. Κρατάω την εικόνα της μοναχικής, ηλικιωμένης κυρίας που, κάθε σούρουπο, άνοιγε τα λουλακί πορτόφυλλά της κι έβγαζε τραπεζάκι και καρέκλες στο πεζοδρόμιο. Δεν περίμενε επισκέπτες, ήταν όμως διαθέσιμη να υποδεχτεί όποιον περαστικό θα σταματούσε στο σπίτι της, για κουβεντούλα. Κι ήταν αμοιβαία η συγκίνηση που νιώσαμε, το βράδυ που καθίσαμε κοντά της και μιλήσαμε, σαν να είμασταν γνωστοί από χρόνια. Τόσο απλά και τόσο θαυμαστά…
Το επιδόρπιο ήταν τοπικό γιαούρτι με γλυκό κουταλιού και κουβεντούλα με τον καπετάν-Γιώργη

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

«Το μούσι πάει σύννεφο»




Σσστ… κρύβε λόγια, κύριε Περδικούλη μου. Και μη λες ονόματα. Λέγε με «Πρόεδρε». Θα καταλάβω εγώ. Και Ντόρα να με πεις, πάλι θα καταλάβω. Γι’ αυτό λούφαξα ο φουκαράς εδώ μέσα, κύριε Περδικούλη μου. Κόσμο αξούριστο έχει, υπόκοσμο με τη σέσουλα έχει, κι από μούσια -δόξα τω Θεώ- ούτε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τόση τρίχα. Κότσαρα κι εγώ μια μουστάκα σαν υπόστεγο, τρούπωσα εδώ χάμω,  κι άντε να με γνωρίσουν μετά. Άντε, να με γνωρίσουν. Παιδί!... ένα γλυκύ βραστό, σε παρακαλώ!

Και, πού είσαι; Κύριε Περδικούλη μου, μη γυρίσεις απότομα. Αυτός εκεί πίσω, με τα γυαλιά τα φινιστρίνια… Μου φαίνεται πως κρύβεται, κύριε Περδικούλη μου. Γύρευε ποιος τον κυνηγάει κι αυτόν τον χαντακωμένο! Αφού να σκεφτείς κύριε Περδικούλη μου, ρώταγε τον καφετζή τον Πανάγο, μήπως το καφενείο έχει κάνα πεζούλι από πίσω, κι αν πατιέται. Κι ο άλλος πίσω μου, ο ψωμωμένος,  που είναι σαν αιδεσιμότατος…  Mα μην καρφώνεσαι έτσι, κύριε Περδικούλη μου! Θα μας πάρουν είδηση και θα γίνει του Κουτσόπυργου, εδώ μέσα. Αυτός που λες, κύριε Περδικούλη μου, κοιτιόταν περίεργα με τον άλλο εκεί πίσω. Τον φινιστρίνη, ξέρεις… Κοντοχωριανοί θα είναι, να μου το θυμηθείς, κύριε Περδικούλη μου. Σε τα μας τώρα; Τήρα να δεις που θα έχουν καμιά βεντέτα κι αυτούνοι, και θα ντρέπουνται τα πλατάνια του χωριού, γι’ αυτό μασκαρεύτηκαν έτσι. Τώρα βέβαια θα μου πεις. “Ποια πλατάνια, κατακαημένε Θωμά; Στάχτη και μπούρμπερη γινήκανε όλα”. Ε, κάτι θα ντρέπονται κι αυτοί οι δόλιοι.

Πάμε σιγά-σιγά, κύριε Περδικούλη μου; Εδώ πέρα, δεν ξεχωρίζει ο ҆γούμενος το καλογεροπαίδι του, έτσι που γινήκαμε. Και να ҆ρθει δηλαδή ο Στέλιος ο Κοντογιώργης, με τόσα μούσια εδώ μέσα, θα ξεχάσει τη βεντέτα, θα με πιάσει αγκαζέ και θα γίνουμε μπιντζινάκατοι. Γιατί, κύριε Περδικούλη μου, στο λέω εγώ, ο Θωμάς ο Μακρυκώστας και να με θυμηθείς. Τα μούσια ολονών εδώ μέσα, μπορεί να είναι από αληθινές τρίχες, αλλά οι μούρες τους είναι μουσαντένιες. Μουσαντένιες και μπαμπέσικες, κύριε Περδικούλη μου!

Πάω πίσω, ν’ αράξω στο πλατάνι του χωριού μου. Όσο υπάρχει ακόμα κι αυτό. Να ζητήσω για λογαριασμό τους συγχώρεση απ’ το πηγάδι, απ’ τα φραγκόσυκα κι απ’ τα κουκουνάρια. Κι απ’ τον Νίκο τον Παπίδα που του έχουν φορέσει ένα φέσι με φούντα από δω, ίσαμε τον αστράγαλο. Κι απ’ όλους τους νοικοκυραίους που πληρώνουν χρόνια τώρα, για ν’ αφρατεύουν αυτοί τα μούσια τους. 
Ωρεντουβάρ κύριε Περδικούλη μου!

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Γενέθλια στους ΚΗΠΟΥΣ της Ειρήνης


Κήποι καταπράσινοι, θαλεροί, ολάνθιστοι.
− Ποιος τους ποτίζει; ρώτησες.
− Ποτίζονται από τα δάκρυα εκείνων που συγκινούνται από την ομορφιά, σου είπα.
− Πόση ώρα πρέπει να κοιτάξεις ένα κήπο για να ποτιστεί αρκετά, ρώτησες πάλι.
− Για πάντα, σου είπα.

Με κοίταξες λιγάκι σκεπτικός.
− Κι αν δεν αντέξω να κοιτάζω τόση ομορφιά; είπες.
− Αν δεν αντέξεις, τότε κοίταξε τη θάλασσα. Φτιάχτηκε από τη συγκίνηση αυτών που κοίταξαν την ομορφιά των κήπων. Θα σου μάθει να κοιτάζεις.

Για τον Παρασκευά Κ.
(απ' το βιβλίο "κήποι", εκδ. 24γράμματα) 

Αυτό το μήνα το Απάγκιο κλείνει, αισίως,  τα έξι του χρόνια. Φέτος, γιορτάζει τα γενέθλιά του με μια σπουδαία γυναίκα που με τιμά με τη φιλία της. Την Ειρήνη Γαβριλάκη. Η Ειρήνη άνοιξε διάπλατα τους υπέροχους κήπους της, για να κάνουμε παρέα μια βόλτα στα ηλιοτρόπια και τις μαργαρίτες της. Στους κάκτους, στα νυχτολούλουδα, στα μυριστικά και στα βότανα. Διάλεξα αυτό το μέρος για να σβήσουμε -νοερά- τα κεράκια του Απάγκιου, γιατί η ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου της, μ’ έβγαλε σ’ ένα ξέφωτο. Εκεί ακριβώς που απαγκιάζει η ψυχή∙ εκεί που οι λέξεις και τα νοήματα γίνονται χλωρά κλαράκια κι ανθοφορούν την ελπίδα και την προσδοκία. Εκεί που, κάποτε, παρατήσαμε σύξυλη την παιδικότητά μας  κι η Ειρήνη την ανέσκαψε και μας την παρουσιάζει σχεδόν άθικτη. Διαπρέποντας άλλωστε και ως επαγγελματίας Αρχαιολόγος, η Ειρήνη γνωρίζει καλά τις φροντίδες του «ξεβοτανίσματος», αναγνωρίζοντας σε κάθε κλαδάκι της γης «κι ένα υλικό δομής μιας φωλιάς».

Βλέποντας την περσινή, αντίστοιχη, γενέθλια ανάρτηση του Απάγκιου, θυμάμαι πως γράφτηκε υπό την καπνώδη και αποπνικτική ατμόσφαιρα απ’ την καταστροφική φωτιά στο Μάτι. Με τη θλιβερή διαπίστωση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως γινόμαστε, ολοένα, και φτωχότεροι από φυσικούς «Κήπους» και πως εξακολουθούμε να θρηνούμε με εμμονή το (καμένο) δέντρο, αλλά αποφεύγουμε ν’ αναλάβουμε την προσωπική μας ευθύνη απέναντι στο «δάσος», γι’ αυτά και για άλλα πολλά που δεν είναι της παρούσης, διάλεξα αυτό το βιβλίο-σταθμό, για να κάνω τις προσωπικές μου «ανασκαφές».  

Γιατί, όπως γράφει και η Ειρήνη στον πρόλογό της:
«Μικροί ή αχανείς, φροντισμένοι ή όχι, δεν νοιάστηκα, αν και οι αφρόντιστοι κήποι, μάλλον με κέρδιζαν πιο γρήγορα, ίσως γιατί ο ρυθμός ξεβοτανίσματος ταιριάζει με τον ρυθμό μου, όταν περιδιαβαίνω έναν κήπο. Και γιατί αρέσκομαι να θεωρώ ότι οι φροντίδες τελεσφορούν»



Μια ευχή:  N’ αφήσουμε επιτέλους, όση φύση μας απόμεινε, να μας κατακτήσει.
Κι ένα τεράστιο ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου, στους φίλους που τιμούν με την παρουσία τους το Απάγκιο, όλα αυτά τα χρόνια!

Καλή Παναγιά και Χρόνια Πολλά σ’ όσους και όσες γιορτάζουν 💚

Για όσους θέλουν να απολαύσουν τη βόλτα στους “Κήπους” της Ειρήνης, εδώ όλες οι πληροφορίες για το βιβλίο της (απ’ τις εκδόσεις 24γράμματα): http://dyslexiashop.gr/index.php/product/99981/

Art photography: Gemmy Woud-Binnendijk

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Όχι από τζόκερ. Από τζάκι.



Έβαλε ψύχρα ξαφνικά. Μην ακούς για καύσωνες και βουτιές στις παραλίες. Απ’ τα ορθάνοιχτα παραθυρόφυλλα του αιθέρα ορμούν, ήδη, ψυχρά ρεύματα. Όσοι είναι ευαίσθητοι στο κρύο, το νιώθουν να ξυρίζει τη ραχοκοκαλιά τους, προμηνύοντας επιτελικές κακοκαιρίες και αλγεινές υγρασίες∙ εξαιρουμένων βέβαια, των κατόχων ρετιρέ, στον έβδομο ουρανό. Θα ξεχειμωνιάσουμε με κάτι φαντάσματα απ’ το ένοχο παρελθόν μας και θα χάσουμε τον αμέριμνο ύπνο μας απ’ τις μορφές των αγγέλων που γυροφέρνουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αδικαίωτες ψυχές, βεβηλωμένες μνήμες και αποτρόπαια εγκλήματα, εν καιρώ «δημοκρατίας» και κανονικότητας.

Ιάκωβε, Σταματίνα, Μιχάλη, Νίκο, Ζακ, Αλέξανδρε, Παύλο… όλοι εσείς, εκεί πάνω. Το ξέρουμε πως κοιμάστε ανήσυχα. Ανέκαθεν οι ήρωες υποφέραν από αϋπνίες. Και οι λαοί από ακατάσχετη υπνηλία. Οι σύγχρονοι «ψυχικά νοσούντες», κατά την φεγγαροφωτισμένη και υπερχαρισματική κυρία Δόμνα, θα περιμένουν υπομονετικά το μελλοντικό τους λιντσάρισμα, απ’ την επόμενη γενιά τεχνοκρατών και λασπολόγων. Όπως το έχει εξηγήσει, χρόνια τώρα, κι ο πατερούλης της ψυχανάλυσης Sigmund Freud:  “Οι υστερικοί υποφέρουν, κυρίως, από τις αναμνήσεις”.

Το κουστουμάκι της εθνικής μας κατάντιας, είναι προσφορά της εγχώριας Ιβάνκας, της γνωστής οικογενείας των Τραμπς. Απ’ τη ντιβανοκασέλα της ιστορίας μας, σιγκούνια, φέσια, σκουτιά και ταγάρια, σε τιμές λογικότατες∙ ήτοι, ένας μέσος μισθός, για μια πουκαμίσα της κολεξιόν: “Μαρέβα με τη φούρια σου, βάρα τα κουμπούρια σου”. Προσφάτως λανσαρισμένη κι απ’ το enfant gâté της γυναικείας δημοσιογραφίας, βλέπε: κυρία Σπυράκη, κυρία Στάη και άλλες celebrities απ’ το Επικρατείας. Εκείνες οι ριγωτές μπατανίες της γιαγιάς και οι ντορβάδες από τραγόμαλλο, τώρα δικαιώνονται! Αχ βρε γιαγιά και να ξερες, σε τι τζάκια κυκλοφορούν τα υφαντά και τα βουργιάλια σου!
Day Dreams
c. 1930–32, by William M. Rittase
Source: Philadelphia Museum of Art