Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

«Επικαλούμαι το δικαίωμα της… Γιορτής»


Όλα ξεκίνησαν ένα πρόσφατο βράδυ.

«Γιάννη μου, μήπως γίνεται να ακυρώσουμε το ‘Θαύμα’ και να περάσουμε κατευθείαν στη ΄Γιορτή’;» ρώτησα τον αρχηγό του δρώμενου.

«Καλή μου φίλη, αυτό είναι αδύνατον. Έχει φύγει το παιδί» μου λέει.

«Γιάννη, έχω έγκυρες πληροφορίες ότι τα φετινά Χριστούγεννα θα ακυρωθούν», επέμεινα εγώ.

«Τι βαριά κουβέντα ξεστόμισες, κορίτσι μου;» με ρώτησε έκπληκτος.

«Η φάτνη βρέθηκε δηλωμένη ως βοσκοτόπι από έναν αγρότη με καλλιέργειες σουλτανίνας στη… Μύκονο» έριξα το πρώτο μου επιχείρημα.

«Θα προσαρμοστούμε, κοπέλα μου, δεν πειράζει, τι να κάνουμε;»

«Ο Ιωσήφ και οι βοσκοί θα κάνουν Χριστούγεννα στα μπλόκα των αγροτών». Έριξα και το δεύτερο επιχείρημά μου, ποντάροντας στο αγωνιστικό του φρόνημα. Αυτός όμως, αμετακίνητος.

«Κρατώ τις δυσάρεστες αυτές εξελίξεις στο κουτάκι των αναμνήσεων, καλή μου. Προχωράμε ακάθεκτοι στο δρώμενό μας εμείς…»

Σε μιαν ύστατη προσπάθεια να τον πείσω, έριξα τον τελευταίο μου άσσο:

«Κάτσε ν’ ακούσεις και το χειρότερο, Γιάννη μου. Ο Αι Βασίλης και οι τρεις Μάγοι κλήθηκαν απ’ την εξεταστική της βουλής να καταθέσουν για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ!.. Από ώρα σε ώρα, θα τους κατασχέσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν. Τον Ρούντολφ, τους τάρανδους, το έλκηθρο, την Άγια Νύχτα, το μαγικό αστέρι και κάτι ράβδους χρυσού και σμύρνας που βρέθηκαν πάνω τους…Κάτι ακούστηκε και για το σπίτι στο Ροβανιέμι… ότι δεν έχει αποδώσει τον ΕΝΦΙΑ και έχει ντράβαλα με το  Φινλανδικό ΣΔΟΕ…»

«Ω!...οι τρισκατάρατοι, οι ελεεινοί αγιογδύτες!... Και πώς γίναν όλα αυτά, αγαπημένη μου φίλη;» με ρώτησε με αγαναχτισμένη φωνή.

«Τους κατηγορούν για διακίνηση εμπορευμάτων χωρίς παραστατικά, μη καταβολή ΦΠΑ και παράλειψη δήλωσης πόθεν έσχες. Το έλκηθρο βλέπεις, εμπίπτει στην κατηγορία πολυτελών οχημάτων… Γι’ αυτό σου λέω, βρε Γιάννη μου. Πού να βρω θαύμα διαθέσιμο; Άσε που αν μας τσακώσουν να διακινούμε ραβασάκια για γιορτές και κοινωνικούς αγώνες, κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε κι εμείς για συνέργεια…»

Απ’ τη σιωπή που ακολούθησε, βεβαιώθηκα ότι ο Γιάννης κάμφθηκε.

«Καλή μου φίλη, μπορείς τουλάχιστον να γράψεις κάτι για την τελευταία πράξη;»

«Επικαλούμαι το δικαίωμα της ‘Γιορτής’…» του είπα με ύφος που θα ζήλευε ο Φραπές, ο Χασάπης κι όλος ο συρφετός των ΟΠΕΚΕΠέδων.

«Mερσί μποκού, σερ αμί!», μου απάντησε ευγενικά ο Γιάννης.

 


Προφανώς και δεν πρόλαβα εγκαίρως την τρίτη πράξη στο δρώμενό μας. Το ΄Θαύμα’ μου έρχεται με ληγμένη ημερομηνία αλλά με πλήρη επίγνωση πως όλοι μας βιώνουμε, καθημερινά, μικρά θαύματα. Το θαύμα βρίσκεται στο εδώ και τώρα, όπως έγραψε ο Προυστ. Και στη μικρή μας μπλογκοΚοινότητα, έχουμε μάθει καλά πια την τέχνη της θαυματοποιίας και γνωρίζουμε τις ευεργετικές της ιδιότητες στις προσωπικές μας δοκιμασίες. Κι όταν όλα φαντάζουν αβάσταχτα και δυσοίωνα, εμείς θα έχουμε να λέμε πως βρεθήκαμε εδώ, χτίσαμε σχέσεις, καταγράψαμε γεγονότα, αγαπηθήκαμε, ονειρευτήκαμε, διαβάσαμε, φυτέψαμε ποιήματα, ήμασταν ‘Μαζί’ στο ‘Εδώ και τώρα’.

 


«Ναι, αλλά για τη γιορτή δεν είπες τίποτα» μου λέει ο Γιάννης.

«Μία είναι η γιορτή του μήνα, φίλε μου. Το Συμπόσιο Ποίησης. Ντύσου, στολίσου, νοικοκυρέψου και τα λέμε στης Αριστέας, ΟΚ?»

«Τι να της κρατάμε, καλή μου φίλη; Μη πάμε μ’ άδεια χέρια…»

«Κάτι έχω στο μυαλό μου…»

«Για πες…»

Αποκαλυπτική έρευνα: Πώς προέκυψε η θεματική λέξη του 34ου Συμποσίου;

 


Με τον φανταστικό μου διάλογο με τον Γιάννη, κλείνω τροχάδην το δρώμενο “Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις” που εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο υπερφανταστικός μας φίλος στο ΗΔΥΠΟΤΟΝ

Εύχομαι ολόψυχα Χρόνια Πολλά σε όλη την παρέα μας! Ραντεβού στης Αριστέας μας τώρα, ε;

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

H ανάμνηση της προσμονής

 


-Χάμφρεϊ… εσύ;

Πετάχτηκα ταραγμένη απ’ το περίεργο όνειρο. Έβλεπα στον ύπνο μου τον Γιάννη και το Cinefil του. Είχε αφιέρωμα σε δύο ταινίες. Η πρώτη ήταν η «Ανάμνηση» του Βιρασετακούν και η δεύτερη η «Τρεις χιλιάδες χρόνια προσμονής» του Τζορτζ Μίλερ. Στη σκοτεινή αίθουσα του σινεμά διέκρινα τον Γιάννη με ατσαλάκωτο κοστούμι, τσάκιση στο παντελόνι, καμπαρτίνα τύπου φιλμ νουάρ  και ρεπούμπλικα στο κεφάλι. Κρατούσε ένα βαρύ κρυστάλλινο ποτήρι με παλιό μπράντι και μου έγνεφε από το πεδίο των σχολίων. «Έρχομαι σαν αύρα της θάλασσας στον ύπνο σου, γλυκιά μου φίλη. Να σου θυμίσω ότι περιμένουμε να μας ξεφυλλίσεις τις χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις σου στο μπλογκ σου. Αν αργήσεις κι άλλο, σου έχω κι άλλο αφιέρωμα με το θρίλερ «Εκτός χρόνου» του Καρλ Φράνκλιν. Επίσης, θα σου στείλει ενημερωτικό σημείωμα η Αριστέα. Να συνεχίσω;»

Δεδομένου ότι είχα ήδη μια ληξιπρόθεσμη «Ανάμνηση» στο τεφτέρι μας, καταλήξαμε σε μια συμβιβαστική λύση που ικανοποιούσε και τις δύο πράξεις. Ανάμνηση + Προσμονή = τσεκ ιν στο σωτήριον έτος 2011.

Άγρια κρίση, χρεωκοπημένη χώρα, μια άθλια πόλη διάσπαρτη από κουβέρτες και απλωμένα χέρια κι ένας Δεκέμβρης που έγδερνε το πετσί μας αλύπητα. Street party στον ξενώνα αστέγων στον Κεραμεικό. Και όχι, το μενού δεν συμπεριελάμβανε γλυκόξινα γαριδο-καναπεδάκια συνοδεία dom perignon, μπροστά σ’ ένα στολισμένο ζεστό τζάκι. Ήταν ένα ρεφενέ-συναπάντημα, με υπαίθριες σόμπες, αλουμινένια σκεύη μιας χρήσης, πλαστικά μαχαιροπήρουνα και φαναράκια πάνω στα τραπέζια (αυτά απ’ τα ΙΚΕΑ που ειρωνεύτηκε, πρόσφατα, κι η Ντόρα της γνωστής οικογενείας). Κι αν μπορούσα να ορίσω την ακριβή έννοια της λέξης «Προσμονή», θα ήταν εκείνη η βραδιά. Εν μέσω αγνώστων, προσμέναμε να νιώσουμε κάτι απ’ το θαύμα των Χριστουγέννων. Και μολονότι πήγαμε με επιφυλάξεις και συγκρατημένα συναισθήματα, τελικά βρεθήκαμε κοινωνοί σ’ έναν μυστικό δείπνο, πιο ιερό από ποτέ.  

Θυμάμαι ότι μέχρι και ο ουρανός είχε συνωμοτήσει για να έχουμε τον τέλειο «πολυέλαιο» πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Πύρινα χρώματα και εκτυφλωτικές αποχρώσεις, σαν ουράνια τοιχογραφία της αιώνιας μάχης που δίνει το φως κόντρα στο σκοτάδι. Σε μια περιοχή μακριά απ’ το φωταγωγημένο κέντρο και τις γκλαμουράτες βιτρίνες. Ήταν η χρονιά που ο δήμαρχος είχε ξηλώσει τα παγκάκια που «φιλοξενούσαν» τους άστεγους στις πλατείες, για να μην αλλοιώνεται το εορταστικό ντεκόρ της πόλης. Χωρίς βέβαια να μεριμνήσει κανείς, για το πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Αν τους ήταν μπορετό, θ’ ανοίγανε κι έναν Καιάδα για να τους εξαφανίσουν με συνοπτικές διαδικασίες. Η φτώχεια που κάποτε είχε υμνηθεί στα τραγούδια, στην ποίηση και στη συνείδηση του λαού μας, είχε καταντήσει να είναι ντροπή ασυγχώρητη…

«Βάζω τα τσιγάρα, βάζεις τη συντροφιά;»

«Ζόρικοι καιροί, παιδιά… Να βγάλουμε αυτές τις παγωνιές κι έχει ο Θεός…»

Ο Σπύρος, η Μαρία, ο Πέτρος, ο Ρόνυ, ο Χρηστάρας, ο Λέων… Ομοιοκατάληκτα πάθη. Δειλά χαμόγελα στην αρχή, χέρια που γινόντουσαν ανοιχτές αγκαλιές όσο περνούσε η ώρα, λέξεις που δεν ειπώθηκαν και υγρά βλέμματα που βρήκαν τον προορισμό και το νόημά τους. 

Δεν ξέρω πόσο πιο ιερή θα μπορούσε να είναι μια νύχτα Χριστουγέννων. Αυτό που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι τις πιο παγωμένες νύχτες τις είχα ζήσει σε μεγάλα σπίτια, με λιγοστούς ανθρώπους που έσπρωχναν ευγενικά το χρόνο, ξεθεωμένοι απ’ την ανία και την αβάσταχτη κούρασή τους απ’ τα ψώνια και τις ετοιμασίες των ρεβεγιόν. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό που ζήσαμε εκείνη τη βραδιά ξεπέρασε κατά πολύ την προσμονή μας. Η πιο ζεστή νύχτα σ’ ένα υπαίθριο «ρεβεγιόν», με χαμηλό βαρομετρικό, και με πολλούς ανθρώπους, ξεθεωμένους απ’ τα βάσανα και τον αγώνα για επιβίωση. Που συνεχίζανε όμως με πείσμα να στήνουν γιορτές πάνω στα αποκαΐδια και να φιλοξενούν όνειρα στον άστεγο ύπνο τους.



Ήταν η συμμετοχή μου στο συλλογικό δρώμενο Χριστούγεννα σε τέσσερις πράξεις που οργάνωσε και συντονίζει απ’ το Ηδύποτον η ψυχή της μπλογκοπαρέας μας, Γιάννης.



 

 

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Κουνουπίδι με dressing αυτοθυσίας

Πανεύκολη συνταγή (για τους άλλους)



Αν δεν έχω παραισθήσεις απ’ την καθημερινή μας έκθεση στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, τότε η  κουζίνα μας πρέπει να είναι στοιχειωμένη. Τα βράδια που στρώνω τραπέζι, βάζω παραπανίσια μαχαιροπήρουνα. Να γλυτώσω το σήκω-κάτσε. Την ώρα που σερβίρω το φαγητό, βλέπω τον Δένδια να εισβάλλει στην κουζίνα, να στρογγυλοκάθεται δίπλα στα παιδιά και να μου απλώνει σαν φουρναρόφτυαρο το πιάτο του: «Το πρώτο προαπαιτούμενο είναι η αλλαγή κουλτούρας και η επιστροφή μας στο πνεύμα αυτοθυσίας… βάλτε λίγες τηγανητές πατατούλες ακόμα, τσιγγουνιές θα κάνουμε; Εν ανάγκη κόψτε κάτι απ’ τις μερίδες των παιδιών. Ας μαθαίνουν στις θυσίες, καλό θα τους κάνει…»  Είδα κι έπαθα να ηρεμήσω τον μικρό που τσίριζε για το μισοάδειο πιάτο του. Ο υπουργός δε, απτόητος. Έκλεβε απ’ τα πιάτα των παιδιών, μασούσε, ρευόταν και ρητόρευε.

«Άμα είστε σοβαροί και υπεύθυνοι, να πάτε να αυτοθυσιαστείτε για την Ευρώπη. Οι Αμερικανοί δηλαδή είναι πιο μάγκες;» ρώτησε μπουκωμένος.

«Εσείς δηλαδή θα πάτε;" του κάνει ο μεγάλος.

"Ευχαρίστως θα πήγαινα... αν δεν με ταλαιπωρούσαν οι αιμορροΐδες μου... και κάτι πονάκια στους προσαγωγούς απ' τα ροκανίσματα στο hardcore πρόγραμμα του γυμναστηρίου" απάντησε ο υπουργός.

"Τα παιδιά σας θα τα στείλετε όμως, ε;" επιμένει ο μεγάλος.

"Στο γυμναστήριο;" ρώτησε ο υπουργός.

"Στο θυσιαστήριο", απαντάει ο μεγάλος…

Ποιος είδε τον υπουργό άμυνας με γουρλωμένα μάτια και δεν τον φοβήθηκε; Έτρεξα στο ψυγείο για να αποφορτίσω λίγο την ένταση. «Πάω να φέρω κανένα αναψυκτικό…έρχομαι, δεν αργώ. Να είστε φρόνιμα, μη μαλώνετε…»

Εν τω μεταξύ, ανοίγω το ψυγείο και μου κλείνει το μάτι ο υπουργός υγείας, πλάι στα παριζάκια και τις μουστάρδες. Ήταν πιο μαύρος κι απ’ τις μπανάνες που είχα βάλει σε μια χαρτοσακούλα στη φρουτοθήκη. «Τα Χριστούγεννα να πάρετε δώρο στα παιδιά σας από ένα όπλο. Μη γίνουν τίποτα κουραμπιέδες και μπαγλαμάδες. Εγώ για τα δικά μου πάντως, παράγγειλα ήδη ένα αντιαρματικό, μια φρεγάτα και μια εξάδα ρουκέτες πάτριοτ. Δεν είναι να παίζεις με τους κομμουνιστές, αγαπητή…»

 Έκλεισα την πόρτα τρομαγμένη. «Δε γ@μιέται, ας πιούμε νερό απόψε», σκέφτομαι, και κατευθύνομαι προς το ντουλάπι με τα ποτήρια.

Εκεί είναι μπαστακωμένος ο πρωθυπουργός και με ρωτάει αν θέλω κολωνάτα ή σαμπάνιας. «Σωλήνες διαθέτει το σπίτι μας, σαν αυτά που σέρβιρε ο Ζήκος» του απαντάω εκνευρισμένη. «Θα σας μαλώσω», μου λέει επιτιμητικά. «Η καλύτερη απάντηση στην έλλειψη γυαλικών, είναι η αύξηση των ποτηριών στο ντουλάπι σας». Μου είπε κι άλλα ακαταλαβίστικα κι επειδή ήμουν λιώμα στην κούραση, γύρισα άπραγη στο τραπέζι και τους είπα: «Όποιος θέλει νερό, ας πάει να βάλει το κεφάλι κάτω απ’ τη βρύση, να τελειώνουμε».

«Τι σου έλεγε τόση ώρα αυτός με τα ποτήρια;» με ρώτησε ο μεγάλος.

«Ότι είμαστε, λέει, ενεργειακός κόμβος και παράγουμε πρωτογενές αέριο και πως αυτό θα εκτοξεύσει την οικονομία μας στα ύψη».

«Να μην ξανακάνεις κουνουπίδι γιατί τούς φέρνει φούσκωμα. Καλύτερα μπρόκολο, μαμά…»

Δυο μέρες τώρα, έχω ανοιχτό το σπίτι ν’ αεριστεί…



ë Σκίτσο: Γιώργος Μικάλεφ ThePressProject

ë Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται απ’ το διαδίκτυο (pinterest) & ανήκει στον δημιουργό της.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

“Εξπρές συστημένο”

 


Στα γράφω βιαστικά για να προλάβουμε τον ταχυδρόμο πριν εξαϋλωθεί κι αυτός στο πυρ το εξώτερον, μαμά. Να βγάλεις προσωπικό αριθμό, μαμά, γιατί λήγει η προθεσμία, το λένε και το ξαναλένε και ουαί κι αλίμονο αν δεν έχεις κι εσύ τον αριθμό σου.  Και να μπεις στην πλατφόρμα για το επίδομα θέρμανσης, μήπως σου βάλουν κατιτίς να τσοντάρεις για το πετρέλαιο. Να κλείσεις ραντεβού και με τον γιατρό σου, όχι απ’ το τηλέφωνο, δεν γίνεται πια έτσι, μαμά… Πρέπει να μπεις στην εφαρμογή, να τον αναζητήσεις εκεί μέσα και να κανονίσεις eΡαντεβού. Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω λεπτομέρειες τώρα, βρε μαμά… Κοίτα να πάρεις εγκαίρως και τα φάρμακά σου, μην τα αποσύρουν κι αυτά, βήχεις άσχημα βρε μαμά, αλλά τα σιρόπια δεν συνταγογραφούνται πια… βάλε λίγο μέλι και λεμονάκι να μαλακώσει ο λαιμός σου… πού να το βρεις το μέλι που είναι κι αυτό πανάκριβο, θα μου πεις, και θα ’χεις δίκιο. Τι να σου πω κι εγώ, κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός.

Και μην ετοιμάσεις πεσκέσι για τα Χριστούγεννα, μαμά. Το ταχυδρομείο κλείνει στο χωριό σου. Αλλάζει η εποχή, τώρα όλα είναι ψηφιακά. Κι εσύ δεν έχεις ίντερνετ εκεί πέρα, μαμά. Ούτε καν ένα smartphone…

Ρώτησα την τεχνητή νοημοσύνη να μου βρει μια λύση, μαμά. Δεν την ξέρεις, είναι μια καινούργια μόδα που θα μας κάνει, λένε, τη ζωή πιο εύκολη. Ξέρεις τι μου απάντησε; «Ζει ακόμα σε τέτοια ηλικία η μητέρα σας; Λογικά, ανήκει στη γενιά που είχε εξολοθρευτεί τον καιρό της επιδημίας. Έγκριτοι επιστήμονες, δημοσιογράφοι και κυβερνητικοί αξιωματούχοι την είχαν χαρακτηρίσει, και δικαίως, ‘υγειονομική βόμβα’. Αν παρόλα αυτά, επέζησε και χρήζει ταχυδρόμου, γιατρού και φαρμάκων, οφείλει να προσαρμοστεί στο νέο μοντέλο συναλλαγών, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει την επιβάρυνση που προσθέτει στο κράτος με την ύπαρξή της».

Καλύτερα που έφυγες εγκαίρως, μαμά. Κάτι τέτοια θα συζητούσαμε σήμερα κι εσύ θα βυθιζόσουν στα σκοτάδια και τις αγωνίες σου. Ίσως εκεί πάνω που είσαι, να φτάσει με κάποιο τρόπο το γράμμα μου. Πιο πιθανό το βρίσκω να έχει απομείνει ένα γραμματοκιβώτιο σ’ ένα ουράνιο μεϊντάνι. Και να βρεθεί ένας πονετικός αγγελιοφόρος για να σου φέρει τα μαντάτα μας. Στη διαδικτυακή μας υστερία πάντως, εγώ συγκρατώ μονάχα τους κωδικούς πρόσβασης που μας είχες εμπιστευτεί όσο ζούσες.

«Να μην αγροικάτε τις μπουνταλές που σας λένε, αμέ μόνο ό,τι σας ορμήνεψα. Του χορτάτου ανθρώπου το στόμα να σκιάζεστε. Τουτοσές ο δίμουρος,  ημπορεί να τη φάει και να τη χωνέψει ολάκερη την ανθρωπότητα».

Σε φαντάζομαι τώρα να δένεις το κεφαλομάντηλό σου και να μας κατακεραυνώνεις από ‘κει πάνω. «Ούλα σάς τα ορμήνεψα, ξα σας τώρα!»

Φωτογραφία: Θάνος Τσάκαλος