Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Φοντάνα ντι Ομόνοια



Οδός Μητροπόλεως, βράδυ Σαββάτου. Με σκυμμένο κεφάλι περιφερόταν άσκοπα στους άδειους δρόμους, σα δαρμένο σκυλί που οι ιδιοκτήτες του το πέταξαν στο δρόμο. Ήταν εμφανές πως δεν είχε συγκεκριμένο προορισμό, απλά τριγύριζε στα στενά, κλωτσώντας θυμωμένα ό,τι βρισκόταν στο διάβα του και σκουπίζοντας κάθε λίγο τα μάτια με τις παλάμες του. Κι ύστερα έχωνε τα υγρά του χέρια στις τσέπες, καμπούριαζε τους ώμους και χαμήλωνε το κεφάλι στον ανασηκωμένο γιακά του μπουφάν του, σαν υποβρύχιο που βυθίζεται ολοένα στον πυθμένα μιας θάλασσας.

Με το σαγόνι να έχει προσαράξει στο στέρνο του, σίγουρα δεν θα έβλεπε πού πήγαινε κι αν δεν του κόρναρε έγκαιρα και επίμονα ο οδηγός ενός διερχόμενου αυτοκινήτου (πού στο καλό βρέθηκε τέτοια ώρα στην ερημωμένη λεωφόρο; ) θα κατέληγε στο κρεββάτι, ή στο ψυγείο του εφημερεύοντος νοσοκομείου.

Ούτε που τον ένοιαξε για τη ζωή του που μπήκε σε κίνδυνο, πιο πολύ στεναχωρήθηκε για την τρομάρα που πήρε ο οδηγός. Βγήκε αλλόφρων ο άνθρωπος απ’ το κοκαλωμένο αυτοκίνητο κι έπεσε πάνω του για να δει αν είναι καλά. Του πρόσφερε κι ένα μπουκαλάκι νερό και τον ρώταγε με αληθινό ενδιαφέρον -όπως φανέρωνε η συμπεριφορά του- αν χτύπησε πουθενά κι αν θέλει να τον πάει κάπου με το αυτοκίνητο. Στο φως που έπεφτε πάνω τους απ’ τους αναμμένους  προβολείς, διέκρινε τα χαρακτηριστικά ενός νέου σχετικά άντρα -ίσως να ήταν και συνομήλικοι, όπως σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή- που διέθετε ευγένεια και ευαισθησία. Του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πως δεν δίστασε στιγμή να τον αγγίξει, να τον ανασηκώσει προσεχτικά απ’ τα μπράτσα και να τον στηρίξει πάνω του, για να σιγοπερπατήσουν ως το μαρμάρινο πεζούλι του πεζοδρομίου. Τέτοιες εποχές και να σ’ αγγίζει αυθόρμητα ένας άγνωστος στο δρόμο, ήταν από σπάνιο, έως και απίθανο να συμβεί. Κι ήταν αυτό ακριβώς που τον έκανε να συνέλθει και να ανακτήσει το χαμένο του κουράγιο.

Πριν λίγη ώρα είχε παραλάβει -και επίσημα- τη «λύση σύμβασης εργασίας» απ’ το μαγαζί που, επί επτά συναπτά χρόνια, δούλευε σαν σερβιτόρος. “Αναδουλειές και αναγκαστική μείωση προσωπικού”, του είπε συγκαταβατικά ο ιδιοκτήτης, αποφεύγοντας να τον δει στα μάτια, ή έστω να γλυκάνει την πικρή στιγμή μ’ ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Αντιθέτως, με μια χειρουργική μάσκα να κρύβει τις εκφράσεις του, άφησε τα χαρτιά πάνω στο πάσο και του υπέδειξε με το βλέμμα να υπογράψει και να πάρει ένα αντίγραφο, μαζί με μια αόριστη υπόσχεση πως θα τον ειδοποιήσει μόλις η αγορά ανακάμψει. Έφυγε ντροπιασμένος απ’ το μαγαζί. «Ούτε ένα άγγιγμα, ρε γαμώτο!... Από μακριά, λες και είμαι κανένας χτικιάρης». Αυτό που πόνεσε αφόρητα, περισσότερο κι απ’ την απειλή της ανεργίας, ήταν η εξ αποστάσεως ψυχρή αναγγελία της απόλυσής του.

░ ░

«Σίγουρα είσαι καλά; Θέλεις να περπατήσουμε λίγο, για να δεις αν ζαλίζεσαι; Όχι, δεν σ’ αφήνω μόνο σου, αν δεν βεβαιωθώ πως είσαι εντάξει. Πώς σε λένε; Εμένα Χρήστο. Δεν έχω καμιά βιαστική δουλειά, μην ανησυχείς για μένα. Εσύ να ᾽σαι καλά. Περίμενε εδώ ένα λεπτό ν’ αφήσω το αμάξι στο πάρκινγκ κι έφτασα… Πήρα μια τρομάρα όμως, ρε φίλε!»

Με δειλά βήματα περπάτησαν χεραγκαλιά ως την Ομόνοια και χάζεψαν για λίγο το μεγαλοπρεπές σιντριβάνι με τους πολύχρωμους πίδακες που εκτοξεύονταν απ’ τα σπλάχνα του. Ήταν η μόνη έγχρωμη πινελιά στο ερεβώδες σκηνικό μιας κουρασμένης πόλης, με σκοτεινά κτήρια, βρώμικους δρόμους και μελαγχολικούς ανθρώπους. Μια ακριβοπληρωμένη παραφωνία στο κουφάρι μιας πόλης που αργοσβήνει.

Κόντρα  στο οργιώδες τεχνικολόρ της πλατείας, ένιωθε να βυθίζεται ολοένα στα σκοτάδια του πανικού και της ανασφάλειας. Κι ήταν μονάχα αυτή η στιγμιαία αναλαμπή που ένιωσε στα στιβαρά μπράτσα του άγνωστου άντρα, που του έδωσε ξαφνικά την αίσθηση πως δεν κινδυνεύει. Πως κάποιος του πέταξε ένα σωσίβιο απ’ το πουθενά, εκεί ακριβώς που όλα έδειχναν οριστικά και μάταια. Ο Χρήστος αποδείχτηκε το κατάρτι που βρέθηκε καταμεσής του άδειου πελάγους για να ξεκουράσει τη μοναξιά του, να σηκώσει ξανά τα κουρελιασμένα του πανιά και να συνεχίσει τη ρότα του στο ομιχλώδες τοπίο της ζωής του.  

− Δεν το κάνανε τουλάχιστον Φοντάνα ντι Ομόνοια, να ρίχναμε τώρα ένα κέρμα και να κάναμε μια ευχή, του ψιθύρισε ο Χρήστος, σε μια ύστατη προσπάθεια να του εκμαιεύσει ένα χαμόγελο. Δεν σταμάτησε στιγμή να τον κρατάει αγκαζέ μπροστά στο σιντριβάνι, σαν να βαστούσε έναν ηλικιωμένο συγγενή που τον πήγαινε βόλτα στο διάδρομο ενός νοσοκομείου.
− Και σαν τι θα ευχόσουν, ρε Χρήστο, αν ήταν μπροστά μας τώρα η Φοντάνα ντι Ομόνοια; τον ρώτησε με έκδηλη απορία.
− Το ίδιο με χτες, προχτές, και σίγουρα με τις επόμενες μέρες που θα μου ξημερώσουν, του απάντησε ο Χρήστος, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.
− Δηλαδή;
− Θα σου πω. Απ’ τον καιρό της καραντίνας, μου ξέμειναν μεγάλα αποθέματα αξόδευτης αγκαλιάς. Μου έλειψε το μοίρασμα, ρε παιδί μου, πώς να στο εξηγήσω;
− Κάπου πάει το μυαλό μου… για λέγε…
− Φεύγοντας απ’ το σπίτι απόψε, ευχόμουν να πέσω σ’ έναν άνθρωπο που θα το χρειαζόταν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο απ’ το να έχεις σπάνια ομάδα και να μην υπάρχει συμβατός ασθενής να του δώσεις αίμα, κάπως έτσι ένιωθα…
Κι έπεσες στην κυριολεξία πάνω μου! Τη στιγμή ακριβώς που ευχόμουν κι εγώ, να βρεθώ στις ρόδες ενός αυτοκινήτου.
Τι λες, ρε άνθρωπε; Αποξενωμένος κι εσύ;
Απολυμένος, ρε Χρηστάρα. Μόλις είχα παραλάβει το χαρτί της απόλυσής μου. Να, εδώ το έχω. Ζεστό είναι ακόμα…
Kερνάω μπύρες. Είσαι;
Mα… για μπύρες είμαστε τώρα; Εγώ, δεν…
− Άντε, πάμε μια βόλτα ως τα Εξάρχεια. Είναι ένα μαγαζί που ξέρω τον ιδιοκτήτη του. Μου έχει μεγάλη υποχρέωση και… πού ξέρεις; Με την τύχη που έχουμε απόψε, μπορεί και να ζητάει κανένα γκαρσόνι. Τι λες;
Ότι κυνηγάς μονόκερους. Αυτό λέω, ρε Χρήστο!
− Έτσι ακριβώς το λένε το μαγαζί: “Μονόκερος”!!! Φύγαμε; 





21 σχόλια:

  1. Μακάρι η Φοντάνα ντι Ομόνοια να έλυνε όλα τα προβλήματα του κοσμάκη, Βλέπεις όλα για το θεαθήναι και τα προβλήματα σε δεύτερη μοίρα. Υπέροχο κείμενο Μαρία μου που αποτυπώνει την ζοφερή πραγματικότητα.
    Σε φιλώ,
    Καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι μόνο δεν τα έλυσε, αλλά επιβάρυνε το δημόσιο ταμείο μας με άκαιρα και άχρηστα "λούσα". Για την "αισθητική" της ζαρντινιέρας, ας μη το συζητήσουμε καλύτερα...
      Φιλί γλυκό Ελένη μου!

      Διαγραφή
  2. Αποδίδεις ανάγλυφα, μεταξύ των άλλων, Μαρία, το αίσθημα που κατακλύζει τον αλτρουιστή.
    «Ως χαρίεν ο άνθρωπος, όταν άνθρωπος ή»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό ακριβώς ήταν και το ζητούμενο, Άρη μου.
      Σ' ευχαριστώ πολύ!

      Διαγραφή
  3. Είδες τι κάνει μια αγκαλιά; Άντε τώρα να τη βρεις...που έγινε πανάκριβη και επικίνδυνη.
    Κι αυτές οι απολύσεις! Τι απελπισία Θεέ μου!!
    Υπέροχο κείμενο όσο δραματικό και αν είναι έχει μέσα του τόση ανθρωπιά όση μας λείπει
    Καλημέρα Μαράκι μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι πάει η αλυσίδα των πραγμάτων. Απολύσεις, φτώχεια, φόβος, απομόνωση. Και το συντριβάνι στη μέση, ως ύστατο δείγμα του κιτσαριού και της αυθαιρεσίας.
      Μια αγκαλιά θα μας σώσει Άννα μου. Να κρατηθούμε "ζωντανοί"...
      Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή
  4. Μαρία μου,
    άφησες πάλι το λογοτεχνικό αλλά συνάμα και εκφραστικό σου αποτύπωμα με τούτο εδώ το μικρό αλλά όμορφο αφήγημα.
    Πολλές σέρνεται η απελπισία στη ζωή μας. Ανάμεσά μας. Μας παρασύρει σε σκοτάδια. Νομίζουμε ότι έχουμε αποκοπεί χωρίς διέξοδο. Όμως να που ανοίγει το παράθυρο της ελπίδας.
    Πολλές φορές κάθε κακό αναδεικνύει ένα καλό.
    Μια ελπίδα, μια χαραμάδα.
    Καλησπέρα Μαρία μου, με τη δύναμη της γραφής σου μία ακόμα φορά μας συγκίνησες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάντα θα υπάρχει μια χαραμάδα με φως, Γιάννη μου.
      Σε μια πόλη που δεν έχουν πρόσβαση άτομα με ειδικές ανάγκες και τα ηχητικά φανάρια για τους τυφλούς είναι ανύπαρκτα, δεν μπορεί να λέγεται "ευρωπαϊκή πόλη".
      Θα φανεί σύντομα πόσο εκτός τόπου και χρόνου ήταν όλο αυτό το πανηγύρι.
      Καλησπέρα Γιάννη μου και σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!

      Διαγραφή
  5. Τι ευλογία όταν στο δρόμο σου βρεις ένα χέρι να κρατήσει γερά το δικό σου όταν νομίζεις πως όλα έχουν τελειώσει. Γεμάτη συμβολισμούς η ιστορία σου Μαρία μου, τρυφερή, ενθαρρυντική, ανθρώπινη. Μαγική η γραφή σου, πολύτιμη για τις μικρές και μεγάλες δοκιμασίες, για τον γνωστό άγνωστο, τον σημαντικό άλλο, για όσα φέρνει η μοίρα και η στιγμή, για την ελπίδα.
    Σ'ευχαριστούμε Μαρία, με πολύ συγκίνηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν προχωράει αλλιώς η κοινωνία, Αννίκα μου. Κι όσο κι αν επιδιώκουν να μας αποκτηνώσουν, ευτυχώς υπάρχουν ανάμεσά μας κάτι τέτοια "χέρια". Το πιστεύω και το έχω δει στην πράξη.
      Σ' ευχαριστώ απ' την καρδιά μου για το πολύ τρυφερό σου σχόλιο!

      Διαγραφή
  6. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια Μαρία μου, όταν η ζωή μας χαμογελά, μόνο που και πού ένα ευχαριστώ φτάνει που τα "πράγματα" δεν είναι πάντα μαύρα!

    ΑΦιλάκια πολλά και χαμογελαστά γιατί το χαμόγελο το οφείλουμε στον εαυτό μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαμογελαστά "ευχαριστώ" απ' την καρδιά μου και ευγνώμων που είσαι ανάμεσα στους φίλους μου!

      Διαγραφή
  7. "Μακιγιάρουμε" τη πόλη και την κοινωνία, να κρύψουμε τις πληγές και τους μώλωπες της. Μα το κακό με το μακιγιάζ, είναι ότι κάποια στιγμή ξεβάφει. Κι όταν φύγει, φαίνεται η "κακοποίηση".
    Έναν Χρήστο θα θέλαμε όλοι, να μας θυμίσει, ότι υπάρχουν άνθρωποι. Να μας θυμίσει ότι είμαστε άνθρωποι.
    Ας γίνουμε όλοι ο Χρήστος!
    Α και να με συγχωρούν, αλλά δεν έχω πάει να δω την Αθήνα έτσι όπως την ετοίμασαν. Δεν αντέχω να δω αυτή την ανανέωση. Γιατί κάλλιστα με αυτά τα χρήματα θα είχαν δώσει δουλειά σε 5500 επιστήμονες (πάντα θα με θλίβει που γίναμε κι εμείς θύμα πολιτικών παιχνιδιών και συμφερόντων, σε μια χώρα με τόσες ανάγκες). Αυτά τα χρήματα, θα μπορούσαν να είχαν δοθεί σε ανθρώπους που έχασαν τη δουλειά τους, ώστε να μη λιποθυμούν 9χρονα παιδιά.
    Αλλά εντάξει, αυτή είναι η μίνιμαλ άποψη μου, σε μια Αθήνα "γκράντε" #not
    Πολλά φιλιά Μαρία μου, ευχαριστούμε για την όμορφη ιστορία και τις σκέψεις που μας γέμισε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δίνεις την αληθινή διάσταση του "συντριβανιού" και σ' ευχαριστώ πολύ Μαρίνα μου!
      Λυπάμαι που είσαι ανάμεσα στα "θύματα" αυτού του ακήρυχτου πολέμου, και πιο πολύ λυπάμαι που νέα παιδιά σαν κι εσένα, μένουν στην αφάνεια. Ανεκμετάλλευτο δυναμικό από νέους επιστήμονες που θυσιάζονται στο βωμό του φαραωνικού τους κράτους.
      Μην το βάζεις κάτω...

      Διαγραφή
  8. Θέλω να βλέπω την ελπίδα ανάμεσα σε όλα τα μαύρα λουλούδια.
    Καταφέρνεις Μαρία μου να παρασέρνεις τα συναισθήματά μας και να παρακαλάμε όλοι μαζί για την προσπάθειά του .
    Να είσαι καλά και φιλάκια πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Άφησες πάλι μια χαραμάδα ελπίδας και ανθρωπιάς Κανελλάκι μου να αρπαχτούμε από αυτήν να την κάνουμε σημαία να την κρατήσουμε αγκαλιά σφιχτά μην μας φύγει..και να πιστέψουμε πως ο αλτρουισμός δεν πέθανε και ας τον μετράμε στα δάχτυλα του χεριού μας...
    Όλοι μας θα είμαστε τυχεροί αν βρίσκαμε κάποιον Χρηστάρα στο δρόμο μας..!!!
    Όσο για την φτιασιδωμένη Αθήνα...εεεε για τα πανηγύρια...είμαστε πρώτοι..!!
    Χαίρομαι για πολλούς λόγους που είμαι εδώ .. την αγάπη μου πάντα... ❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρίξε και μια ματιά στο βάιπερ ...😉

      Διαγραφή
    2. Βάιμπερ ελήφθη και κανονίστηκε το θέμα με συνοπτικές διαδικασίες 😉
      Φιλιά πολλά Ρουλάκι μου και σ' ευχαριστώ για τις πολύτιμες παρεμβάσεις σου!
      Υ.Γ. Να μην είσαι στέλεχος του Δήμου Αθηναίων, να την έκανες την πόλη μας Κούκλα!

      Διαγραφή
  10. Μαρία μου καλημέρα και καλό μήνα!
    Ένιωσα την αγάπη σου για τον άνθρωπο σε κάθε σου λέξη!
    Η ιστορία σου ειχε φως μεσα απο μελανά σημεία.
    Επιλέγω να μείνω στο φως, το έχω ανάγκη.

    Σε φιλω και σου ευχομαι καλο υπολοιπο καλοκαιριου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας.