Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Να σκέφτεσαι τους άλλους

 


Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.

Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.

 

Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.

Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.

 

Όταν τ’ αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.

Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

 


Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους, τους άλλους,

στον εαυτό σου γύρισε και πες:

«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

Μαχμούντ Νταρουΐς

                          . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .




Ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρουίς γεννήθηκε στις 13 του Μάρτη 1941, σ’ ένα χωριό κοντά στη βόρεια ισραηλινή πόλη Άκκο κι εγκατέλειψε το ισραηλινό έδαφος το 1970, ενώ είχε ήδη βιώσει τον κατ’ οίκον περιορισμό. Εθνικός ποιητής της Παλαιστίνης και απ’ τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας, ο Νταρουίς αγωνίστηκε με συνέπεια για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της πατρίδας του.

Φυλακίστηκε για τη δράση του και έζησε 26 χρόνια εξόριστος. Έγραψε 30 ποιητικές συλλογές, που έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 40 γλώσσες, και έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία. Έφυγε απ’ τη ζωή στις 9 Αυγούστου 2008, στα 67 του χρόνια,  μετά από εγχείρηση καρδιάς.

 

(Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους)

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Με τους λύκους, ή με τις μέλισσες; (*)



Δεν φρίττω τόσο με τον θύτη, όσο με τον βολεμένο κυρ-Παντελή που τον υπερασπίζεται, με -δήθεν- αθώα επιχειρήματα (Γιατί τώρα;)

Δεν σιχαίνομαι τόσο τον δικηγόρου ενός διαβόλου -έμμισθος δικολάβος είναι άλλωστε- όσο τα τηλεοπτικά περιττώματα  μιας δήθεν ενημερωτικής εκπομπής που δεν επικεντρώνεται στο έγκλημα, αλλά στα βουρκωμένα μάτια του θύτη και στο τι έφαγε για βραδινό στο κελί του. Να το πω κομψά, όπως θα το έθετε κι ο εθνικός μας γλωσσοδιασώστης: Εκοπρίσθη η φοράς παρά τοις αλωνίοις!


Δεν φοβάμαι τόσο τους “επαγγελματίες βιαστές”, όσο τους φέροντες περγαμηνές και πτυχία, τους κατέχοντες επιφανή αξιώματα κι ακριβοπληρωμένες από -δημόσιο χρήμα- θέσεις, σπουδάρχες και υπερφίαλους καθηγητάδες, καρεκλοβιδωμένους αξιωματούχους, κορδελοκόφτες εγκαινίων και πωληταράδες των μαρμάρων μας, πολιτικούς γυρολόγους και υπηρέτες ξένων αφεντάδων. Χρόνια τώρα, σιωπούν κατά το δοκούν, και φωνασκούν περί αριστείας και πολιτισμού. Που δεν έχουν αφήσει μάρμαρο στη θέση του!  Αχ μωρέ αχρείοι, ας  ήταν από μια μεριά ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, και θα σας φασκέλωνε όλους.

//Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια - φαίνονταν οι φλέβες, τόσην εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ' Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν. [...]

Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: «Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μη καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι' αυτά πολεμήσαμε…//


Μπράβο σ’ όλα τα παιδιά που βρήκαν το κουράγιο να τα βάλουν με τον προσωπικό τους δαίμονα. Καθάρισαν για πάρτη μας. Και μας έβαλαν επιτέλους μπροστά στην ευθύνη μας. Να διαλέξουμε θέση. Με ποιους είμαστε. Με τους “μέτριους κι ατάλαντους” (κατά το Λιγνάδειον αφήγημα), ή με τους επηρμένους αρίστους που θεωρούν την κοινωνία και τους νόμους τσιφλίκι τους;

«Υπάρχει κάποιος που αμφιβάλλει για το ήθος του;» είχε ρωτήσει ευθαρσώς η υπουργός “πολιτισμού” στη βουλή, την περίοδο που τον διόρισε. Μόνο που τη λέξη “ήθος”, τη διασώζουν, ακόμα, κάτι σπουδαίοι άνθρωποι σαν τον Σπύρο Μπιμπίλα. Όπως θα το έλεγε κι ο καθηγητής -που δεν έχει ακούσει τίποτα για το φόνο- ο Μπιμπίλας είναι ο “ταπεινός διακομιστής της ανθρωπιάς. Αριστεύει, όχι με δημόσιο χρήμα, αλλά με τη διαρκή παρουσία του σε συσσίτια, δράσεις, αγώνες, έμπρακτη βοήθεια σε άπορους ηθοποιούς και όχι μόνο.

Γιατί, με όλο το σεβασμό κυρ-καθηγητά μου, αυτό που προέχει να σώσουμε, δεν είναι η γλωσσική μας συνείδηση, όπως εναγωνίως δηλώνετε στα μέσα δικτύωσης. Ας σώσουμε πρώτα την κοινωνία από κάτι περιτρίμματα που τη μολύνουν με την ύπαρξή τους. Κι ύστερα βλέπουμε…

*Φράση απ’ το κείμενο-καταπέλτη του κ. Νίκου Βασιλειάδη προς τον Γ. Μπαμπινιώτη. 


Πολύ καλό μήνα σε όλους! Μύρισε λίγη "άνοιξη" έξω, ή ιδέα μου είναι;

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

“Αν δε φας θεριό δε θεριεύεις” *


Κάθε πρωί σαν άνοιγε το παράθυρό της και αντίκριζε το πέλαγος έλεγε: «Ωχ! Δόξα σοι ο Θεός!» και ρουφούσε με τα μεγάλα ρουθούνια της τη θαλασσινή αρμύρα ηδονικά, λες και ρουφούσε όλο τον πλούτο που κρύβει μέσα της εκείνη η ωραία θάλασσα: τα λαυράκια, τα μερτζάνια, τους στακούς, τα στρείδια…

-Ωχ! Δόξα σοι ο Θεός! Σήμερα τι να ψήσω!

Δηλαδή τι να πρωτοψήσει ήθελε να πει. Να πάρει μεγάλα μύδια να τα κάνει τσακιστά, ή να πάρει μικρότερα για να τα κάνει αχνιστά ή πλακί ή τηγανητά με σκορδαλιά ή καλύτερα να τα κάνει με το ρύζι – σαλμαδάκι…
Η μέρα της άρχιζε με τον καφέ του Δημητρού που τον έψηνε πάντα μόνη της, γιατί, σαν τις μαχαρανές, η Λωξάντρα πίστευε πως απ’ το χέρι της γυναίκας του ο άντρας πρέπει να τρώει και να πίνει. Ύστερα τον βοηθούσε να ντυθεί, τον φιλούσε, τον σταύρωνε και κατέβαινε μαζί του τη σκάλα την πλατιά, που ένωνε τα δυο της μπράτσα στο πλατύσκαλο για να σε κατεβάσει απαλά στη μεγάλη μαρμαροστρωμένη αυλή που είχε κατάντικρα την ξώπορτα.

Τη γλεντά τη ζωή της η Λωξάντρα μέσα σ’ αυτή την κουζίνα. Μαγειρεύει για να τέρπει και να τέρπεται. Και όλη την ώρα δοκιμάζει το φαϊ στ’ αλάτι του. Τρώει εκείνη, δίνει και στον Ταρνανά.
-Διες και συ, πώς σε φαίνεται στ’ αλάτι του;
-Μμμμ… δυσκολεύεται να απαντήσει ο Ταρνανάς, πρέπει να ξαναδοκιμάσει.
Η Σουλτάνα, η υπηρέτρια, πατάει τις φωνές:
-Καλέ κυρία, αύριο θα μεταλάβετε, κοτόπουλο τρώτε;
-Ποιος έφαε, μωρή, κοτόπουλο;
Το φαΐ δοκίμασε η γυναίκα στ’ αλάτι του.

ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ “ΛΩΞΑΝΤΡΑ”

(* τίτλος ανάρτησης και αποσπάσματα απ’ το βιβλίο της,

εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ)

 

Η Κωνσταντινούπολη της Μαρίας Ιορδανίδου

[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται απ’ το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους]


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Η επιστροφή της Κοκκινοσκουφίτσας


«Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις έχουν περικυκλώσει τη δύσβατη ορεινή περιοχή, γύρω απ’ το σημείο που βρέθηκε η σορός του εξαφανισμένου θεατρικού επιχειρηματία». Ο ανταποκριτής του καναλιού επιδίδεται σε μια δραματουργική αφήγηση μπροστά στο μικρόφωνο, δείχνοντας με το ελεύθερο χέρι του πλάνα απ’ το απόμερο μονοπάτι. Λίγες ώρες νωρίτερα, ένας διερχόμενος κυνηγός είχε έρθει αντιμέτωπος με το αποτρόπαιο θέαμα. Η λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης κορυφώνει το μυστήριο: «Έγκλημα ή ατύχημα;»

Ο Σπύρος Iγνατιάδης, αυτοδημιούργητος θεατρικός επιχειρηματίας -όπως συνήθιζε να αυτοπροσδιορίζεται- είχε εξαφανιστεί πριν από είκοσι μέρες, στη διάρκεια διήμερης εκδρομής του στην ορεινή Κορινθία. Μετά την άφιξή του σε πολυτελές ξενοδοχείο της περιοχής, παράτησε τις αποσκευές του στο σαλόνι της σουίτας κι επέστρεψε στη ρεσεψιόν για να κάνει κράτηση στο πακέτο χαλάρωσης που προσφερόταν εκείνο το διήμερο. Ο ευγενικός υπάλληλος τού πρόσφερε το ποτό υποδοχής, ένα ζεστό αφέψημα με βότανα της περιοχής, “που χαλαρώνει τον οργανισμό και τον προετοιμάζει για τη θεραπευτική συνεδρία”, όπως τον ενημέρωσε. Εν συνεχεία, πληκτρολόγησε στην οθόνη του υπολογιστή του το ραντεβού:

«Κάνω κράτηση για ένα άτομο;»

«Για δύο».

Ο υπάλληλος, όπως ο ίδιος δήλωσε μετέπειτα στην αστυνομία, τον κοίταξε απορημένος. Ο τύπος είχε έρθει μόνος του, τα στοιχεία που έδωσε ήταν τα προσωπικά του και μόνο, δεν ανέφερε ότι περίμενε συντροφιά, ωστόσο όλες οι κρατήσεις που έκανε, ήταν για δύο άτομα. Δωμάτιο, πακέτο ιαματικής θεραπείας, δείπνο στην αίθουσα πάνω απ’ τις απόκρημνες πλαγιές με τα έλατα και πρωινό στο δωμάτιο για την επόμενη ημέρα, πριν την αναχώρησή του.

«Το τελευταίο που θυμάμαι απ’ τη σύντομη επαφή μας, ήταν πως δέχτηκε ένα μήνυμα στο κινητό του που το διάβασε ενόσω εγώ πληκτρολογούσα τα στοιχεία του. Πρέπει να τον αναστάτωσε… Γενικά πάντως, είχε απόκοσμο βλέμμα, σαν να ήταν υπό την επήρεια ουσιών. Εν συνεχεία, απομακρύνθηκε βιαστικά, λέγοντάς μου: ²Πάω να παραλάβω τη φίλη μου. Τα λέμε σε καμιά ωρίτσα²».

Το επιδεικτικό μαρσάρισμα του διθέσιου αυτοκινήτου του, αντήχησε σαν βρυχηθμός θηρίου που αναστάτωσε την ηρεμία της φύσης. Ένα σμήνος αγριοπούλια φτερούγισαν φοβισμένα απ’ τα ελατόκλαδα που είχαν φωλιάσει. Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν έστρεψε θορυβημένος το κεφάλι του στη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Το ασημί σπορ αμάξι χύμηξε  με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο στενό μονοπάτι, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης πίσω του. «Τι αντιπαθητική ύπαρξη, Θεέ μου!... Σαν μανιασμένη σφίγγα που αναζητάει το θύμα της. Ποιος ξέρει πού θα μπήξει το κεντρί της!» σκεφτόταν αφηρημένος, μέχρι που ο ενοχλητικός εισβολέας χάθηκε απ’ το οπτικό και το ακουστικό του πεδίο.

Στη σουίτα του ξενοδοχείου δεν βρέθηκαν παρά προσωπικά του αντικείμενα ένδυσης και καλλωπισμού. Κανένα έγγραφο ή ηλεκτρονική συσκευή που θα βοηθούσε τις έρευνες. Η κράτηση είχε προπληρωθεί με τραπεζική συναλλαγή. Το κινητό του τηλέφωνο ήταν απενεργοποιημένο, λίγη ώρα μετά την εξαφάνισή του. Η διεύθυνση του ξενοδοχείου, θορυβημένη απ’ την αργοπορία, που όσο περνούσε η ώρα εξελίχθηκε σε εξαφάνιση του πελάτη τους, και μετά από αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες να επικοινωνήσουν μαζί του, κατέφυγε στην αστυνομία. Ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα της Κυριακής, όταν έγινε το πρώτο τηλεφώνημα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Οι αρχικές καθησυχαστικές εικασίες του αξιωματικού υπηρεσίας, πως ο “αγνοούμενος πελάτης” θα είχε κατέβει στο χωριό και θα ξεσάλωνε σε κανένα ταβερνάκι με την παρέα του, επιδεινώθηκαν σε ανησυχία και φόβο, για να καταλήξουν τις επόμενες ώρες, να σταλούν εντολές για έρευνα στα τριγύρω χωριά, αλλά και στα γραφεία της Γενικής Ασφάλειας στην Αθήνα, για να ειδοποιηθούν οι οικείοι του και να ξεκινήσουν οι σχετικές ανακρίσεις.

~//~

Σπύρος Ιγνατιάδης. Σαράντα τριών ετών. Έμενε μόνος του σε πολυτελές διαμέρισμα στη Γλυφάδα, ωστόσο είχε στην κατοχή του άλλες δύο κατοικίες, ένα στούντιο στο κέντρο της πόλης και παραθαλάσσιο εξοχικό σε απόμερη τοποθεσία έξω απ’ το Σέσι.  Η μικρή θεατρική σκηνή που διατηρούσε τα τελευταία χρόνια, δεν δικαιολογούσε την οικονομική του εκτόξευση, αφού φιλοξενούσε ολιγομελείς ομάδες ανερχόμενων ηθοποιών που, ουσιαστικά, έκαναν την πρακτική τους ως απόφοιτοι δραματικών σχολών. Οι παραστάσεις δίνονταν με λίγους θεατές και με συμβολικό εισιτήριο, ωστόσο ο Ιγνατιάδης δήλωνε αποφασισμένος να διατηρήσει ανοιχτό αυτό το “μικρό εργαστήρι τέχνης”, όπως με καμάρι το αποκαλούσε. Με τον καιρό, απέκτησε τη φήμη της “Θεατρικής Σχολής”, αφού ξεκίνησαν εξειδικευμένα σεμινάρια υποκριτικής και σκηνοθεσίας, ομιλίες από διάσημους ηθοποιούς και θεατρικές παραστάσεις με αυτοσχεδιασμούς σε διάφορα είδη, ακόμα και στο παιδικό θέατρο. Ανά τακτά διαστήματα γίνονταν ακροάσεις από μεγάλα ονόματα στο χώρο του θεάματος, με στόχο να βρεθούν “νέοι απόφοιτοι, με ταλέντο και όρεξη για δουλειά, για να στελεχώσουν τηλεοπτική σειρά, πολύ ακριβής παραγωγής και υψηλών απαιτήσεων”. Αν και κανένα παιδί απ’ όλα αυτά που πέρασαν ακρόαση δεν έπαιξε ποτέ και πουθενά, απεναντίας κάποια εγκατέλειψαν το χώρο ή αναζήτησαν αλλού μεροκάματο κι ας μην ήταν σχετικό με τις σπουδές τους.

~//~

Ο ιατροδικαστής κάλυψε το πρόσωπο της κοπέλας, το ίδιο χλωμό  με το σεντόνι που είχαν ρίξει πάνω της. Ήταν μια Κυριακή, πριν από έξι μήνες, και το θύμα ήταν άλλη μια ανερχόμενη “Κοκκινοσκουφίτσα”, που της ζητήθηκε να ξεκινήσει απ’ αυτό το ρόλο στις παιδικές παραστάσεις του θεάτρου, “γιατί διέθετε ένα εκρηκτικό μείγμα”, όπως τη διαβεβαίωνε ο μέντοράς της. “Γοητευτική παιδικότητα, συνδυασμένη με σαγηνευτική γυναικεία ομορφιά”. Κι έτσι κάθε Κυριακή, η Κοκκινοσκουφίτσα ξεκινούσε για το δάσος κι ας ήξερε πως, μετά την παράσταση, την περίμενε ο κακός λύκος για να την τιμωρήσει για τα εκφραστικά της  λάθη, να την ταπεινώσει για τη μέτρια ερμηνεία της, αλλά και για να της υποσχεθεί επαγγελματικούς παραδείσους αν αφηνόταν σε… “πιο ακραίες μορφές έκφρασης”. Οι αντοχές της κοπέλας εξαντλήθηκαν γρήγορα, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν, κλείστηκε στον εαυτό της, κατέφυγε σε ουσίες για να κατευνάσει τους εφιάλτες της και, στην τελευταία της παράσταση, κατέρρευσε επί σκηνής. Όπως ήταν επόμενο, ο κακός λύκος δεν εμφανίστηκε εκείνη τη μέρα στη σκηνή, φόρεσε το αγγελικό προσωπείο του αγαπημένου και ανυποψίαστου ηθοποιού, αντάλλαξε λίγες κουβέντες στα μουλωχτά με τον Ιγνατιάδη, έδωσαν τα χέρια κι έγινε άφαντος.

~//~

«Θάνατος λόγω λήψης ικανής ποσότητας ψυχοτρόπων ουσιών. Ο χρόνος κατάποσης τοποθετείται μία ώρα περίπου, πριν την κατάληξη του θύματος.  Λίγα λεπτά δηλαδή, μετά την έναρξη της θεατρικής παράστασης στην οποία συμμετείχε». Ο θρήνος για την αδικοχαμένη νεαρή ηθοποιό, κατευνάστηκε απ’ τα δημοσιογραφικά λαγωνικά που ερεύνησαν ενδελεχώς το περιβάλλον της και αποφάνθηκαν πως έπασχε από σπάνια ψυχική διαταραχή, “που μοιραία την οδήγησε στην αυτοχειρία”.

~//~

Ο ιατροδικαστής κάλυψε με το λευκό σεντόνι το κατακρεουργημένο απ’ τα τσακάλια πρόσωπο του νεκρού  και σημείωσε στο υπηρεσιακό του φυλλάδιο: «Ο θάνατος επήλθε προ εικοσαήμερου, κατά το διάστημα δηλαδή που είχε δηλωθεί η εξαφάνισή του. Ενδεχομένως είχε προηγηθεί υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ουσιών, μη ανιχνεύσιμων όμως στον οργανισμό του, λόγω της προχωρημένης σήψης, αλλά  και της κατασπάραξης μεγάλου τμήματος της σορού, από διερχόμενα σαρκοφάγα θηρία. Η υπόνοια κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας αλκοόλ από το θύμα, ενισχύεται απ’ τη μαρτυρία του υπαλλήλου που είχε συνδιαλλαγεί μαζί του, λίγο πριν αναχωρήσει απ’ το ξενοδοχείο. “Έφυγε τρεκλίζοντας”, κατέθεσε συγκεκριμένα ο υπάλληλος. Το σημείο που εντοπίστηκε η σορός, είναι ιδιαιτέρως απρόσιτο και αποτελεί μια φυσική βραχώδη κοιλότητα (σπήλαιο), καλυμμένη από θάμνους και αγριόβατα. Εξ’ ου και πιθανολογείται ότι το θύμα κατέληξε σε διαφορετική τοποθεσία και όχι στο σημείο που εντοπίστηκε. Πιθανόν και να σύρθηκε στο κοίλωμα αυτό, απ’ τα θηρία που τον κατασπάραξαν. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες των τελευταίων ημερών και οι μεταβολές που έχει υποστεί  η μορφολογία του εδάφους, δεν επιτρέπουν περαιτέρω ασφαλή συμπεράσματα. Ουδέν άλλο στοιχείο ανευρέθηκε εκ της ιατροδικαστικής έρευνας».

~//~

«Η Κοκκινοσκουφίτσα πήρε πάλι το καλαθάκι της κι αναζητάει εκδίκηση. Ήρθε η ώρα να κάνει την εμφάνισή του κι ο κακός λύκος. Το δάσος και η γιαγιά σε περιμένουν. Αν αργήσεις, θα πέσει οριστικά η αυλαία στη ζωή σου. Στο υπόσχομαι». Το μήνυμα αυτό ανασύρθηκε απ’ τις επαφές του εκλιπόντος και μετά από εισαγγελική εντολή στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Ωστόσο προερχόταν από καρτοκινητό αλλοδαπής προέλευσης και ο κάτοχός του δεν εντοπίστηκε ποτέ. Καταγράφηκε μία ακόμα κλήση, απ’ το ίδιο νούμερο, προφανώς για να οριστεί το σημείο συνάντησης.  Οι αρχές γάζωσαν την περιοχή, πήραν καταθέσεις απ’ τους λιγοστούς κατοίκους των κοντινών χωριών, αλλά δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν κανένα στοιχείο που θα έριχνε φως στην υπόθεση. Το μόνο που ανακάλυψαν ήταν πως το θύμα είχε κλείσει ραντεβού στο συγκεκριμένο χειμερινό θέρετρο με την Έρση Μιχαηλίδου, νεαρή καλλιτέχνιδα, για να περάσουν συντροφιά το διήμερο. Η πολύωρη ανάκρισή της στα κεντρικά της Ασφάλειας, δεν έβγαλε κανένα λαβράκι, αφού η κοπέλα είχε ακλόνητο άλλοθι και ήταν κατηγορηματική στην κατάθεσή της.

«Όλα τα κανόνισε ο Σπύρος. Του είχα πει ότι εκείνη την εβδομάδα θα βρισκόμουν στον τόπο καταγωγής μου και θα επισκεπτόμουν τους γονείς μου. Μου πρότεινε ένα αξέχαστο σαββατοκύριακο σε πεντάστερο ξενοδοχείο που έχουμε στην περιοχή. Δέχτηκα με μεγάλη χαρά, αφού ήταν ένας άνθρωπος που εκτιμούσα και θαύμαζα πολύ. Ορίσαμε ένα ραντεβού στην πλατεία του χωριού, απ’ όπου θα με παραλάμβανε το μεσημέρι του Σαββάτου. Τον περίμενα μέχρι αργά το βράδυ στο καφενείο τoυ κυρίου Παντελή. Βρήκα μάλιστα και μια παρέα συγχωριανών μου και κάθισα μαζί τους, περιμένοντάς τον να φανεί. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά το τηλέφωνό του ήταν απενεργοποιημένο. Το μόνο που σκέφτηκα πριν επιστρέψω στο πατρικό μου, ήταν ότι το μετάνιωσε και με παράτησε στα κρύα του λουτρού. Πού να φανταστώ το κακό που τον βρήκε;

»Ναι, ομολογώ πως ήμουν γοητευμένη και είχα κάνει όνειρα για μια σχέση μαζί του. Θα με βοηθούσε, όπως μου έλεγε, και στα επαγγελματικά μου σχέδια. Όλα έδειχναν τόσο παραμυθένια... Είμαι συγκλονισμένη μ’ αυτό που έγινε!»

~//~

«Αχ βρε παλιόλυκε, άδικα προσπαθείς να ξεφύγεις. Κανείς δεν θα σ’ ακούσει σ’ αυτή την ερημιά, τα δυο μας είμαστε, εσύ κι εγώ. Κι αν συνεργαστείς και μ’ αφήσεις να σ’ εξημερώσω, θα γίνεις ένα άκακο αιλουροειδές. Γονάτισε εδώ! Στα πόδια μου. Όπως γονάτιζες τα παιδιά μπροστά στα σκέλια σου. Το μεγαλοβοτάνι θα κάνει τη δουλειά του, αργά και βασανιστικά. Το ρόφημα που ήπιες πριν λίγη ώρα, ήταν ό,τι πιο χαλαρωτικό βγάζει ο τόπος μας. Μόνο που το δικό σου το περιποιηθήκαμε ιδιαιτέρως.

Στο είπε άλλωστε κι ο υπάλληλος στο ξενοδοχείο, ο καλός μου ανιψιός, να τον έχει ο Θεός καλά που βοήθησε σ’ αυτή την παράσταση. Η Κοκκινοσκουφίτσα μου θα έρθει να σε πάρει σε λίγο. Κι εσύ θα βλέπεις, αλλά δεν θα μπορείς ν’ αντιδράσεις. Όπως κι εκείνη. Η πιστή της φίλη η Έρση, έπαιξε τον πιο μεγάλο ρόλο στη ζωή της. Σπουδαία ηθοποιός, ε; Μαζί θα σε πετάξουμε βορά στα θηρία. Όπως έκανες με την εγγονή μου. Ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα της εκεί που την έστειλες, βρωμερό κτήνος!»

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

 Επίλογος: Κανείς εκ των οικείων του δεν εμφανίστηκε πρόθυμος να συνδράμει τις αρχές για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του Ιγνατιάδη. Η σχολή σφραγίστηκε λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση της εξαφάνισής του. Η αστυνομία έκλεισε το φάκελο, μετά και από παρεμβάσεις υψηλά ιστάμενων παραγόντων.



[Ήταν η συμμετοχή μου στον πρώτο κύκλο της “Μίνι Σκυτάλης”, ένα υπέροχο παιχνίδι με εικόνες και κείμενα, που οργανώνει η Μary Pertax στη ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ της. Ευχαριστώ τους φίλους σκυταλοδρόμους για την κοινή μας πορεία στο δρώμενο, κυρίως όμως την Μαίρη που μας προσφέρει σταθερά τον βατήρα εκκίνησης για δημιουργικές αποδράσεις και συλλογικές δουλειές. Καλή συνέχεια!]